Η Ελλάδα στον πυρήνα της νέας γεωπολιτικής της Μεσογείου
Η επικύρωση από την Ελληνική Βουλή, την Παρασκευή, της συμφωνίας με τον ενεργειακό κολοσσό Chevron για την έρευνα και αξιοποίηση υδρογονανθράκων στα θαλάσσια οικόπεδα νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης ήταν μια εξέλιξη που είχε ουσιαστικά προεξοφληθεί. Το αποτύπωμά της, όμως, υπερβαίνει κατά πολύ το τυπικό σκέλος μιας κοινοβουλευτικής έγκρισης, καθώς εγγράφει την Ελλάδα στον σκληρό πυρήνα των νέων ενεργειακών διαδρομών που διαμορφώνονται με φόντο, μεταξύ άλλων, και τη στρατηγική επιδίωξη της Ευρώπης για ενεργειακή απεξάρτηση. Η συμφωνία έρχεται σε μια περίοδο έντονης κινητικότητας και ανοιχτών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, σε μια συγκυρία κατά την οποία οι ενεργειακοί πόροι παύουν να αντιμετωπίζονται ως απλό οικονομικό μέγεθος και μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε παράγοντα εθνικής ασφάλειας.
Πέρα όμως από την ελληνική στόχευση για εξόρυξη φυσικού αερίου και πετρελαίου, καθώς αρκετοί ειδικοί θεωρούν δεδομένο ότι εταιρείες του μεγέθους της Chevron δεν εισέρχονται σε τέτοιες περιοχές για να περιοριστούν μόνο στο αέριο, η συμφωνία αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό σχέδιο για το μέλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Πρόκειται για έναν σχεδιασμό που προκαλεί έντονο εκνευρισμό στην Τουρκία, η οποία επί σειρά ετών επιχείρησε να επιβάλει στην πράξη το δόγμα ότι τίποτε δεν μπορεί να προχωρήσει στην περιοχή χωρίς τη συναίνεση, τη συμμετοχή ή την έγκρισή της.
Στο πλαίσιο αυτό, η «δημοκρατία» απευθύνθηκε σε ειδικούς, προκειμένου να φωτίσει τόσο τις αμερικανικές επιδιώξεις στην περιοχή όσο και τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα διαβάζει τις νέες εξελίξεις.
Η δικηγόρος-διεθνολόγος και μέλος ΕΔΙΠ του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Ασπασία Αλιγιζάκη, εξηγεί ότι η εμπλοκή της Chevron και η ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο είναι άρρηκτα δεμένες με τις στρατηγικές επιδιώξεις της Ουάσινγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο. Όπως επισημαίνει, οι αμερικανικοί σχεδιασμοί εξακολουθούν να υπακούουν στους σταθερούς νόμους της ισχύος και των συμφερόντων. Η λογική που συνοψίζεται στη γνωστή φράση του λόρδου Πάλμερστον, ότι τα κράτη δεν έχουν αιώνιους φίλους ή εχθρούς αλλά αιώνια συμφέροντα, εξακολουθεί να περιγράφει με ακρίβεια τον πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής και στον τομέα της ενέργειας.
Όπως τονίζει η ίδια, πίσω από τη ρητορική περί συνεργασιών και σταθερότητας, ο αμερικανικός σχεδιασμός παραμένει βαθιά ρεαλιστικός και στοχεύει στη διατήρηση και την επέκταση της ισχύος μέσω του ελέγχου κρίσιμων ενεργειακών ροών και κομβικών γεωγραφικών σημείων. Η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ιδιαίτερη αξία ακριβώς επειδή λειτουργεί ως ενδιάμεση γέφυρα ανάμεσα στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Δεν είναι ένας νέος Περσικός Κόλπος, διαθέτει όμως τη δυνατότητα να επηρεάσει ουσιαστικά τις ενεργειακές ισορροπίες της ευρωπαϊκής ηπείρου. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου, οι αγωγοί, οι σταθμοί LNG και οι θαλάσσιες οδοί δεν συνιστούν αποσπασματικές υποδομές, αλλά στοιχεία ενός ενιαίου σχεδίου διαφοροποίησης πηγών και διαδρομών.
Σύμφωνα με την Ασπασία Αλιγιζάκη, σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον η Ελλάδα αποκτά ρόλο λειτουργικού ενεργειακού κόμβου. Η γεωγραφική της θέση επιτρέπει τη σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, ενώ οι υποδομές LNG, οι διασυνδετήριοι αγωγοί και οι λιμενικές εγκαταστάσεις τη μετατρέπουν σε πύλη εισόδου και αναδιανομής ενέργειας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ύπαρξη τέτοιων κόμβων συνεπάγεται μεγαλύτερη στρατηγική ευελιξία, περισσότερες επιλογές, μικρότερο ρίσκο εξάρτησης από έναν μόνο περιφερειακό παίκτη και αυξημένη δυνατότητα επιρροής. Όπως άλλοτε η εξασφάλιση ναυτικών βάσεων στη Μεσόγειο παρείχε στρατιωτική προβολή ισχύος, έτσι σήμερα η κατοχύρωση ενεργειακών κόμβων προσφέρει γεωοικονομική ισχύ και στρατηγική παρουσία.
