15 Ιανουαρίου 2026

Η παγίδα της 35ετίας και το τίμημα της πρόωρης εξόδου

Μειωμένη, ολόκληρη ή πλήρης σύνταξη δεν αποτελούν πλέον απλώς εναλλακτικές επιλογές, αλλά διαφορετικές εκδοχές της συνταξιοδοτικής παροχής, που εξαρτώνται από τα έτη ασφάλισης, την ηλικία και το ασφαλιστικό «παρελθόν» κάθε εργαζομένου που αναζητεί τον βέλτιστο δρόμο προς την έξοδο από την ενεργό απασχόληση.

Η συνταξιοδότηση με 35ετία, όπως ίσχυε μέχρι το 2016 και εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στη μεγαλύτερη σύνταξη. Ο υπολογισμός της ανταποδοτικής παροχής γίνεται με βάση τους νόμους Νόμος 4387/2016 και Νόμος 4670/2020, γεγονός που σημαίνει ότι για την υψηλότερη δυνατή ανταποδοτική σύνταξη, πέραν της εθνικής των 446 ευρώ με τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης, απαιτείται η συμπλήρωση 40 ετών. Με 35 χρόνια ασφάλισης ο ασφαλισμένος αποφεύγει τη μειωμένη σύνταξη και το πέναλτι του 6% ανά έτος πρόωρης εξόδου επί της εθνικής, ωστόσο δεν εξασφαλίζει το ανώτατο ποσοστό ανταποδοτικότητας.

Έτσι, όποιος επιδιώκει υψηλότερη ανταποδοτική σύνταξη καλείται είτε να παραμείνει στην εργασία έως τη συμπλήρωση 40ετίας είτε να προχωρήσει σε αναγνώριση πλασματικών ετών, επιλογή που συνεπάγεται κόστος, αν και το σχετικό ποσό εκπίπτει φορολογικά. Κάθε έτος που λείπει από την 40ετία συνεπάγεται απώλεια 127 ευρώ στη σύνταξη ανά 1.000 ευρώ συντάξιμου μισθού. Για παράδειγμα, με μέσο μισθό 2.000 ευρώ, η μηνιαία απώλεια ανέρχεται σε 255 ευρώ σε όλη τη διάρκεια της συνταξιοδοτικής ζωής.

Ακόμη και αν ο συνταξιούχος εργαστεί εκ νέου, η όποια προσαύξηση δεν επαρκεί για να καλύψει το αρχικό έλλειμμα στο ανταποδοτικό σκέλος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση παλαιών ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία, ΔΕΚΟ και τράπεζες, οι οποίοι είχαν θεμελιώσει δικαίωμα εξόδου με 25ετία την περίοδο 2010-2012 και αποχώρησαν μέσω εθελουσίων. Αν συνταξιοδοτηθούν σήμερα στο 62ο έτος με 35ετία, ενδέχεται να χάνουν έως και 381 ευρώ τον μήνα, εφόσον ο μέσος συντάξιμος μισθός τους προσεγγίζει τα 3.000 ευρώ, λόγω της μη συμπλήρωσης 40ετίας.

Το ποσοστό αναπλήρωσης με 35 χρόνια ασφάλισης διαμορφώνεται στο 37,31%, ενώ με 40 έτη ανέρχεται στο 50,01%, γεγονός που καθιστά σαφές ότι η συσσώρευση όσο το δυνατόν περισσότερων ετών ασφάλισης βελτιώνει αισθητά το τελικό ποσό της σύνταξης. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερα συμφέρουσα θεωρείται η αναγνώριση της στρατιωτικής θητείας. Με την αναγνώριση 20 μηνών, προκύπτουν δύο πλήρη πλασματικά έτη, καθώς κάθε μήνας θητείας υπολογίζεται ως 30 ημέρες, ενώ ο ΕΦΚΑ απαιτεί 25 ημέρες για την αναγνώριση ενός μήνα και 300 ημέρες για ένα πλασματικό έτος. Έτσι, η συγκεκριμένη αναγνώριση προσφέρεται με ουσιαστική «έκπτωση», καθιστώντας την μία από τις πιο αποδοτικές επιλογές για την ενίσχυση της σύνταξης.