Η ελληνική ύπαιθρος σηκώνει ανάστημα

Χιλιάδες τρακτέρ βρίσκονται παρατεταγμένα σε οδικά μπλόκα σε ολόκληρη τη χώρα. Αγρότες και κτηνοτρόφοι κινητοποιούνται μαζικά τον χειμώνα του 2025, σε ένα κύμα διαμαρτυριών που εκτείνεται από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία έως την Κρήτη. Οι κινητοποιήσεις αποτυπώνουν τη σοβαρή πίεση που δέχεται ο πρωτογενής τομέας και την αδυναμία μεγάλου μέρους των παραγωγών να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους.

Στο Ηράκλειο της Κρήτης σημειώθηκαν επεισόδια κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας στον αεροδιάδρομο, με επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων. Στον Βόλο αγρότες και αλιείς προχώρησαν σε αποκλεισμό του λιμανιού. Αντίστοιχες εικόνες καταγράφονται σε πολλά σημεία της χώρας, με κοινό χαρακτηριστικό τη συμμετοχή παραγωγών διαφορετικών κλάδων.

Η ένταση των κινητοποιήσεων συνδέεται με γεγονότα που σημάδεψαν το 2025. Καθυστερήσεις στην καταβολή αγροτικών επιδοτήσεων, προβλήματα στον ΟΠΕΚΕΠΕ που οδήγησαν σε έλεγχο δηλώσεων εκτάσεων και η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παγώσει πληρωμές και να επιβάλει πρόστιμα, είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια άνω των 600 εκατομμυρίων ευρώ σε ενισχύσεις. Τα ποσά αυτά αφορούσαν εισοδήματα που είχαν ήδη ενσωματωθεί στον οικονομικό σχεδιασμό χιλιάδων εκμεταλλεύσεων.

Παράλληλα, η εξάπλωση της ευλογιάς των προβάτων οδήγησε στη θανάτωση μεγάλου αριθμού ζώων. Πολλοί κτηνοτρόφοι βρέθηκαν χωρίς παραγωγή και χωρίς δυνατότητα άμεσης αναπλήρωσης του ζωικού τους κεφαλαίου. Την ίδια περίοδο, το κόστος παραγωγής αυξήθηκε σημαντικά. Καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, λιπάσματα και ζωοτροφές καταγράφουν ανατιμήσεις που κυμαίνονται μεταξύ 30% και 40%.

Οι παραγωγοί θέτουν συγκεκριμένα αιτήματα. Ζητούν αφορολόγητο αγροτικό πετρέλαιο στην αντλία και σταθερό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Διεκδικούν εγγυημένες τιμές στα προϊόντα που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής, άμεση καταβολή των οφειλόμενων ενισχύσεων και αποζημιώσεων, καθώς και πλήρη κάλυψη των ζημιών από θεομηνίες και νόσους. Παράλληλα, αιτούνται ρυθμίσεις φορολογικών και δανειακών υποχρεώσεων, καθώς πολλές εκμεταλλεύσεις λειτουργούν στα όρια της βιωσιμότητας.

Η σημερινή κατάσταση εντάσσεται σε μια μακρόχρονη πορεία συρρίκνωσης του πρωτογενούς τομέα. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, την περίοδο 2011–2021 οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις μειώθηκαν κατά περίπου 22% και οι κτηνοτροφικές κατά 20%, ενώ οι αμπελουργικές εκτάσεις περιορίστηκαν σημαντικά. Από το 2009 έως το 2020 έκλεισε πάνω από το ένα τέταρτο των αγροτικών εκμεταλλεύσεων της χώρας.

Η γεωργία συνεισφέρει σήμερα περίπου 3–4% στο ΑΕΠ, ενώ απασχολεί πάνω από το 10% του εργατικού δυναμικού. Η αναντιστοιχία αυτή αντανακλά χαμηλή παραγωγικότητα σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αποδόσεις των ελληνικών εκμεταλλεύσεων υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, σε περιβάλλον μικρού κλήρου, περιορισμένης μηχανοποίησης και γηρασμένου αγροτικού πληθυσμού.

Παρά τη μακροχρόνια ροή πόρων από την Κοινή Αγροτική Πολιτική, η ελληνική γεωργία δεν απέκτησε δομές που να ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητά της. Οι ενισχύσεις λειτούργησαν κυρίως ως εισοδηματική στήριξη, χωρίς συστηματική σύνδεση με επενδύσεις σε υποδομές, συνεργατικά σχήματα και τεχνογνωσία.

Την ίδια περίοδο, στο ευρωπαϊκό επίπεδο προωθούνται πολιτικές που επηρεάζουν άμεσα την κτηνοτροφία και τη διατροφή. Συζητήσεις για εργαστηριακά τρόφιμα και εναλλακτικές πρωτεΐνες έχουν προκαλέσει αντιδράσεις σε ορισμένα κράτη-μέλη, τα οποία προχώρησαν σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Στην Ελλάδα, το θέμα παραμένει ανοικτό, με τον αγροτικό κόσμο να εκφράζει ανησυχία για τις επιπτώσεις στην εγχώρια παραγωγή.

Η κατάσταση στην ύπαιθρο έχει και κοινωνικές διαστάσεις. Η μείωση του πληθυσμού, η έλλειψη βασικών υπηρεσιών και η εγκατάλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων εντείνουν τη δημογραφική και οικονομική αποδυνάμωση πολλών περιοχών. Η αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγόμενα τρόφιμα επηρεάζει τη διατροφική ασφάλεια και το εμπορικό ισοζύγιο.

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις του 2025 καταγράφουν ένα συσσωρευμένο πρόβλημα. Ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σε καμπή, με ζητήματα κόστους, εισοδήματος, οργάνωσης και προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν αναγκαία μια συνολική επανεξέταση της αγροτικής πολιτικής, με έμφαση στη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων, την παραγωγικότητα και τη διατήρηση της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο.

Οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται, με τους παραγωγούς να δηλώνουν ότι η δυνατότητα συνέχισης της δραστηριότητάς τους εξαρτάται από άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις. Το ζήτημα του πρωτογενούς τομέα αναδεικνύεται σε κεντρικό θέμα δημόσιας συζήτησης, με άμεσες συνέπειες για την οικονομία, την κοινωνική συνοχή και τη διατροφική επάρκεια της χώρας.