27 Οκτωβρίου 2026

Η Τουρκία αγοράζει ελληνικά ακίνητα – Στα 1,8 δισ. το εμπορικό έλλειμμα

Σημαντική διεύρυνση της παρουσίας τουρκικών κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία καταγράφει η ετήσια έκθεση του 2025 του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα, αποτυπώνοντας μια έντονη ανισορροπία στις επενδυτικές σχέσεις των δύο χωρών. Την ώρα που οι τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς, οι αντίστοιχες ελληνικές τοποθετήσεις στην Τουρκία ακολουθούν αντίστροφη πορεία, με σημαντική υποχώρηση σε βάθος πενταετίας.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν μια οικονομική πραγματικότητα που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και υπό το πρίσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η Τουρκία ενισχύει την επενδυτική της παρουσία κυρίως στην ελληνική αγορά ακινήτων, στον τουρισμό και σε υποδομές, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικό εμπορικό έλλειμμα στις συναλλαγές αγαθών με τη γειτονική χώρα.

Το απόθεμα των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα έφτασε τα 950 εκατομμύρια ευρώ το 2025, από 762 εκατομμύρια το 2024 και μόλις 104 εκατομμύρια ευρώ το 2021. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, επομένως, η καταγεγραμμένη επενδυτική παρουσία τουρκικών κεφαλαίων αυξήθηκε περισσότερο από εννέα φορές.

Στον αντίποδα, οι ελληνικές επενδύσεις στην Τουρκία περιορίστηκαν στα 160 εκατομμύρια ευρώ το 2025, έναντι 183 εκατομμυρίων το 2024 και 345 εκατομμυρίων το 2021. Η μείωση σε σύγκριση με το 2021 υπερβαίνει το 53%, επιβεβαιώνοντας τη διαφορετική κατεύθυνση των επενδυτικών κινήσεων.

Η ανισορροπία αποτυπώνεται και στις ετήσιες ροές κεφαλαίων. Οι νέες τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν στα 237 εκατομμύρια ευρώ το 2025, από 298 εκατομμύρια το προηγούμενο έτος. Αντίστοιχα, οι ελληνικές επενδυτικές ροές προς την Τουρκία περιορίστηκαν στα 13 εκατομμύρια ευρώ, έπειτα από 14 εκατομμύρια ευρώ τόσο το 2023 όσο και το 2024.

Τουρκικά κεφάλαια σε ακίνητα, τουρισμό και υποδομές – Ο ρόλος της Golden Visa

Η αγορά ακινήτων αποτελεί τον βασικό προορισμό των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα. Από τα 237 εκατομμύρια ευρώ των επενδυτικών ροών του 2025, τα 214 εκατομμύρια ευρώ αφορούσαν αγορές ακινήτων από Τούρκους υπηκόους, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 90% των συνολικών καταγεγραμμένων ροών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συμμετοχή Τούρκων επενδυτών στο πρόγραμμα Golden Visa. Σύμφωνα με την έκθεση, καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση μεταξύ των αιτούντων, μετά τους Κινέζους, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική ζήτηση για επενδύσεις που συνδέονται με την αγορά ελληνικών ακινήτων.

Οι περιοχές που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον περιλαμβάνουν την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και τα νησιά του Ιονίου. Οι αγορές κατευθύνονται κυρίως σε κατοικίες και τουριστικά ακίνητα.

Η επέκταση των τουρκικών επενδύσεων εκτείνεται και σε άλλους κλάδους. Η έκθεση καταγράφει ενδιαφέρον για ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, μαρίνες, λιμενικές υποδομές, αεροδρόμια και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Μεταξύ των επενδυτικών παραδειγμάτων αναφέρονται τουριστικό έργο στη Χίο, δραστηριότητα σε μαρίνα της Μυτιλήνης, επιχειρηματική παρουσία στον τομέα των αεροδρομίων στη Σάμο και βιομηχανική εγκατάσταση πλαστικών στην Κέρκυρα.

Στον κλάδο του λιανικού εμπορίου και της ένδυσης καταγράφεται η παρουσία της τουρκικής εταιρείας Vakko στην Αθήνα, ενώ επιπλέον επιχειρήσεις εξετάζουν δυνατότητες εισόδου ή επέκτασης στην ελληνική αγορά.

Οι ακτοπλοϊκές μεταφορές, το yachting και η κρουαζιέρα αποτελούν επίσης δραστηριότητες στις οποίες εντοπίζονται περιθώρια διμερούς συνεργασίας.

Η έντονη συγκέντρωση τουρκικών κεφαλαίων στα ακίνητα αναδεικνύει την ανάγκη να αξιολογείται χωριστά η αύξηση των επενδύσεων από τη δημιουργία νέας παραγωγικής δραστηριότητας. Η αγορά υφιστάμενης ακίνητης περιουσίας έχει διαφορετικές οικονομικές επιπτώσεις από την ίδρυση βιομηχανικών μονάδων ή την ανάπτυξη νέων παραγωγικών υποδομών.

Στην κατεύθυνση αυτή, η έκθεση σημειώνει ότι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα, σε σύγκριση με την Τουρκία, λειτουργεί αποτρεπτικά για ορισμένες παραγωγικές επενδύσεις. Η διαφορά στο κόστος ενέργειας επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις που εξετάζουν τη δημιουργία βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

Στην Τουρκία εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται σημαντικές ελληνικές επιχειρήσεις, παρά τις δυσκολίες του οικονομικού περιβάλλοντος. Μεταξύ αυτών καταγράφονται οι ΤΙΤΑΝ, Chipita, Ελληνικοί Λευκόλιθοι, Πλαστικά Κρήτης, Πλαστικά Θράκης, Palaplast, Alumil, Isomat, Eurodrip, Kleemann, Fourlis/Intersport, Καρέλια και Intralot.

Η παρουσία τους καλύπτει τομείς όπως τα δομικά υλικά, τα τρόφιμα, τα πλαστικά, το αλουμίνιο, ο βιομηχανικός εξοπλισμός, η ένδυση και η ψυχαγωγία.

Η υποτίμηση της τουρκικής λίρας δημιουργεί διαφορετικές επιπτώσεις ανάλογα με τη δραστηριότητα κάθε επιχείρησης. Εταιρείες με εξαγωγικό προσανατολισμό μπορούν να επωφελούνται από το χαμηλότερο κόστος παραγωγής σε όρους ξένου νομίσματος, ενώ όσες εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες αντιμετωπίζουν αυξημένες πιέσεις.

Παράλληλα, το υψηλό κόστος δανεισμού στην Τουρκία περιορίζει τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων παραγωγικών επενδύσεων και επηρεάζει τον σχεδιασμό επέκτασης υφιστάμενων επιχειρήσεων.

Εμπορικό έλλειμμα 1,8 δισ. ευρώ, τουρισμός και οι προοπτικές έως το 2030

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η εικόνα του διμερούς εμπορίου αγαθών. Το 2025, οι ελληνικές εισαγωγές από την Τουρκία, χωρίς τα πετρελαιοειδή, ανήλθαν σε 2,844 δισεκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 3,76% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Αντίθετα, οι ελληνικές εξαγωγές προς την τουρκική αγορά διαμορφώθηκαν σε 1,037 δισεκατομμύρια ευρώ, καταγράφοντας μείωση 6,6%.

Το αποτέλεσμα ήταν εμπορικό έλλειμμα 1,807 δισεκατομμυρίων ευρώ για την Ελλάδα, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών. Η εξέλιξη αναδεικνύει την απόσταση μεταξύ των ελληνικών εξαγωγικών επιδόσεων και της αξίας των τουρκικών προϊόντων που εισέρχονται στην εγχώρια αγορά.

Πρόσθετος παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει μελλοντικά το εμπορικό ισοζύγιο είναι η ανάπτυξη του τουρκικού ενεργειακού τομέα. Η λειτουργία του διυλιστηρίου Star στη Σμύρνη και άλλες επενδύσεις ενδέχεται να περιορίσουν τις ανάγκες της Τουρκίας για εισαγωγές ελληνικών πετρελαιοειδών.

Διαφορετική είναι η εικόνα στις υπηρεσίες, όπου η Ελλάδα διατηρεί πλεονασματική θέση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι εισπράξεις από υπηρεσίες προς την Τουρκία ανήλθαν το 2025 σε 1,164 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες πληρωμές διαμορφώθηκαν στα 578 εκατομμύρια.

Το πλεόνασμα υπηρεσιών έφτασε έτσι τα 586 εκατομμύρια ευρώ, αντανακλώντας τη σημασία του τουρισμού και των άλλων υπηρεσιών στις διμερείς οικονομικές σχέσεις.

Σημαντική αύξηση σημειώθηκε στις τουριστικές αφίξεις από την Τουρκία. Το 2025 επισκέφθηκαν την Ελλάδα 1.497.465 Τούρκοι ταξιδιώτες, αριθμός αυξημένος κατά 23% σε σχέση με το 2024.

Αντίστοιχα, οι επισκέψεις Ελλήνων στην Τουρκία ανήλθαν σε 563.975, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 2,5%.

Στην ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος προς την Ελλάδα συνέβαλαν το πρόγραμμα χορήγησης θεωρήσεων για επισκέψεις σε ελληνικά νησιά, οι περισσότερες αεροπορικές συνδέσεις και η αύξηση του κόστους των τουριστικών υπηρεσιών στην Τουρκία λόγω του πληθωρισμού.

Η ανάπτυξη των ακτοπλοϊκών συνδέσεων αποτυπώνεται επίσης στην επιβατική κίνηση μεταξύ των δύο χωρών. Σύμφωνα με την έκθεση, η κίνηση διαμορφώθηκε περίπου σε 1,15 εκατομμύρια επιβάτες κατά τα έτη 2024 και 2025, έναντι 804.000 το 2023.

Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν το ενδιαφέρον για θαλάσσιες μεταφορές, μαρίνες, τουριστικές υποδομές και υπηρεσίες κρουαζιέρας.

Στο εμπορικό πεδίο, η ελληνική πρεσβεία εντοπίζει δυνατότητες ανάπτυξης των εξαγωγών σε συγκεκριμένους παραγωγικούς κλάδους, με ιδιαίτερη έμφαση στα φαρμακευτικά προϊόντα.

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία διαθέτει εξαγωγική παρουσία σε περίπου 150 χώρες, ενώ, σύμφωνα με την έκθεση, τα φάρμακα αντιπροσωπεύουν το 6% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών.

Οι εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων προς την Τουρκία σημείωσαν σημαντική άνοδο τα προηγούμενα χρόνια. Από 20 εκατομμύρια ευρώ το 2020 αυξήθηκαν σε 40 εκατομμύρια το 2021, 73 εκατομμύρια το 2022, 78,5 εκατομμύρια το 2023 και 94,1 εκατομμύρια ευρώ το 2024.

Παρά τη θετική πορεία, παραμένουν εμπόδια που σχετίζονται με τις διαδικασίες πιστοποίησης, τις καθυστερήσεις εισαγωγής προϊόντων και τις πολιτικές ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής στην Τουρκία.

Η έκθεση εξετάζει επίσης δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ ελληνικών και τουρκικών φαρμακοβιομηχανιών στην έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊόντων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το βαμβάκι, καθώς η Τουρκία αποτελεί βασικό προορισμό για την ελληνική παραγωγή. Η τουρκική κλωστοϋφαντουργία και νηματουργία απορροφούν περίπου το 75% του ελληνικού βαμβακιού, ποσότητα που εκτιμάται μεταξύ 200.000 και 270.000 τόνων ετησίως.

Το προϊόν καταλαμβάνει την τέταρτη θέση μεταξύ των ελληνικών εξαγωγών προς την Τουρκία, με αξία 137,5 εκατομμυρίων ευρώ το 2025.

Πρόσθετες εξαγωγικές δυνατότητες εντοπίζονται στα βιομηχανικά προϊόντα και στα δομικά υλικά, όπως φύλλα αλουμινίου, σωλήνες χαλκού, προϊόντα μαρμάρου και τσιμέντου, χημικές ύλες, βερνίκια και πρώτες ύλες για την κατασκευαστική βιομηχανία και την αυτοκινητοβιομηχανία.

Στον αγροδιατροφικό τομέα καταγράφονται προοπτικές για το ελαιόλαδο, τα τυροκομικά προϊόντα, τις επιτραπέζιες ελιές, το μέλι, τα φρούτα και τα μεταποιημένα τρόφιμα.

Ωστόσο, η πρόσβαση στην τουρκική αγορά εξακολουθεί να περιορίζεται από δασμούς, τεχνικές απαιτήσεις και διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες δυσχεραίνουν την ανάπτυξη σημαντικότερων εμπορικών ροών.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι δυνατότητες συνεργασίας στους τομείς της ενέργειας, της πράσινης τεχνολογίας, της κυκλικής οικονομίας, της διαχείρισης αποβλήτων, της επεξεργασίας υδάτων και της αφαλάτωσης.

Στις προοπτικές περιλαμβάνονται ακόμη τα logistics, οι συνδυασμένες μεταφορές και η συμμετοχή επιχειρήσεων των δύο χωρών σε κατασκευαστικά έργα τρίτων αγορών.

Ελλάδα και Τουρκία έχουν θέσει ως στόχο την αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030, από περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024. Η επιδίωξη αυτή συνοδεύεται από πρωτοβουλίες επιχειρηματικής συνεργασίας και προσπάθειες διεύρυνσης των οικονομικών σχέσεων.

Στα θεσμικά εργαλεία περιλαμβάνεται το Επιχειρηματικό Συμβούλιο Ελλάδας – Τουρκίας, που συγκροτήθηκε το 2024, καθώς και η συνεργασία μεταξύ Enterprise Greece και Invest Türkiye.

Η ετήσια έκθεση της ελληνικής πρεσβείας αναδεικνύει τις οικονομικές ευκαιρίες που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών, καταγράφοντας ταυτόχρονα σημαντικές ανισορροπίες στις επενδυτικές και εμπορικές συναλλαγές.

Το βασικό ζήτημα για την ελληνική οικονομία είναι η ενίσχυση της παραγωγικής της βάσης, η αύξηση των εξαγωγών και η προσέλκυση επενδύσεων που δημιουργούν διαρκή προστιθέμενη αξία. Η σημαντική επέκταση των τουρκικών κεφαλαίων στα ελληνικά ακίνητα και το υψηλό εμπορικό έλλειμμα καθιστούν αναγκαία τη συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων και την αξιολόγηση της πραγματικής οικονομικής ωφέλειας από τη διμερή συνεργασία.