Η ίδια προσθέτει ότι η αμερικανική στρατηγική έχει σαφή ηγεμονική διάσταση, καθώς μέσω της στήριξης συνεργασιών και της συμμετοχής σε ενεργειακά σχήματα η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διαμορφώνει τους κανόνες, τις εξαρτήσεις και τα δίκτυα σύμφωνα με τις δικές της προτεραιότητες. Η επιδίωξη δεν περιορίζεται στη σταθεροποίηση της περιοχής, αλλά αφορά την παγίωση ενός πλαισίου εντός του οποίου οι ΗΠΑ παραμένουν ρυθμιστής των εξελίξεων. Η Ελλάδα, ως θεσμικά προβλέψιμος και γεωγραφικά κομβικός εταίρος, ενισχύει αυτή τη στρατηγική σταθεροποίησης υπό αμερικανική επιρροή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει επίσης και στη σχέση αυτής της συμφωνίας με την πράσινη μετάβαση. Όπως επισημαίνει, η Συμφωνία των Παρισίων και η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία χαράσσουν μια πορεία σταδιακής απεξάρτησης από τους υδρογονάνθρακες, η μετάβαση όμως αυτή θα είναι μακρά, άνιση και γεμάτη αντιφάσεις. Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να θεωρείται καύσιμο-γέφυρα, ικανό να στηρίξει την ενεργειακή επάρκεια όσο οι ανανεώσιμες πηγές και οι τεχνολογίες αποθήκευσης ωριμάζουν. Σε αυτή τη μεταβατική φάση, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη δική τους εξαγωγική ισχύ στο LNG, συνδυάζοντας οικονομικό όφελος με γεωπολιτική επιρροή. Κατά την ίδια προσέγγιση, η προώθηση εξαγωγών υδρογονανθράκων δεν έρχεται σε αντίθεση με την πράσινη ρητορική, αλλά επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να επηρεάζει τον ρυθμό και τους όρους της μετάβασης, παραμένοντας κεντρικός παίκτης τόσο στο σημερινό όσο και στο αναδυόμενο ενεργειακό σύστημα.
Στην άλλη όψη της εξίσωσης βρίσκεται η τουρκική ανησυχία. Ο Δρ. Δημήτρης Σταθακόπουλος, νομικός, διεθνολόγος και βαθύς γνώστης της τουρκικής στρατηγικής σκέψης, εξηγεί ότι η ενίσχυση του ρόλου της Ελλάδας και η αμερικανική σφραγίδα στις έρευνες νότια της Κρήτης προκαλούν έντονη νευρικότητα στην Άγκυρα. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται τις εξελίξεις αυτές ως μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας γεωπολιτικής της απομόνωσης και θεωρεί ότι η υπόθεση της Chevron δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από άλλα περιφερειακά σχήματα και σχεδιασμούς, όπως το 3+1 ανάμεσα σε Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και οι εξελίξεις γύρω από τον εμπορικό διάδρομο IMEC.
Κατά την ανάλυση του Δρος Σταθακόπουλου, ο IMEC, η εμπλοκή της Chevron νότια της Κρήτης και η εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ συγκροτούν ένα ενιαίο στρατηγικό αφήγημα, εκείνο της σταδιακής απομάκρυνσης της Άγκυρας από τα νέα δίκτυα ενέργειας, μεταφορών και τεχνολογικής συνδεσιμότητας που διαμορφώνονται ανάμεσα στον Ινδοειρηνικό, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Μέσα στην τουρκική στρατηγική σκέψη, ο IMEC δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας εμπορικός διάδρομος, αλλά ως μια εναλλακτική γεωοικονομική αρχιτεκτονική που παρακάμπτει συνειδητά την Τουρκία. Για δεκαετίες, η Άγκυρα επένδυσε στη θέση ότι αποτελεί τον αναντικατάστατο χερσαίο ενεργειακό και μεταφορικό κόμβο ανάμεσα στην Ανατολή και την Ευρώπη. Η δημιουργία ενός θαλάσσιου και σιδηροδρομικού πλέγματος που συνδέει την Ινδία, την Αραβική Χερσόνησο, το Ισραήλ και την Ευρώπη μέσω Ελλάδας πλήττει ακριβώς αυτή τη γεωστρατηγική υπεραξία.
Στην αποδόμηση αυτού του θεμελίου της τουρκικής αυτοπεποίθησης ο Δρ. Σταθακόπουλος εντοπίζει και τον πυρήνα του εκνευρισμού της Άγκυρας. Η ενίσχυση της σύγκλισης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ διαβάζεται από την τουρκική πλευρά όχι ως μια απλή περιφερειακή ενεργειακή συνέργεια, αλλά ως η συγκρότηση ενός φιλοδυτικού άξονα ασφάλειας. Η δυναμική αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη και την αναζήτηση νέων πηγών φυσικού αερίου εκτός ρωσικής επιρροής. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι διαμορφώνεται ένα σύστημα ενεργειακής ολοκλήρωσης στο οποίο η ίδια δεν διαθέτει τον ρυθμιστικό ρόλο που επί χρόνια επεδίωκε, παρά το μέγεθος και τη γεωγραφική της θέση.
Η ανησυχία αυτή εντείνεται ακόμη περισσότερο από την παρουσία της Chevron στις έρευνες νότια της Κρήτης. Κατά τον ίδιο αναλυτή, για την τουρκική διπλωματία η εμπλοκή αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών μετατρέπει τις θαλάσσιες οριοθετήσεις σε ζήτημα ευρύτερου δυτικού στρατηγικού ενδιαφέροντος. Με αυτόν τον τρόπο, οι ενεργειακές δραστηριότητες παύουν να εμφανίζονται ως μια διμερής ελληνοτουρκική διαφορά και αποκτούν τον χαρακτήρα διεθνούς επένδυσης υψηλής γεωπολιτικής προστασίας.
Ο Δρ. Σταθακόπουλος υπογραμμίζει ότι η τουρκική αντίδραση οργανώνεται πάνω σε τρεις σταθερούς άξονες. Ο πρώτος αφορά τη συστηματική αμφισβήτηση της επήρειας των ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες ζώνες μέσω της προβολής του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ο δεύτερος συνδέεται με την αντίθεση της Άγκυρας σε ενεργειακές και ηλεκτρικές διασυνδέσεις που δεν την ενσωματώνουν ως διαμετακομιστικό κόμβο. Ο τρίτος αφορά τη διατήρηση της στρατηγικής της σύνδεσης με τη Λιβύη, ώστε να δημιουργείται ένα γεωγραφικό ανάχωμα ανάμεσα στον ελληνικό και τον κυπριακό θαλάσσιο χώρο.
Όπως επισημαίνει, η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η ενεργειακή ενοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου συνδέεται άμεσα με τη στρατιωτική και πολιτική σταθεροποίηση της περιοχής υπό δυτική επιρροή. Γι’ αυτό και η αντίδρασή της δεν εξαντλείται σε δηλώσεις ή διπλωματικές διαμαρτυρίες. Στο παρελθόν, ναυτικές αναπτύξεις, σεισμογραφικές αποστολές και παρεμβάσεις σε θαλάσσια έργα χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία δημιουργίας τετελεσμένων ή καθυστέρησης ενεργειακών σχεδίων. Παράλληλα, η Άγκυρα επιδιώκει να προβάλλει εναλλακτικά μοντέλα συνεργασίας, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως αναγκαίο ενεργειακό διάδρομο μέσω αγωγών και χερσαίων υποδομών προς την Ευρώπη. Ωστόσο, η σταδιακή μετατόπιση της διεθνούς έμφασης από τους αγωγούς προς πολυτροπικά δίκτυα μεταφοράς ενέργειας, δεδομένων και εμπορίου περιορίζει αισθητά τη σχετική της επιρροή.
Συνολικά, κατά τον Δημήτρη Σταθακόπουλο, η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σε χώρο σύγκλισης ενεργειακής ασφάλειας, θαλασσίων μεταφορών και ψηφιακής συνδεσιμότητας. Ο IMEC λειτουργεί ως το υπερ-πλαίσιο που συνδέει αυτές τις διαστάσεις, μετατρέποντας την Ελλάδα και τους εταίρους της σε κρίσιμο κρίκο ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία. Από τουρκικής σκοπιάς, αυτή η διαδικασία εκλαμβάνεται ως στρατηγική περικύκλωση. Από δυτικής πλευράς, εμφανίζεται ως αναδιάταξη των αλυσίδων ισχύος και εφοδιασμού στη μετάβαση προς μια εποχή όπου η μονοδιάστατη ενεργειακή εξάρτηση δεν μπορεί πλέον να αποτελεί κανόνα.
Έτσι, η αντιπαράθεση που αναδύεται υπερβαίνει κατά πολύ τους ίδιους τους υδρογονάνθρακες που η Chevron θα αναζητήσει στα θαλάσσια οικόπεδα νοτιοανατολικά της Κρήτης. Αγγίζει τον ίδιο τον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρόμων, των ενεργειακών ροών και τελικά της νέας γεωοικονομικής ισορροπίας που διαμορφώνεται στην ευρασιατική περιφέρεια. Σε αυτή την ισορροπία η Τουρκία επιδιώκει να επανεμφανιστεί ως κεντρικός παίκτης και όχι ως παράγοντας που παρακάμπτεται, ενώ η Ελλάδα καλείται να αντιληφθεί ότι η ενεργειακή της αναβάθμιση δεν είναι ένα τεχνικό μόνο ζήτημα οικονομικής εκμετάλλευσης, αλλά μια καίρια γεωπολιτική ευκαιρία που επηρεάζει τον ρόλο και τη θέση της στο νέο περιφερειακό σύστημα ισχύος.
Πιο Δημοφιλή
Μαρτυρία στο ΕΡΤnews επαναπατρισθέντος από το Ντουμπάι
Πιο Πρόσφατα