Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΠΕΜΠΤΟΣ

ΘΕΩΝΗ

10 Ιουλίου 2025

Καλωσορίσατε στη «Νέα Ελλάδα»: Μεταναστευτικό χωρίς φρένα, κράτος χωρίς τιμόνι

Το μεταναστευτικό ζήτημα στην Ελλάδα έχει φτάσει σε τέτοια έκταση και πολυπλοκότητα, που απαιτεί διακομματική συνεννόηση και ολοκληρωμένες πολιτικές λύσεις. Ωστόσο, αντί για ένα κοινό εθνικό μέτωπο, η διαχείρισή του από την κυβέρνηση Μητσοτάκη κινείται μέσα σε αδράνεια, ασάφεια και παλινωδίες, απειλώντας πλέον ευθέως την εθνική ασφάλεια και τη δημογραφική συνοχή της χώρας.

Αντίθετα με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που βλέπουν το πρόβλημα κυρίως υπό το πρίσμα της κοινωνικής ένταξης ή οικονομικής επιβάρυνσης, η Ελλάδα βιώνει την κρίση ως ζήτημα ύπαρξης. Με τον γεωγραφικό της ρόλο να τη μετατρέπει σε πύλη εισόδου μεγάλων ροών κυρίως από χώρες της Αφροασίας, η χώρα γίνεται πεδίο υβριδικών επιχειρήσεων, με άμεσες συνέπειες για την εσωτερική ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή.

Από τα πρώτα χρόνια της πρωθυπουργίας του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέδειξε αδιαφορία ή εσφαλμένη εκτίμηση για το μέγεθος και τη φύση του προβλήματος. Όσοι είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με τον ίδιο ή το περιβάλλον του την περίοδο 2016-2019, θυμούνται έναν πολιτικό που αντιμετώπιζε το μεταναστευτικό ως εσωκομματική «καυτή πατάτα» ή ως συνέπεια κυβερνητικών λαθών του ΣΥΡΙΖΑ, όχι ως υπαρξιακό ζήτημα.

Η βίαιη αντιμετώπιση των κατοίκων της Λέσβου και της Χίου με ΜΑΤ, τον Φεβρουάριο του 2020, ήρθε να δείξει την απόσταση της κυβέρνησης από τις πραγματικές ανάγκες και τη διάθεση των τοπικών κοινωνιών, που επί χρόνια είχαν στηρίξει πρόσφυγες και μετανάστες. Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η καθυστέρηση στην αντιμετώπιση της υβριδικής επίθεσης στον Έβρο, όπου ο πρωθυπουργός χρειάστηκε να πιεστεί έντονα από τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ και άλλους υψηλόβαθμους αξιωματούχους για να λάβει αυτονόητες μέτρα, παραμένοντας απρόθυμος και αδρανής τις κρίσιμες πρώτες μέρες.

Η παραδοχή του ίδιου το 2020 για την «λάθος» κατάργηση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, έρχεται ως εξομολόγηση αποτυχίας, χωρίς όμως να συνοδεύεται από ριζική αλλαγή πορείας. Η ίδρυση ή επανίδρυση υπουργείου δεν αρκεί όταν απουσιάζει η πολιτική βούληση και η ικανότητα να χειριστεί κανείς τις πολυεπίπεδες διεθνείς και εσωτερικές προκλήσεις.

Η κρίση στη νότια Κρήτη, που απασχολεί όλο και περισσότερες περιοχές και αποκαλύπτει τη μετατόπιση των μεταναστευτικών ροών, ήταν προβλέψιμη και ειδοποιημένη χρόνια πριν. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση παρέμεινε ανέτοιμη και αδρανής, αποδεικνύοντας έλλειψη σχεδιασμού και προνοητικότητας. Η σαφής προειδοποίηση από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι το 2022, έπεσε στο κενό.

Οι μεγάλες πολιτικές αστοχίες δεν περιορίζονται σε παραλείψεις. Το αφήγημα της αποστολής φρεγατών έξω από τα λιβυκά χωρικά ύδατα, με σκοπό να «κόψει τα πόδια» των διακινητών, κατέρρευσε σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, εκθέτοντας την κυβέρνηση και τη ναυτική ηγεσία που δεν εμπλέκεται ούτε σε απώθηση ούτε σε διάσωση. Η εικόνα που προβάλλεται απέχει από την πραγματικότητα, με διπλωμάτες να σημειώνουν τις ασυνέπειες ανάμεσα στις επίσημες θέσεις της Αθήνας προς το εσωτερικό και τις εξηγήσεις που δίνονται σε ξένες κυβερνήσεις.

