Η τυραννία της οικειότητας και η παρακμή της δημόσιας ζωής σε μια χώρα χωρίς πυξίδα
Αποτελεί βαρύ ιστορικό φορτίο για την Ελλάδα το γεγονός ότι σε μια περίοδο κατά την οποία οι εξωτερικές απειλές πυκνώνουν και η γεωπολιτική αστάθεια περιβάλλει τη χώρα, στο ανώτατο αξίωμα βρίσκεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ένας πολιτικός που πολλοί θεωρούν πλήρως ευθυγραμμισμένο με τις επιταγές των Ηνωμένων Πολιτειών και ανίκανο να διαμορφώσει αυτόνομη εθνική στρατηγική. Η δημόσια εικόνα της κυβέρνησης, με υπουργούς που επιδεικνύουν προκλητική προσκόλληση σε ξένα σύμβολα και αναζητούν επικοινωνιακά στηρίγματα αντί για ουσιαστικές πρωτοβουλίες, εντείνει την αίσθηση εθνικής αμηχανίας. Στους διαδρόμους της εξουσίας και πίσω από κλειστές πόρτες, εύκολα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η ελαφρότητα και η έλλειψη πολιτικού βάρους αποτελούν αντικείμενο ειρωνικών σχολίων ακόμη και από εκείνους που τυπικά στηρίζουν την ελληνική κυβέρνηση. Η σύγκριση με πρόσωπα άλλων εποχών, όπως ο αείμνηστος Μπάμπης Κωνσταντόπουλος, αναδεικνύει τη διαφορά ύφους και σοβαρότητας που χαρακτήριζε παλαιότερες γενιές του δημόσιου βίου.
Ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα υπήρξε κάποτε πεδίο διακριτών ρόλων και σαφών ορίων. Ήταν μια σφαίρα όπου οι πολίτες μπορούσαν να αναπτυχθούν πέρα από τον στενό κύκλο της οικογένειας και των προσωπικών σχέσεων, σε ένα περιβάλλον κανόνων ευπρέπειας και θεσμικής συμπεριφοράς. Η επαφή με τον άλλον, συνοδευόμενη από την απαραίτητη απόσταση που επέβαλλαν οι κοινωνικές συμβάσεις, επέτρεπε την καλλιέργεια πολιτικών, πολιτισμικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων με αίσθηση ευθύνης και μέτρου.
Σήμερα, η εκκωφαντική εισβολή του ιδιωτικού στοιχείου στη δημόσια σφαίρα, με πρόσχημα την αμεσότητα και την επικοινωνιακή αυθεντικότητα, έχει διαλύσει εκείνες τις λεπτές ισορροπίες που καθιστούσαν εφικτή τη λειτουργία της πολιτικής κοινότητας. Τα τείχη που κάποτε διαχώριζαν το προσωπικό από το δημόσιο καταρρέουν, και στη θέση τους αναδύεται μια ασφυκτική οικειότητα που μετατρέπει την πολιτική σε πεδίο προσωπικών εντυπώσεων, συναισθηματικών εκρήξεων και τηλεοπτικών ατακών. Η δημόσια αντιπαράθεση υποβαθμίζεται σε ανταγωνισμό ναρκισσισμών, σε μια αρένα όπου κυριαρχεί η εικόνα και η στιγμιαία εντύπωση, ενώ η ουσία των πολιτικών αποφάσεων περνά σε δεύτερο πλάνο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική αξιολογείται με όρους ιδιωτικών διαθέσεων και ψυχολογικών χαρακτηριστικών, γεγονός που αλλοιώνει τον θεσμικό της χαρακτήρα. Η έλλειψη ήθους, η ημιμάθεια, η αγυρτεία, η απουσία αισθητικής και η προκλητική επίδειξη πλούτου συνθέτουν ένα τοπίο παρακμής. Η δημόσια ζωή μοιάζει εγκλωβισμένη σε μια στασιμότητα όπου το κυρίαρχο μέλημα πολλών κυβερνητικών στελεχών, όπως και σημαντικού μέρους του πολιτικού συστήματος, περιορίζεται στην προσωπική τους επανεκλογή, με τον λαό να αντιμετωπίζεται ως εκλογικό μέγεθος και όχι ως ζωντανό υποκείμενο της δημοκρατίας.
Η ιστορική μνήμη προσφέρει αναλογίες που προκαλούν προβληματισμό. Στα τέλη Μαρτίου του 1947, ο Αμερικανός απεσταλμένος Πολ Πόρτερ υπέβαλε στο Κογκρέσο των ΗΠΑ την έκθεσή του, στο πλαίσιο του Δόγματος Τρούμαν, εντάσσοντας την Ελλάδα, μαζί με την Τουρκία και το Ιράν, στο πρόγραμμα αμερικανικής βοήθειας. Στην αποτίμησή του περιέγραφε μια χώρα χωρίς συγκροτημένο κράτος κατά τα δυτικά πρότυπα, με πολιτικούς απορροφημένους από τον αγώνα για εξουσία και ανίκανους να χαράξουν συνεκτική οικονομική πολιτική. Επεσήμανε τη διαφθορά της αστικής τάξης και την απροθυμία της επιχειρηματικής ελίτ να επενδύσει στην εθνική οικονομία, ενώ ο λαός δοκιμαζόταν από φτώχεια και ανέχεια.
Σημειώνει τη διαφθορά των αστών πολιτικών, την αδιαφορία της επιχειρηματικής τάξης να επενδύσει στη χώρα, τη στιγμή που έβγαζε τα λεφτά της έξω κι αυτά την ώρα που λαός λιμοκτονούσε στους κρύους δρόμους. Δεν έχουν αλλάξει πολλά έκτοτε. Στα 76 χρόνια που μεσολάβησαν, η «μη κυβερνήσιμη χώρα» βουλιάζει στη διαφθορά και τη σήψη, πολλοί επιχειρηματίες εξακολουθούν να βγάζουν τα λεφτά τους σε ξένες τράπεζες, η Ελλάδα ξεπουλιέται και αλλάζει ιδιοκτησία κι ο λαός αποχαυνωμένος θαυμάζει την καταστροφή του, τρώγοντας λωτούς μπροστά στην τηλεόραση…
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου η επιλογή μεταξύ θεσμικής αναγέννησης και περαιτέρω διολίσθησης θα καθορίσει τη θέση της στον διεθνή χάρτη και την ποιότητα ζωής των πολιτών της.
Πιο Δημοφιλή
Η «ασυλία» των Ρομά
Θέατρο σκιών στη Βουλή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