Κοινωνική αντιπαροχή: Πώς θα αξιοποιηθούν δημόσια ακίνητα για φθηνή κοινωνική κατοικία
Σε τροχιά εφαρμογής περνά πλέον ο θεσμός της κοινωνικής αντιπαροχής, με το Δημόσιο να επιχειρεί την αξιοποίηση ανενεργών ακινήτων που ανήκουν στο κράτος και στην τοπική αυτοδιοίκηση, με στόχο τη δημιουργία σύγχρονων κοινωνικών κατοικιών. Οι κατοικίες αυτές θα διατίθενται με χαμηλό ενοίκιο και με βάση κοινωνικά κριτήρια σε νέους, οικογένειες, πολύτεκνους, μονογονεϊκά νοικοκυριά και άτομα με αναπηρία.
Η κοινή υπουργική απόφαση που δημοσιεύθηκε καθορίζει το θεσμικό πλαίσιο για την εφαρμογή του μέτρου και ενεργοποιεί τη δυνατότητα συνεργασίας του Δημοσίου με ιδιωτικές κατασκευαστικές εταιρείες, μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών. Αντικείμενο των συμπράξεων θα είναι η ανέγερση, η ανακαίνιση ή η επισκευή ακινήτων, τα οποία θα ενταχθούν στο νέο πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης.
Το μοντέλο συνεργασίας Δημοσίου και ιδιωτών
Το σχήμα που προκρίνεται προβλέπει ότι οι ιδιώτες ανάδοχοι θα αναλαμβάνουν τη χρηματοδότηση και το κόστος κατασκευής ή ανακαίνισης των ακινήτων. Ως αντιστάθμισμα, θα αποκτούν είτε μέρος της κυριότητας είτε δικαιώματα εκμετάλλευσης και διαχείρισης για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα.
Κεντρική ασφαλιστική δικλείδα του σχεδίου αποτελεί η πρόβλεψη ότι τουλάχιστον το 30% των νέων κατοικιών θα παραμένει στην κυριότητα του Δημοσίου. Το συγκεκριμένο ποσοστό θα διατίθεται αποκλειστικά ως κοινωνική κατοικία, με μειωμένο μίσθωμα και συγκεκριμένα κοινωνικά κριτήρια επιλογής δικαιούχων.
Τα υπόλοιπα διαμερίσματα θα μπορούν να διατεθούν προς πώληση στην ελεύθερη αγορά, με την κυβέρνηση να εκτιμά ότι με αυτόν τον τρόπο θα ενισχυθεί το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα και θα αυξηθεί η προσφορά κατοικιών. Παράλληλα, το πρόγραμμα εισάγει και τη δυνατότητα rent to own, δίνοντας στους δικαιούχους το δικαίωμα να αγοράσουν την κατοικία έπειτα από δέκα χρόνια μίσθωσης.
Οι συμβάσεις και οι τεχνικές προδιαγραφές
Η απόφαση προβλέπει δύο βασικούς τύπους συμβάσεων. Η πρώτη κατηγορία αφορά συμβάσεις κατασκευής, ενώ η δεύτερη περιλαμβάνει συμβάσεις κατασκευής με ταυτόχρονη διαχείριση των κοινωνικών κατοικιών. Στη δεύτερη περίπτωση, ο ανάδοχος δεν θα περιορίζεται στην ανάπτυξη του ακινήτου, καθώς θα μπορεί να αναλάβει και τη λειτουργία του για λογαριασμό του Δημοσίου.
Οι συμβάσεις θα συνοδεύονται από αυστηρές τεχνικές και λειτουργικές απαιτήσεις. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ενεργειακή αυτονομία των κτιρίων, στην προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία, στην πυρασφάλεια και στην ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Επιπλέον, προβλέπεται ότι τα ακίνητα που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα θα πρέπει να πληρούν προδιαγραφές σχεδόν μηδενικής ενεργειακής κατανάλωσης. Η απαίτηση αυτή συνδέει την κοινωνική στέγαση με τις σύγχρονες ανάγκες βιώσιμης δόμησης και μείωσης του ενεργειακού κόστους για τους δικαιούχους.
Διαχείριση έως 50 χρόνια και εποπτεία μέσω μητρώου
Η διάρκεια των συμβάσεων διαχείρισης μπορεί να φτάνει έως και τα 50 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του έργου. Ο ανάδοχος θα έχει τη δυνατότητα να ενεργεί για λογαριασμό του Δημοσίου στις σχέσεις με τους δικαιούχους, αναλαμβάνοντας τη σύναψη μισθώσεων, την είσπραξη ενοικίων και κοινοχρήστων, καθώς και τη συντήρηση των κατοικιών.
Η παρακολούθηση του προγράμματος θα γίνεται από τη Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Για τον σκοπό αυτό δημιουργείται ειδικό Μητρώο Συμβάσεων Κοινωνικής Αντιπαροχής, στο οποίο θα καταγράφονται όλες οι συμβάσεις και η πορεία υλοποίησης κάθε έργου.
Με την ενεργοποίηση του νέου πλαισίου, η κοινωνική αντιπαροχή περνά από το επίπεδο του σχεδιασμού στην εφαρμογή. Το κρίσιμο ζήτημα, πλέον, θα είναι εάν το πρόγραμμα μπορέσει να αποδώσει πραγματικές κοινωνικές κατοικίες σε προσιτές τιμές, σε μια περίοδο κατά την οποία η στεγαστική κρίση πιέζει όλο και περισσότερα νοικοκυριά.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Μητσοτάκης: Χιούμορ με Eurovision στο συνέδριο ΝΔ
Αύξηση αφίξεων 33,3% στην Ελλάδα