Η πρακτική του «κουκουλώματος» της αλήθειας οδηγεί σε διπλωματικές αποτυχίες και νομικές εκθέσεις, καθώς η Ελλάδα δέχεται επικρίσεις για τα παράνομα «pushbacks» και παράλληλα εμφανίζει ανικανότητα να περιορίσει τις αφίξεις, οι οποίες καθημερινά αυξάνονται, ειδικά στην Κρήτη.

Παρά τις προσπάθειες να κινητοποιήσει τις ΗΠΑ ώστε να ασκήσουν πίεση στη Λιβύη, η ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε να επιτύχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εμφανίζεται επιφυλακτικό να διακινδυνεύσει τις εσωτερικές ισορροπίες της Λιβύης ή να διαταράξει τα ενεργειακά σχέδια στην περιοχή, αφήνοντας την Ελλάδα μόνη να διαχειριστεί ένα πρόβλημα που ξεπερνάει τις δυνάμεις της.

Ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις προς τη Γερμανία για την επιστροφή δεκάδων χιλιάδων κατόχων ελληνικών εγγράφων ασύλου, ενώ οι ροές προς τη Γερμανία από την Ελλάδα αυξάνονται αδιάκοπα. Αυτό μεταφράζεται σε έναν ατελείωτο κύκλο που επιβαρύνει τους ελληνικούς θεσμούς και τα οικονομικά της χώρας.

Η συνεχιζόμενη μεταφορά χιλιάδων μεταναστών από τις νότιες ακτές στην ενδοχώρα, με τη χρήση των ελληνικών πλοίων και του λιμενικού, όχι για αποτροπή αλλά για διευκόλυνση της εισόδου και της διακίνησης, επιβεβαιώνει την πλήρη απουσία ελέγχου. Η διαχείριση των πόρων και των υποδομών που απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών αυτών των ανθρώπων συγκρούεται σκληρά με την αδυναμία του κράτους να στηρίξει τα δικά του οικονομικά ασθενέστερα στρώματα, που λαμβάνουν επιδόματα σε συμβολικά ποσά.

Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η διαχείριση του μεταναστευτικού εξελίσσεται σε εθνική απειλή, όχι μόνο λόγω της οικονομικής επιβάρυνσης αλλά κυρίως λόγω της δημογραφικής και πολιτισμικής αλλοίωσης που συντελείται με την ανεξέλεγκτη εισροή ισλαμιστών ανδρών στρατεύσιμης ηλικίας. Η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε προκεχωρημένο φυλάκιο ενός νέου εποικισμού, χωρίς κανένα σχέδιο αντίστασης ή στρατηγικής αποτροπής.

Η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, από το 2019 μέχρι σήμερα, αποδεικνύεται μια σειρά αδειών υποσχέσεων, επικοινωνιακών τερτιπιών και εθνικής υπονόμευσης. Η συνεχιζόμενη συνεργασία με «φίλους» της Τουρκίας Λίβυους φυλάρχους που, τελικά, απέρριψαν ευρωπαϊκή αποστολή στην οποία συμμετείχε και Έλληνας υπουργός, καταδεικνύει το μέγεθος της διπλωματικής απαξίωσης και αποτυχίας.

Η εικόνα των ναυαγίων και των «διασώσεων» που προκαλούνται εν γνώσει διακινητών και παράτυπων μεταναστών έχει γίνει πια σύμβολο της εθνικής υποχώρησης, προκαλώντας όχι λύπη αλλά οργή σε μια κοινωνία που βλέπει το κράτος να μετατρέπεται από προστάτη σε ενορχηστρωτή του προβλήματος.

Η δήλωση του πρωθυπουργού ότι «η δίοδος στην Ελλάδα κλείνει» ακούγεται σήμερα σαν πρόκληση. Αν η κυβέρνηση πίστευε πραγματικά σε αυτό, γιατί επέτρεψε να παραμείνει ανοιχτή επί μήνες, αφήνοντας τα σύνορα ουσιαστικά απροστάτευτα; Η αδιαφορία αυτή συνιστά εθνική προδοσία και απαιτεί άμεση παρέμβαση, με διακομματική συναίνεση, υπευθυνότητα και ρεαλισμό.

Σε αντίθετη περίπτωση, η Ελλάδα θα παραμείνει όμηρος μιας κρίσης που η ίδια δημιούργησε ή ανέχεται, με ορατό τον κίνδυνο απώλειας του ελέγχου και της εθνικής της ταυτότητας. Είναι ώρα να τελειώσει η υποκρισία και να μπουν μπροστά η εθνική ευθύνη και το συμφέρον των πολιτών.

Ετικέτες: