Καύσιμα: Ευρωπαϊκό σοκ με ανατιμήσεις έως 42,2% – Στο 23,2% η Ελλάδα
Νέο ισχυρό κύμα ακρίβειας πλήττει την αγορά καυσίμων στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και το κόστος των καθημερινών μετακινήσεων. Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για τον Σεπτέμβριο του 2026 αποτυπώνουν μεγάλες ανατιμήσεις στη βενζίνη, στο πετρέλαιο κίνησης και στα λιπαντικά, με τις ετήσιες αυξήσεις να φτάνουν το 23,2% στην ελληνική αγορά και το 31,4% στο σύνολο της ΕΕ.
Η επιτάχυνση των ανατιμήσεων προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Μέσα σε δύο μήνες, από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών στην Ελλάδα ενισχύθηκε κατά 9,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση η αντίστοιχη μεταβολή έφτασε τις 14,5 μονάδες.
Η έκταση του προβλήματος αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι σε 26 από τα 27 κράτη-μέλη καταγράφηκε επιτάχυνση των ετήσιων ανατιμήσεων. Σε ορισμένες χώρες οι αυξήσεις ξεπέρασαν ακόμη και το 40%, διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο περιβάλλον για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Παρότι η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερη ετήσια αύξηση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η διαφορά αυτή προσφέρει ελάχιστη ανακούφιση στα νοικοκυριά. Η άνοδος των τιμών κατά 23,2% μέσα σε έναν χρόνο αποτελεί σημαντική επιβάρυνση για τους οδηγούς, ιδιαίτερα για όσους εξαρτώνται καθημερινά από το αυτοκίνητο για την εργασία και τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις.

Αυξήσεις πάνω από 40% στην Ευρώπη – Η θέση της Ελλάδας
Τα αναλυτικά δεδομένα της Eurostat δείχνουν ότι η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση στις τιμές καυσίμων και λιπαντικών καταγράφηκε στη Βουλγαρία, με 42,2%. Ακολούθησαν η Εσθονία με 40,6% και η Λιθουανία με 40,2%, συγκροτώντας την ομάδα των τριών χωρών στις οποίες οι ανατιμήσεις ξεπέρασαν το όριο του 40%.
Σε ακόμη 12 κράτη-μέλη οι αυξήσεις διαμορφώθηκαν πάνω από το 30%. Τα ποσοστά κυμάνθηκαν από 30,3% στην Πορτογαλία έως 37,5% στην Τσεχία, αποτυπώνοντας την ένταση των πληθωριστικών πιέσεων στην αγορά καυσίμων.
Στην άλλη πλευρά της κατάταξης βρέθηκε η Ουγγαρία, όπου καταγράφηκε η μικρότερη ετήσια άνοδος, στο 6,9%. Ακολούθησαν η Ιρλανδία με 17,7% και η Σουηδία με 19,9%.
Η Ελλάδα, με ποσοστό 23,2%, κινήθηκε 8,2 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, οι χαμηλότεροι ρυθμοί αύξησης σε σύγκριση με άλλες χώρες δεν αποτυπώνουν από μόνοι τους το πραγματικό ύψος των τιμών στην αντλία ούτε την επιβάρυνση σε σχέση με τα διαθέσιμα εισοδήματα.

Νέο άλμα σε βενζίνη και ντίζελ μέσα στον Σεπτέμβριο
Η πίεση στην αγορά αποτυπώνεται και στις μηνιαίες μεταβολές. Τον Σεπτέμβριο του 2026, σε σύγκριση με τον Αύγουστο, οι τιμές του πετρελαίου κίνησης στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 5,9%, ενώ στη βενζίνη η ανατίμηση διαμορφώθηκε στο 6,7%.
Τον προηγούμενο μήνα, τον Αύγουστο, οι αυξήσεις είχαν φτάσει το 8,3% στο ντίζελ και το 3,3% στη βενζίνη. Επομένως, ενώ ο μηνιαίος ρυθμός ανόδου του πετρελαίου κίνησης περιορίστηκε, η αύξηση στη βενζίνη υπερδιπλασιάστηκε, εντείνοντας την οικονομική πίεση στους οδηγούς.
Στο πετρέλαιο κίνησης καταγράφηκαν μηνιαίες αυξήσεις σε 26 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση παρουσίασε η Σουηδία, με άνοδο 12,8%, ενώ ακολούθησαν η Λετονία με 10,3% και η Πολωνία με 9,7%.
Οι μικρότερες αυξήσεις στο ντίζελ σημειώθηκαν στην Ισπανία, όπου οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 2,4%, στην Κροατία με 2,5% και στη Ρουμανία με 3%.
Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι μηνιαίες ανατιμήσεις στη βενζίνη σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές. Η Σουηδία κατέγραψε αύξηση 13,8%, η Πολωνία 9,7% και η Εσθονία 9,5%, εμφανίζοντας τις εντονότερες μεταβολές μεταξύ των κρατών-μελών.
Στον αντίποδα, η Κύπρος παρουσίασε τη μικρότερη μηνιαία αύξηση στη βενζίνη, με 3,8%, ενώ ακολούθησαν η Ρουμανία με 4,2% και η Σλοβενία με 4,6%. Συνολικά, ανοδική μεταβολή καταγράφηκε και στη βενζίνη σε 26 χώρες της Ένωσης.
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν την έκταση του νέου κύματος ανατιμήσεων σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων. Για την Ελλάδα, όπου οι μετακινήσεις αποτελούν σημαντική καθημερινή δαπάνη, η εξέλιξη προσθέτει νέα πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η πραγματική δυνατότητα των καταναλωτών να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος. Οι μεγάλες ετήσιες ανατιμήσεις επαναφέρουν στο προσκήνιο την ανάγκη παρακολούθησης της αγοράς, αποτελεσματικών ελέγχων και αξιολόγησης των μέτρων που μπορούν να περιορίσουν την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα