Αλλαγές στο κληρονομικό δίκαιο με νέα όρια στη νόμιμη μοίρα

Σημαντικές παρεμβάσεις στο κληρονομικό δίκαιο εισάγει νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων το προσεχές διάστημα. Οι ρυθμίσεις αναδιατάσσουν βασικές αρχές της κληρονομικής διαδοχής και επαναπροσδιορίζουν τη σχέση ανάμεσα στην ελευθερία διάθεσης της περιουσίας και την προστασία της προσωπικότητας του κληρονομούμενου.

Το προτεινόμενο πλαίσιο ενισχύει τον έλεγχο του διαθέτη επί της περιουσίας του, διατηρώντας τον πυρήνα της νόμιμης μοίρας και θέτοντας αυστηρότερα κριτήρια για περιπτώσεις σοβαρής προσβολής από συγγενικά πρόσωπα. Στόχος είναι η αποτροπή καταστάσεων όπου πρόσωπα με βαρύ παραβατικό παρελθόν επωφελούνται από την κληρονομική διαδοχή.

Κεντρική πρόβλεψη αποτελεί η δυνατότητα αποκλεισμού του επιζώντος συζύγου από την κληρονομιά. Το δικαίωμα παύει όταν έχει εκδοθεί διαζύγιο ή όταν έχει συμπληρωθεί διετής διάσταση. Αντίστοιχη συνέπεια προβλέπεται όταν εκκρεμεί διαδικασία λύσης γάμου ή συμφώνου συμβίωσης, εφόσον έχουν ήδη κινηθεί οι προβλεπόμενες ενέργειες.

Σε περιπτώσεις όπου την αγωγή διαζυγίου έχει ασκήσει ο ίδιος ο κληρονομούμενος, ο αποκλεισμός της νόμιμης μοίρας του επιζώντος συζύγου επέρχεται μόνο εφόσον η αγωγή στηρίζεται σε βάσιμο λόγο, με πρόβλεψη δικαστικού ελέγχου.

Για πρώτη φορά εισάγεται ρητή δυνατότητα αποκλεισμού τέκνων από τη νόμιμη μοίρα, όταν αποδεικνύεται σοβαρή παραβατική ή αντικοινωνική συμπεριφορά σε βάρος του γονέα. Ο διαθέτης δύναται να στερήσει το ελάχιστο κληρονομικό δικαίωμα εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η επιβουλή της ζωής του κληρονομούμενου ή στενών συγγενών του, η καταδίκη για κακούργημα ή σοβαρό πλημμέλημα με έμφαση στην ενδοοικογενειακή βία, καθώς και πράξεις βαριάς αχαριστίας ή κακόβουλης παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής.

Παράλληλα, διευρύνεται το πεδίο της κληρονομικής αναξιότητας. Με δικαστική απόφαση μπορεί να χαρακτηριστεί ανάξιος όποιος έχει διαπράξει σοβαρά εγκλήματα κατά της ζωής, της υγείας ή της γενετήσιας ελευθερίας του κληρονομούμενου ή των οικείων του, καθώς και σοβαρά εγκλήματα κατά της περιουσίας του.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται περιπτώσεις εξαναγκασμού του διαθέτη σε σύνταξη ή ανάκληση διαθήκης μέσω απάτης ή απειλής, καθώς και πράξεις πλαστογράφησης, αλλοίωσης ή εξαφάνισης διαθήκης. Με την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης, η κληρονομική επαγωγή προς τον ανάξιο θεωρείται ότι δεν επήλθε και η διαδοχή μεταφέρεται στον επόμενο κατά σειρά δικαιούχο.

Το νέο καθεστώς προβλέπει αυστηρότερες συνέπειες και σε περιπτώσεις αποκλήρωσης τέκνων. Συμπεριφορές διαρκούς αδιαφορίας, απαξίωσης ή βαριάς αχαριστίας, που έως σήμερα δεν οδηγούσαν σε στέρηση της νόμιμης μοίρας, μπορούν πλέον να θεμελιώσουν πλήρη αποκλεισμό.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε καταδίκες για σοβαρά οικονομικά εγκλήματα σε βάρος του κληρονομούμενου ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, οι οποίες συνεπάγονται αυτοδίκαιη κληρονομική ανικανότητα.

Το νομοσχέδιο εισάγει και πρόβλεψη ρητής συγχώρεσης. Ο δράστης δεν θεωρείται ανάξιος ή ανίκανος να κληρονομήσει εφόσον ο κληρονομούμενος, με πλήρη γνώση του παραπτώματος, τον συγχώρησε ρητά μέσω δημόσιου εγγράφου ή διάταξης τελευταίας βούλησης.

Με τις ρυθμίσεις αυτές, η τελική κρίση παραμένει στον διαθέτη, ο οποίος διατηρεί τη δυνατότητα να αποφασίσει αν θα αναγνωρίσει μεταμέλεια ή θα επιμείνει στον αποκλεισμό.

Οι αλλαγές δεν καταργούν τη δομή του ισχύοντος κληρονομικού συστήματος, εισάγουν όμως σαφή μετατόπιση προς την ενίσχυση της βούλησης και της αξιοπρέπειας του κληρονομούμενου. Το νέο πλαίσιο αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς νομικού διαλόγου, καθώς αγγίζει κρίσιμες ισορροπίες μεταξύ οικογενειακών σχέσεων, κοινωνικής ευθύνης και θεμελιωδών δικαιωμάτων.