26 Σεπτεμβρίου 2026

Δημογραφική κατάρρευση: Η Ελλάδα γερνά – 185 ηλικιωμένοι για κάθε 100 παιδιά

Η δημογραφική γήρανση στην Ελλάδα αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις, με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής να καταγράφουν μια χώρα στην οποία οι ηλικιωμένοι αυξάνονται, ενώ οι νεότερες γενιές περιορίζονται αριθμητικά. Σχεδόν ένας στους τέσσερις κατοίκους έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, ενώ περισσότεροι από 4.400 άνθρωποι έχουν ξεπεράσει τα 100 χρόνια ζωής.

Η πληθυσμιακή εικόνα αποτυπώνει μια βαθιά μεταβολή στη σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας. Οι ηλικιωμένοι είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι από τα παιδιά, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα του δημογραφικού προβλήματος και τις προκλήσεις που δημιουργούνται για το ασφαλιστικό σύστημα, την υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική συνοχή.

Η τελευταία διαθέσιμη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ, με ημερομηνία αναφοράς την 1η Ιανουαρίου 2025, υπολογίζει τον συνολικό πληθυσμό της Ελλάδας σε 10.372.335 κατοίκους. Από αυτούς, 4.469 έχουν φτάσει ή υπερβεί την ηλικία των 100 ετών.

Περισσότεροι από 4.400 αιωνόβιοι – Οι γυναίκες αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα

Η γυναικεία παρουσία είναι ιδιαίτερα έντονη στις μεγαλύτερες ηλικιακές κατηγορίες. Από τους 4.469 αιωνόβιους που καταγράφονται στη χώρα, οι 3.083 είναι γυναίκες και οι 1.386 άνδρες. Επομένως, περίπου το 70% όσων έχουν συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής είναι γυναίκες.

Η μακροζωία αποτυπώνεται και στις ηλικίες που προηγούνται των 100 ετών. Συνολικά 30.226 κάτοικοι βρίσκονται στην ηλικιακή ομάδα 95-99 ετών, ενώ 119.377 άνθρωποι είναι μεταξύ 90 και 94 ετών.

Αθροιστικά, 154.072 άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν συμπληρώσει το 90ό έτος της ηλικίας τους, αριθμός που αναδεικνύει τη σημαντική παρουσία των υπερηλίκων στον συνολικό πληθυσμό.

Στην κατηγορία 80-84 ετών καταγράφονται 330.332 άτομα, ενώ στις ηλικίες 85-89 ετών αντιστοιχούν ακόμη 254.279 κάτοικοι. Συνολικά, περισσότεροι από 738.000 άνθρωποι στη χώρα έχουν περάσει το ηλικιακό όριο των 80 ετών.

Τα στοιχεία αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν εξεταστούν παράλληλα με τη συρρίκνωση των μικρότερων ηλικιακών ομάδων. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνοδεύεται από μια συνεχή μετατόπιση της πληθυσμιακής σύνθεσης προς τις μεγαλύτερες ηλικίες.

Δημογραφική ανατροπή: 185 ηλικιωμένοι για κάθε 100 παιδιά

Το 2025, οι κάτοικοι ηλικίας 65 ετών και άνω αντιπροσώπευαν το 23,7% του ελληνικού πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, τα παιδιά έως 14 ετών αποτελούσαν μόλις το 12,8%, ενώ το 63,5% αντιστοιχούσε στις ηλικίες 15-64 ετών.

Η συγκεκριμένη κατανομή φανερώνει τη μεγάλη απόσταση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στις νεότερες και τις μεγαλύτερες γενιές. Ο δείκτης γήρανσης διαμορφώθηκε στο 185,4, γεγονός που σημαίνει ότι σε κάθε 100 παιδιά έως 14 ετών αντιστοιχούν περίπου 185 άνθρωποι ηλικίας τουλάχιστον 65 ετών.

Η πληθυσμιακή συρρίκνωση είχε ήδη αποτυπωθεί στην Απογραφή του 2021. Ο μόνιμος πληθυσμός περιορίστηκε στους 10.482.487 κατοίκους, από 10.816.286 που είχαν καταγραφεί το 2011. Η μείωση μέσα σε μία δεκαετία έφτασε το 3,1%.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο πληθυσμός ηλικίας 80 ετών και άνω αυξήθηκε σημαντικά. Από 583.334 άτομα το 2011 ανήλθε σε 766.043 το 2021, σημειώνοντας άνοδο 31,3%.

Αντίστοιχα, οι νεότερες ηλικίες παρουσίασαν αξιοσημείωτη υποχώρηση. Τα παιδιά έως 9 ετών μειώθηκαν από 1.049.839 σε 878.491, καταγράφοντας πτώση 16,3%. Στις ηλικίες 20-29 ετών η μείωση έφτασε το 22%, ενώ στην ομάδα 30-39 ετών διαμορφώθηκε στο 23,2%.

Η ιστορική σύγκριση αναδεικνύει ακόμη περισσότερο το μέγεθος της δημογραφικής μεταβολής. Το 1951, μόλις το 6,7% των κατοίκων της Ελλάδας ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω. Την ίδια χρονιά, τα παιδιά κάτω των 15 ετών αποτελούσαν το 28,9% του πληθυσμού.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, το 1981, το ποσοστό των ηλικιωμένων είχε φτάσει στο 12,7%. Το 2001 διαμορφώθηκε στο 17,7%, το 2011 στο 19,3% και το 2021 στο 22,5%, για να ανέλθει στο 23,7% το 2025.

Αντίστροφη διαδρομή ακολούθησε η συμμετοχή των παιδιών στον συνολικό πληθυσμό, καθώς από το 28,9% του 1951 περιορίστηκε στο 12,8% το 2025. Πρόκειται για μια ουσιαστική ανατροπή της ηλικιακής πυραμίδας μέσα σε διάστημα περίπου επτά δεκαετιών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών στις προχωρημένες ηλικίες. Στην ομάδα 80-84 ετών καταγράφονται περίπου 190.000 γυναίκες και 140.000 άνδρες. Στις ηλικίες 90-94 ετών οι γυναίκες ξεπερνούν τις 75.000, έναντι περίπου 44.000 ανδρών.

Στην κατηγορία 95-99 ετών καταμετρώνται 19.830 γυναίκες και 10.396 άνδρες. Η αριθμητική διαφορά διευρύνεται περαιτέρω μετά τα 100 χρόνια, όπου οι γυναίκες αποτελούν περίπου επτά στους δέκα αιωνόβιους.

Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας αποτυπώνεται πλέον σε ολόκληρη την ηλικιακή σύνθεση της χώρας. Η αύξηση των υπερηλίκων, η υποχώρηση των παιδικών ηλικιών και η συρρίκνωση των νεότερων παραγωγικών γενεών συνθέτουν μια πραγματικότητα με μακροχρόνιες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.

Οι 4.469 αιωνόβιοι αποτελούν χαρακτηριστικό δείκτη της μακροζωίας. Η συνολική εικόνα, ωστόσο, δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαρκή δημογραφική μεταβολή, η οποία καθιστά αναγκαία την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας και την προσαρμογή των κοινωνικών υποδομών στις ανάγκες ενός πληθυσμού που γερνά.