Από την Πίνδο μέχρι σήμερα: Έχουμε καταλάβει τι σημαίνει πραγματικά το «Όχι»;

85 χρόνια μετά το έπος του 1940, η Ελλάδα εξακολουθεί να τιμά εκείνους που στάθηκαν απέναντι στον κατακτητή. Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι αν εμείς, οι σημερινοί Έλληνες, έχουμε αντιληφθεί το βάρος της κληρονομιάς που μας άφησαν.

Κάθε χρόνο, στις 28 Οκτωβρίου, η Ελλάδα φορά τα γιορτινά της. Σημαίες ανεμίζουν στα μπαλκόνια, μαθητές παρελαύνουν, στρατιωτικά τμήματα αποδίδουν τιμές και οι ουρανοί γεμίζουν με τα χρώματα της Πολεμικής Αεροπορίας. Είναι η ημέρα που θυμόμαστε το μεγάλο «Όχι». Μια λέξη που ειπώθηκε πριν από 86 χρόνια και έγινε σύμβολο αντίστασης, αξιοπρέπειας και εθνικής αξιοπρέπειας.

Κι όμως, πίσω από τις παρελάσεις, τις επίσημες ομιλίες και τις επετειακές αναφορές υπάρχει μια ιστορία πολύ μεγαλύτερη. Η ιστορία ανθρώπων που δεν είχαν τίποτα από όσα σήμερα θεωρούμε αυτονόητα, αλλά διέθεταν κάτι που αποδείχθηκε ισχυρότερο από τα όπλα του αντιπάλου: την αποφασιστικότητα να υπερασπιστούν την πατρίδα τους.

Δεν ήταν υπερήρωες. Ήταν αγρότες, εργάτες, δάσκαλοι, φοιτητές, οικογενειάρχες. Άνθρωποι που άφησαν πίσω παιδιά, συζύγους, γονείς και σπίτια. Πολλοί δεν γνώριζαν αν θα επέστρεφαν. Κι όμως, προχώρησαν.

Οι ήρωες δεν είχαν τίποτα περιττό – Είχαν όμως αυτό που χρειαζόταν

Στα βουνά της Ηπείρου, στην Πίνδο και στις δύσβατες διαδρομές της Αλβανίας γράφτηκαν μερικές από τις σημαντικότερες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Ο ελληνικός στρατός, απέναντι σε έναν αριθμητικά και τεχνολογικά ισχυρότερο αντίπαλο, κατάφερε όχι μόνο να ανακόψει την ιταλική επίθεση, αλλά και να περάσει στην αντεπίθεση, καταλαμβάνοντας σημαντικές περιοχές της Βόρειας Ηπείρου.

Ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, ο Κωνσταντίνος Δαβάκης και χιλιάδες ανώνυμοι στρατιώτες έγιναν μέρος μιας ιστορίας που δεν γράφτηκε στα άνετα γραφεία, αλλά στις λάσπες, στα χιόνια και στα χαρακώματα.

Και δίπλα τους, οι γυναίκες της Πίνδου. Με τις παραδοσιακές φορεσιές τους, φορτωμένες με τρόφιμα και πολεμοφόδια, διέσχιζαν δύσβατα μονοπάτια για να ενισχύσουν τους μαχητές. Δεν περίμεναν αναγνώριση, δεν ζητούσαν ανταλλάγματα. Έκαναν αυτό που θεωρούσαν χρέος τους.

Ακόμη και τα ζώα της ελληνικής υπαίθρου συνέβαλαν καθοριστικά. Μουλάρια, άλογα και γαϊδούρια μετέφεραν εφόδια και πολεμοφόδια εκεί όπου τα οχήματα αδυνατούσαν να φτάσουν.

Αυτή ήταν η Ελλάδα του 1940. Μια Ελλάδα φτωχή σε υλικά αγαθά, αλλά πλούσια σε ψυχικά αποθέματα.

Από το «Όχι» του 1940 στο σήμερα: Τι έχουμε κρατήσει;

Δεν είναι ανάγκη να επιστρέψουμε στις συνθήκες ζωής εκείνης της εποχής. Κανείς δεν νοσταλγεί τη φτώχεια, τις στερήσεις, τις κακουχίες και τον πόλεμο. Η πρόοδος είναι αναγκαία και κάθε κοινωνία οφείλει να εξελίσσεται.

Όμως πρόοδος δεν σημαίνει απώλεια αξιών. Τεχνολογία δεν σημαίνει απαραίτητα πολιτισμός. Και ευημερία δεν σημαίνει ότι μπορούμε να ξεχάσουμε από πού ερχόμαστε.

Σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο όπου η εικόνα συχνά υπερισχύει της ουσίας, η επιφανειακή επιτυχία παρουσιάζεται ως αυτοσκοπός και η προσωπική προβολή καταλαμβάνει ολοένα περισσότερο χώρο στην καθημερινότητά μας.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν γίνει για πολλούς το βασικό μέτρο αποδοχής. Η ταχύτητα της πληροφορίας δεν συνοδεύεται πάντα από γνώση, ενώ η ιστορική μνήμη συχνά περιορίζεται σε μια ανάρτηση με μια ελληνική σημαία κάθε 28η Οκτωβρίου.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά. Ασφαλώς και πρέπει. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς να χάσουμε την ταυτότητα, τις αξίες και την ιστορική μας συνείδηση.

Πατρίδα δεν είναι μόνο οι σημαίες στις παρελάσεις

Η αγάπη για την πατρίδα δεν αποδεικνύεται μόνο με συνθήματα. Αποδεικνύεται με τη στάση μας απέναντι στην κοινωνία, με τον σεβασμό στους θεσμούς, με την υπευθυνότητα, την αλληλεγγύη και τη διάθεση να προσφέρουμε.

Πατριωτισμός είναι να κάνεις σωστά τη δουλειά σου. Να σέβεσαι τον διπλανό σου. Να προστατεύεις τη δημόσια περιουσία. Να ενδιαφέρεσαι για τον τόπο σου και να μη θεωρείς ότι όλα τελειώνουν εκεί όπου αρχίζει το προσωπικό σου συμφέρον.

Είναι επίσης να γνωρίζεις την ιστορία σου. Να θυμάσαι εκείνους που θυσιάστηκαν, χωρίς να χρησιμοποιείς τη θυσία τους ως εργαλείο διχασμού ή πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από πολίτες με κρίση, γνώση και συνείδηση. Από νέους που δεν αντιμετωπίζουν την ιστορία ως ένα βαρετό κεφάλαιο του σχολικού βιβλίου, αλλά ως ένα κομμάτι της δικής τους ταυτότητας.

Το μήνυμα του «ΖΕΥΣ» και η ελπίδα της επόμενης γενιάς

Η φετινή επέτειος είχε και εικόνες που υπενθύμισαν ότι η ιστορική μνήμη μπορεί να συνδεθεί με το σήμερα.

Η εντυπωσιακή πτήση του F-16 Viper της ομάδας επιδείξεων «ΖΕΥΣ» πάνω από τη Θεσσαλονίκη και το μήνυμα του Επισμηναγού Χρήστου Χαρίτου έδωσαν έναν ιδιαίτερο συμβολισμό στην ημέρα:

«Μια λέξη αλλάζει την ιστορία, για τους Έλληνες αυτή η λέξη είναι το ΟΧΙ. Σήμερα τιμούμε αυτούς που στάθηκαν όρθιοι. Η Ελευθερία δεν χαρίζεται».

Λίγες λέξεις, αλλά ένα μήνυμα που αξίζει να κρατήσουμε.

Γιατί πίσω από τη στολή του πιλότου, πίσω από κάθε στρατιωτικό που υπηρετεί σήμερα, πίσω από κάθε μαθητή που παρελαύνει, υπάρχει η συνέχεια μιας ιστορίας που ξεκίνησε πολύ πριν από εμάς.

Και αυτή η συνέχεια δεν είναι δεδομένη. Χρειάζεται γνώση, προσπάθεια, ευθύνη και σεβασμό.

Το «Όχι» πρέπει να παραμείνει ζωντανό

Οι άνθρωποι του 1940 δεν γνώριζαν πώς θα γραφόταν η ιστορία. Δεν είχαν τη βεβαιότητα της νίκης. Δεν ήξεραν αν θα επέστρεφαν στις οικογένειές τους. Είχαν όμως αποφασίσει ότι δεν θα παραδίδονταν χωρίς αντίσταση.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα που μας άφησαν.

Δεν χρειάζεται να ζούμε με το βλέμμα στραμμένο αποκλειστικά στο παρελθόν. Χρειάζεται, όμως, να γνωρίζουμε ότι η ελευθερία, η αξιοπρέπεια και η εθνική ανεξαρτησία δεν είναι αυτονόητα αγαθά.

Κάθε γενιά έχει τις δικές της προκλήσεις και τις δικές της ευθύνες. Η δική μας δεν καλείται να πολεμήσει στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου. Καλείται, όμως, να υπερασπιστεί την ιστορική μνήμη, τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και την αξιοπρέπεια της χώρας.

Γιατί το πραγματικό χρέος απέναντι στους ανθρώπους που θυσιάστηκαν το 1940 δεν είναι να τους θυμόμαστε μία φορά τον χρόνο.

Είναι να αποδεικνύουμε καθημερινά ότι η θυσία τους δεν πήγε χαμένη.

Το «Όχι» δεν ανήκει μόνο στο 1940. Ανήκει σε κάθε εποχή που ένας λαός καλείται να υπερασπιστεί όσα θεωρεί πολύτιμα. Και αυτή είναι η παρακαταθήκη που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε.

Ετικέτες: