Ναυάγιο στη Χίο: H υπερασπιστική γραμμή του διακινητή, οι σκιές της Τουρκίας και η πολιτική εργαλειοποίηση
Η υπερασπιστική γραμμή απέναντι στον Μαροκινό, που φέρεται ως διακινητής και χειριστής του μοιραίου σκάφους, κινείται αναμενόμενα στην πλήρη άρνηση κάθε εμπλοκής στις βαριές κατηγορίες. Εκεί όμως που η άρνηση μετατρέπεται σε κεντρικό αφήγημα, προβάλλεται ο ισχυρισμός περί σκόπιμης πρόκλησης του δυστυχήματος από το Λιμενικό. Ένα επιχείρημα που ακούγεται, επαναλαμβάνεται, προβάλλεται, χωρίς να απαντά στα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από τα ίδια τα δεδομένα.
Τα στοιχεία και το φωτογραφικό υλικό περιγράφουν ένα ταχύπλοο φουσκωτό με ισχυρή μηχανή, ικανό να αναπτύξει ταχύτητα έως και 30 κόμβους. Σκάφος μήκους περίπου οκτώ μέτρων, σχεδιασμένο για οκτώ επιβάτες, στο οποίο επιβιβάστηκαν σαράντα άνθρωποι. Ποιοι τους στοίβαξαν σε αυτές τις συνθήκες και από ποιο ακριβώς σημείο των τουρκικών ακτών ξεκίνησε το ταξίδι που κατέληξε σε τραγωδία.
Η εικόνα ενός τέτοιου σκάφους παραπέμπει σε χειριστή με γνώση και εμπειρία, σε άνθρωπο εξοικειωμένο με τη θάλασσα και όχι σε κάποιον τυχαίο επιβάτη. Έναν χειριστή που κατά πάσα πιθανότητα είχε πραγματοποιήσει και στο παρελθόν αντίστοιχα περάσματα. Ακόμη και αν γίνει δεκτό το σενάριο ότι ο Μαροκινός δεν βρισκόταν στο τιμόνι, παραμένει αναπάντητο γιατί κανείς από τους επιζώντες, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου, δεν υπέδειξε κάποιον άλλο. Δημιουργείται έτσι η εντύπωση μιας σιωπής γύρω από τον ρόλο του οδηγού, σαν το σκάφος να κινήθηκε μόνο του μέσα στη νύχτα.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η απουσία σωσιβίων. Στα θαλάσσια περάσματα προς τη Χίο, ακόμη και στις πιο πρόχειρες μεταφορές, η ύπαρξή τους θεωρείται σχεδόν δεδομένη. Από τη στιγμή που το παράνομα κινούμενο σκάφος, χωρίς φώτα, έγινε αντιληπτό από το Λιμενικό, οι συνέπειες για τον διακινητή ήταν προδιαγεγραμμένες. Το ενδεχόμενο ενός επικίνδυνου ελιγμού, η απώλεια ελέγχου λόγω υπερφόρτωσης, η αδυναμία άμεσης αντίδρασης μέσα στο σκοτάδι, συνθέτουν ένα σκηνικό αποφάσεων δευτερολέπτων που κατέληξαν στη σύγκρουση.
Στο σκάφος επέβαιναν αποκλειστικά Αφγανοί, με μία εξαίρεση, τον Μαροκινό. Το ερώτημα για το πώς και γιατί βρέθηκε στην Τουρκία παραμένει ανοιχτό. Το Μαρόκο δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και δεν συγκαταλέγεται στις χώρες με ανθρωπιστική κατάρρευση. Για έναν Μαροκινό που θα ήθελε να περάσει στην Ευρώπη, η Ισπανία αποτελεί γεωγραφικά την προφανή επιλογή. Κι όμως, η διαδρομή που επιλέχθηκε ήταν η τουρκική.
Η επίσκεψη αστραπή των Σακελλαρίδη και Ηλιόπουλου στη Χίο, με δηλώσεις από το νοσοκομείο περί «απρόκλητης σύγκρουσης» σκάφους του Λιμενικού με βάρκα προσφύγων, ανακίνησε μνήμες που στο νησί παραμένουν νωπές. Μνήμες από μια περίοδο ανοιχτών συνόρων, από τη δράση ΜΚΟ σε ρόλο κρατικού μηχανισμού, από τις καθημερινές μαζικές αφίξεις. Την ίδια περίοδο, η Τουρκία έστελνε ροές και ταυτόχρονα ζητούσε χρηματοδότηση για να τις περιορίσει.
Η ευρωπαϊκή απάντηση μεταφράστηκε σε κονδύλια για υπερδομές και εγκλωβισμό στα νησιά. Οι εικόνες από τη ΒΙΑΛ, τη Μόρια, το Βαθύ, τη Ζούγκλα, χαράχτηκαν στη συλλογική μνήμη ως σύμβολα ασφυκτικού συνωστισμού. Ελάχιστοι, ντόπιοι ή φιλοξενούμενοι, θα ήθελαν να επιστρέψουν σε εκείνη την πραγματικότητα. Τότε, η Χίος βρισκόταν εκτός του πολιτικού ορίζοντα όσων σήμερα εμφανίζονται με έτοιμες καταγγελίες.
Στο φόντο αυτών των εξελίξεων έρχεται η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, με το μεταναστευτικό να αποτελεί αναπόφευκτο θέμα. Η Τουρκία επαναφέρει συστηματικά κατηγορίες κατά του Ελληνικού Λιμενικού για τη φύλαξη των συνόρων, αποσιωπώντας τη δράση οργανωμένων κυκλωμάτων διακινητών στο εσωτερικό της και την αξιοποίηση των ροών ως εργαλείο πίεσης. Η μείωση των θυμάτων στο Αιγαίο προϋποθέτει συνεργασία, με στόχο οι βάρκες να μην αποπλέουν καν από τις μικρασιατικές ακτές.
Η ευκολία εισόδου πολιτών του Μαρόκου στην Τουρκία, χωρίς βίζα, σε αντίθεση με τις αυστηρές προϋποθέσεις για την Ισπανία, φωτίζει τις διαδρομές που επιλέγονται. Η ίδια πολιτική εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες, ενώ δεν λείπουν οι καταγγελίες και οι έλεγχοι για διευκολύνσεις στη μετακίνηση επιβατών από αεροπορικές εταιρείες.
Η συντονισμένη επίθεση κατά του Λιμενικού μετά το ναυάγιο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Η ανθρώπινη λύπη για τα θύματα είναι αυτονόητη. Η μετατροπή ενός δυστυχήματος σε αφήγημα εγκλήματος οδηγεί στη στοχοποίηση ενός σώματος ασφαλείας και, κατ’ επέκταση, της ίδιας της κρατικής λειτουργίας στα σύνορα. Πολιτικοί κύκλοι, υπερασπιστικές γραμμές και ΜΚΟ υιοθετούν τον ίδιο λόγο, δημιουργώντας συνθήκες επιστροφής σε μια κατάσταση που τα νησιά πλήρωσαν ακριβά.
Γύρω από το άσυλο και τη διαχείριση των ροών έχει αναπτυχθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός, με οργανώσεις και επαγγέλματα που εξαρτώνται άμεσα από τη διαρκή πίεση. Η μείωση των αφίξεων απειλεί αυτή την πραγματικότητα. Στο βάθος παραμένει και η γεωπολιτική διάσταση, με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις να λειτουργούν ως μόνιμος αστάθμητος παράγοντας. Στο όνομα του ανθρωπισμού εφαρμόστηκαν πολιτικές που άφησαν βαθύ αποτύπωμα στα νησιά. Η Χίος, η Λέσβος, η Σάμος, η Λέρος, η Κως κουβαλούν ακόμη τις συνέπειες και δύσκολα μπορούν να τις διαγράψουν.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κατασκοπεία δύο ταχυτήτων στην Ελλάδα