22 Απριλίου 2026

ΗΠΑ – Ισραήλ: Το βαθύ ρήγμα που μεγαλώνει στην αμερικανική κοινωνία και πολιτική

Η σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ υπήρξε επί δεκαετίες ένας από τους πιο σταθερούς άξονες της δυτικής γεωπολιτικής. Η Ουάσιγκτον παρείχε στρατιωτική κάλυψη, οικονομική ενίσχυση και διπλωματική προστασία σε βαθμό που για πολλούς θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητος. Αυτή η εικόνα, όμως, δεν παραμένει αμετάβλητη. Τα νέα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι η αμερικανική κοινή γνώμη έχει εισέλθει σε φάση βαθιάς αναθεώρησης, με την αρνητική στάση απέναντι στο Ισραήλ να διευρύνεται και να αποκτά πλέον διαγενεακά χαρακτηριστικά.

Η αμερικανική κοινωνία μετακινείται

Το πιο ηχηρό στοιχείο αυτής της μεταβολής είναι ότι το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζεται πλέον από μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας με τα ιστορικά αντανακλαστικά του παρελθόντος. Για δεκαετίες, το εβραϊκό κράτος παρουσιαζόταν στο αμερικανικό φαντασιακό ως μια μικρή δημοκρατία περικυκλωμένη από απειλές, ένας φυσικός σύμμαχος που υπερασπίζεται την επιβίωσή του σε εχθρικό περιβάλλον. Σήμερα, ιδιαίτερα για τους νεότερους Αμερικανούς, αυτή η εικόνα έχει υποχωρήσει αισθητά και έχει αντικατασταθεί από μια πολύ πιο σκληρή ανάγνωση, που συνδέει το Ισραήλ με μακρόχρονη κατοχή, δυσανάλογη στρατιωτική ισχύ και βαριά πλήγματα στη Γάζα και στην ευρύτερη περιοχή.

Η αλλαγή αυτή δεν είναι μόνο συναισθηματική. Είναι πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική. Οι νέες γενιές στις ΗΠΑ έχουν διαμορφωθεί μέσα σε ένα διαφορετικό περιβάλλον πληροφόρησης, όπου οι εικόνες πολέμου, οι καταγγελίες για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και η ανοιχτή κριτική προς την ισραηλινή ηγεσία δεν περιθωριοποιούνται πλέον, αλλά βρίσκονται στον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης. Αυτό εξηγεί γιατί η μετατόπιση δεν φαίνεται συγκυριακή, αλλά βαθύτερη και πιο ανθεκτική στον χρόνο.

Η σκιά της δολοφονίας Ράμπιν και η εποχή Νετανιάχου

Σε αυτό το ιστορικό νήμα, η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν το 1995 παραμένει κομβικό σημείο. Ο Ράμπιν είχε συνδεθεί με τη γραμμή της πολιτικής συνεννόησης με τους Παλαιστινίους και με την ιδέα ότι το Ισραήλ μπορούσε να αναζητήσει στρατηγική ασφάλεια μέσα από έναν δύσκολο αλλά υπαρκτό συμβιβασμό. Η δολοφονία του από Ισραηλινό εξτρεμιστή δεν σήμανε μόνο το τέλος μιας προσωπικής διαδρομής. Σφράγισε μια βαθύτερη εσωτερική μετατόπιση του Ισραήλ προς τα δεξιά, άνοιξε τον δρόμο στην εποχή Νετανιάχου και σταδιακά μετέβαλε και τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται το ισραηλινό κράτος.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, μεγάλο μέρος των Αμερικανών που ενηλικιώθηκαν πολιτικά μέσα στις συνεχείς κυβερνήσεις Νετανιάχου δεν έχουν βιωματική σχέση με το Ισραήλ των συμφωνιών του Όσλο ή με την παλαιότερη εικόνα του «Δαβίδ». Αντιθέτως, γνώρισαν κυρίως ένα Ισραήλ που προβάλλεται μέσα από εικόνες στρατιωτικών εκστρατειών, εσωτερικής σκλήρυνσης και διαρκούς σύγκρουσης με τους Παλαιστινίους και τους περιφερειακούς αντιπάλους του.

Ο πόλεμος με το Ιράν και η νέα φθορά

Η πρόσφατη αμερικανική εμπλοκή στον πόλεμο με το Ιράν επιβάρυνε ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύθηκε η αίσθηση ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν είναι πλέον απλώς ο ηγέτης ενός στενού συμμάχου, αλλά ένας παράγοντας που ασκεί διαρκώς πίεση προς την Ουάσιγκτον για ολοένα πιο επιθετικές επιλογές στη Μέση Ανατολή. Η εντύπωση αυτή δεν είναι ομοιόμορφη ούτε καθολικά αποδεκτή. Υπάρχει, όμως, όλο και πιο έντονα στη δημόσια συζήτηση, ιδίως μετά τις αναφορές αμερικανικών μέσων ότι η ισραηλινή πίεση υπήρξε αποφασιστικός καταλύτης στην πορεία προς την επιχείρηση κατά του Ιράν.

Η διάσταση αυτή είναι κρίσιμη, επειδή αγγίζει ένα νεύρο της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας: τον φόβο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παρασύρονται ξανά σε έναν ακριβό, αμφιλεγόμενο και δυνητικά ατελείωτο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Ακόμη και παραδοσιακά φιλοϊσραηλινά στρώματα στις ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πλέον με μεγαλύτερη επιφύλαξη κάθε κίνηση που φέρνει την Ουάσιγκτον πιο κοντά σε νέες στρατιωτικές περιπέτειες.

Το ρήγμα βαθαίνει στους Δημοκρατικούς

Η βαθύτερη πολιτική μεταβολή καταγράφεται πλέον καθαρά στο Δημοκρατικό Κόμμα. Εκεί όπου η στήριξη προς το Ισραήλ θεωρούνταν για δεκαετίες σχεδόν δεδομένη, έχει δημιουργηθεί ένα ισχυρό εσωτερικό ρεύμα που αμφισβητεί ανοιχτά την παραδοσιακή γραμμή. Οι πρόσφατες ψηφοφορίες στη Γερουσία για τον περιορισμό εξοπλιστικών πωλήσεων προς το Ισραήλ έδειξαν ότι αυτή η μετατόπιση δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες φιγούρες της αριστερής πτέρυγας, αλλά έχει περάσει πλέον στον ευρύτερο κορμό του κόμματος.

Ταυτόχρονα, όλο και περισσότεροι Δημοκρατικοί πολιτικοί επιχειρούν να αποστασιοποιηθούν από τον παλιό μηχανισμό σχέσεων με το φιλοϊσραηλινό λόμπι και ιδίως από την αίσθηση ότι η στήριξη προς το Ισραήλ αποτελεί αδιαπραγμάτευτο όρο πολιτικής εξέλιξης. Η απομάκρυνση αυτή δεν σημαίνει αυτομάτως εχθρότητα προς το Ισραήλ. Σημαίνει, όμως, ότι η ειδική του θέση στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα δεν είναι πια απρόσβλητη.

Από το περιθώριο στο κέντρο η συζήτηση για την αμερικανική βοήθεια

Ίσως η πιο χαρακτηριστική ένδειξη της αλλαγής να είναι ότι απόψεις που πριν λίγα χρόνια ακούγονταν μόνο στις παρυφές του αμερικανικού πολιτικού φάσματος βρίσκονται πλέον στο κέντρο της συζήτησης. Η ιδέα ότι η ετήσια στρατιωτική επιχορήγηση των 3,8 δισ. δολαρίων προς το Ισραήλ μπορεί να τερματιστεί ή να τεθεί υπό αυστηρούς όρους δεν αντιμετωπίζεται πια ως πολιτική αυτοκτονία. Αντίθετα, παρουσιάζεται όλο και συχνότερα ως λογική θέση από στελέχη που μέχρι πρόσφατα ανήκαν στο πιο συστημικό τμήμα του Δημοκρατικού χώρου.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, η αμερικανική βοήθεια δεν συζητείται πλέον μόνο ως εγγύηση ασφαλείας για έναν σύμμαχο. Συζητείται και ως μοχλός πίεσης, ως εργαλείο συμμόρφωσης με κανόνες πολέμου και ως πεδίο πολιτικής αναμέτρησης στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ακόμη και το ενδεχόμενο παγώματος χρηματοδοτήσεων για εμβληματικά συστήματα όπως το Iron Dome, που για χρόνια θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητο, έχει πλέον περάσει στον δημόσιο διάλογο.

Το πρόβλημα για τον Νετανιάχου και το επόμενο κεφάλαιο

Αυτή η μεταβολή δημιουργεί ένα σύνθετο πρόβλημα για τον Νετανιάχου. Από τη μία, παραμένει κοντά σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που εξακολουθεί να του παρέχει κρίσιμο στρατηγικό χώρο. Από την άλλη, η σχέση αυτή γίνεται όλο και πιο προσωποκεντρική και λιγότερο θεσμική. Αυτό σημαίνει ότι η παραδοσιακή, διακομματική και σχεδόν αυτόματη αμερικανική στήριξη προς το Ισραήλ φθείρεται και μετατρέπεται σταδιακά σε στήριξη υπό πολιτικούς όρους, με μεγαλύτερη αστάθεια και λιγότερη βεβαιότητα.

Το παράδοξο είναι ότι ακόμη και ο ίδιος ο Τραμπ, παρά την επιθετική ρητορική του, δείχνει να αναζητεί διέξοδο από τη σύγκρουση με το Ιράν και όχι παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή με αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις. Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανοϊσραηλινή σχέση δεν δοκιμάζεται μόνο από τους επικριτές του Ισραήλ, αλλά και από τα όρια της ίδιας της αμερικανικής ισχύος και ανοχής απέναντι σε νέους πολέμους.

Μια ιστορική σχέση που αλλάζει μορφή

Το πιο ουσιαστικό στοιχείο δεν είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν το Ισραήλ. Αυτό δεν έχει συμβεί. Το κρίσιμο είναι ότι η σχέση αλλάζει μορφή. Χάνει τη σχεδόν ιερή της διάσταση, παύει να θεωρείται υπεράνω πολιτικής κριτικής και περνά όλο και περισσότερο στο πεδίο της ανοιχτής διαπραγμάτευσης, της κομματικής σύγκρουσης και της κοινωνικής αμφισβήτησης.

Η στήριξη της Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ παραμένει ισχυρή στο επίπεδο του κράτους. Στο επίπεδο όμως της κοινωνίας, των κομμάτων και των νεότερων γενεών, η εικόνα έχει αλλάξει αισθητά. Και αυτή η μεταβολή, αν παγιωθεί, θα επηρεάσει όχι μόνο τη μελλοντική αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ αντιλαμβάνεται τη θέση του μέσα στη δυτική στρατηγική αρχιτεκτονική.