Μαζική καταστολή κατά των υπόγειων χριστιανικών κοινοτήτων στην Κίνα
Σε μία ακόμη κίνηση κλιμάκωσης της καταστολής κατά των ανεξάρτητων θρησκευτικών κοινοτήτων, το κινεζικό καθεστώς προχώρησε την Τρίτη στη σύλληψη δεκαοκτώ ηγετικών στελεχών μίας από τις μεγαλύτερες υπόγειες χριστιανικές εκκλησίες της χώρας. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Χριστιανικών Δικαιωμάτων ChinaAid, η επιχείρηση εντάσσεται σε μία πανεθνική εκστρατεία διώξεων που βρίσκεται σε εξέλιξη από τις αρχές Οκτωβρίου.
Ο ιδρυτής και πρόεδρος της οργάνωσης, Μπομπ Φου, επιβεβαίωσε ότι οι συλληφθέντες κατηγορούνται για «παράνομη χρήση δικτύων πληροφοριών», κατηγορία που στη βάση των κινεζικών νόμων επισύρει ποινή φυλάκισης έως και τριών ετών. Όπως εξήγησε, η κατηγορία χρησιμοποιείται συχνά από τις κινεζικές αρχές ως πρόσχημα για τη φίμωση ανεξάρτητων θρησκευτικών ομάδων που αρνούνται να υπαχθούν στον κρατικό μηχανισμό.
Συντονισμένο χτύπημα σε πανεθνικό επίπεδο
Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 9 Οκτωβρίου από την αστυνομία της πόλης Μπέιχαϊ στη νότια Κίνα, η οποία εξαπέλυσε ταυτόχρονη επιχείρηση κατά μελών της Εκκλησίας Σιών του Πεκίνου, μίας από τις πιο δραστήριες και πολυπληθείς υπόγειες χριστιανικές κοινότητες της χώρας. Σε λίγες μόνο ημέρες συνελήφθησαν ο γνωστός πάστορας Μινγκρί Έζρα Τζιν –μια από τις πλέον εμβληματικές μορφές του κινεζικού χριστιανικού κινήματος– καθώς και σχεδόν τριάντα πάστορες, διακόνοι και μέλη της εκκλησίας.
Οι συλλήψεις έγιναν σε πολλά διαφορετικά σημεία της χώρας, αποκαλύπτοντας την ευρεία κλίμακα της καταστολής: Πεκίνο, Σαγκάη, Σετσιάνγκ, Σάντονγκ, Γκουανγκντόνγκ, Γκουανγκσί και Χαϊνάν. Η επιχείρηση είχε σαφώς κεντρικά σχεδιασμένο χαρακτήρα, καθώς ταυτόχρονες έφοδοι και ανακρίσεις δείχνουν ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) επιδιώκει να συντρίψει τον πυρήνα της εκκλησίας και την οργανωτική της δομή.
Οι συλλήψεις προκάλεσαν άμεσες αντιδράσεις από το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, καθώς και από την Αμερικανική Επιτροπή για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (USCIRF), οι οποίες καταδίκασαν την κινεζική πρακτική και ζήτησαν την άμεση απελευθέρωση των κρατούμενων.
Σημειώνεται ότι στις 13 Νοεμβρίου η αστυνομία προχώρησε σε ανάκριση και της συζύγου ενός εκ των συλληφθέντων, ενώ η κινεζική νομοθεσία επιτρέπει την προφυλάκιση ενός ατόμου έως και 37 ημέρες πριν αποφασιστεί αν θα απαγγελθούν κατηγορίες ή αν θα αφεθεί ελεύθερος.
Απομόνωση, πιέσεις και διεθνής ανησυχία
Σε προηγούμενο ρεπορτάζ της κινεζικής έκδοσης της Epoch Times, αναφερόταν ότι οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στα κέντρα κράτησης αρ. 1 και αρ. 2 της πόλης Μπέιχαϊ. Τέσσερις από αυτούς αφέθηκαν ελεύθεροι με εγγύηση στις 10 Νοεμβρίου, ενώ σύμφωνα με τη Γκρέις Τζιν Ντρέξελ –κόρη του πάστορα Τζιν και Αμερικανίδα υπήκοος– ακόμη πέντε είχαν αφεθεί νωρίτερα μέσα στον Οκτώβριο.
Η ίδια αποκάλυψε στο Reuters ότι ο πατέρας της κατάφερε να δει τον δικηγόρο του μόλις στις 14 Οκτωβρίου, και αυτό μόνο επειδή η υπόθεσή του έλαβε διεθνή δημοσιότητα. Εξέφρασε μάλιστα ιδιαίτερη ανησυχία για την κατάσταση της υγείας του, αφού χρειάζεται καθημερινή φαρμακευτική αγωγή για τον διαβήτη.

«Ψυχρό ορόσημο στον πόλεμο κατά των χριστιανών»
Ο Μπομπ Φου, σε επίσημη ανακοίνωση, χαρακτήρισε τις συλλήψεις «ψυχρό και σκοτεινό ορόσημο στον ολοκληρωτικό πόλεμο του Κομμουνιστικού Κόμματος κατά του χριστιανισμού στην Κίνα». Τόνισε ότι το μοναδικό «έγκλημα» των συλληφθέντων ήταν πως κήρυτταν το Ευαγγέλιο και αρνήθηκαν να υποτάξουν την Εκκλησία του Χριστού στη γραμμή προπαγάνδας του κόμματος.
Όπως πρόσθεσε, «μετατρέποντας τους πάστορες σε πολιτικούς κρατούμενους, το καθεστώς δεν στοχεύει μόνο τα συγκεκριμένα άτομα και τις οικογένειές τους, αλλά στέλνει απειλητικό μήνυμα σε κάθε ανεξάρτητη εκκλησία της Κίνας: Υποταγή ή εξόντωση». Ο Φου ζήτησε την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση των ηγετικών στελεχών της Εκκλησίας Σιών.
Η διαδρομή του πάστορα Τζιν και η απαρχή της σύγκρουσης
Σύμφωνα με εκπρόσωπο της Εκκλησίας, ο Τζιν –απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Πεκίνου– ασπάστηκε τον Χριστιανισμό μετά τη σφαγή της πλατείας Τιενανμέν το 1989. Η Εκκλησία Σιών του Πεκίνου, που ίδρυσε το 2007, απέκτησε γρήγορα μαζικό ακροατήριο, με πάνω από 5.000 σταθερούς πιστούς σε σχεδόν 50 πόλεις.
Το 2018 οι κινεζικές αρχές έκλεισαν τις εγκαταστάσεις της εκκλησίας και την κήρυξαν παράνομη. Τότε αναγκάστηκε να μεταφέρει τις λειτουργίες της στο διαδίκτυο, με κηρύγματα μέσω Zoom και μικρές κατ’ οίκον συναθροίσεις. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η εκκλησία γνώρισε ακόμη μεγαλύτερη ανάπτυξη, γεγονός που φαίνεται πως ενόχλησε έντονα τις κινεζικές αρχές.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, η Κινεζική Υπηρεσία Θρησκευτικών Υποθέσεων εξέδωσε νέες αυστηρές οδηγίες, απαγορεύοντας σε οποιονδήποτε μη κρατικά αναγνωρισμένο θρησκευτικό λειτουργό να κηρύττει μέσω διαδικτύου. Η απαγόρευση αυτή –πρακτικά εστιασμένη στις υπόγειες εκκλησίες– θεωρείται από αναλυτές άμεση προετοιμασία της σημερινής κατασταλτικής επιχείρησης.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο