Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΓΝΗ

ΕΥΓΕΝΙΟΣ

ΜΑΞΙΜΟΣ

ΝΕΟΦΥΤΟΣ

ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ

13 Οκτωβρίου 2024

Ο Μητσοτάκης ψάχνει συνένοχο για τις «Πρέσπες του Αιγαίου»

Σε εξίσωση με δύο αγνώστους μετατρέπεται για τον Κυριάκο Μητσοτάκη το θέμα της εκλογής νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, από τη λύση της οποίας συναρτάται και το πολιτικό μέλλον του ίδιου. Για πρώτη φορά, μάλιστα, η επιλογή του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα δείχνει να συνδέεται με την πορεία των εθνικών μας υποθέσεων!

Καταρχάς, ο κ. Μητσοτάκης εμφανίζεται στην πράξη ανακόλουθος με τις δικές του δηλώσεις ότι είναι πρόωρη κάθε σχετική συζήτηση. Κι αυτό δεν είναι απλά ένα τυπικό θέμα, αλλά ενδεικτικό της αγωνίας, καθώς και της δυσκολίας που τον διατρέχει στην αναζήτηση του «κατάλληλου» -όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνεται εκείνος- προσώπου για το προεδρικό αξίωμα, το οποίο επιδιώκει να είναι πρόθυμο να αποδεχτεί και να προσυπογράψει τις σχεδιαζόμενες παραχωρήσεις προς την Τουρκία, έστω κι αν αυτές αγγίζουν τα όρια της μειοδοσίας και της παραίτησης από ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.

Δεν παύει επίσης να συνιστά μια προσβολή, από θεσμικής τουλάχιστον πλευράς, στην (επιλεγείσα από τον ίδιο) νυν Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, η οποία νιώθει ήδη «παραπεταμένη» και «τσαλακωμένη» επτά ολόκληρους μήνες πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της. Όπως έχει αποκαλύψει ήδη η «κυριακάτικη δημοκρατία», δεν κρύβει μάλιστα την ενόχλησή της, η οποία μεγαλώνει καθώς εκμηδενίζονται οι πιθανότητες για μια δεύτερη πενταετία της στην Ηρώδου Αττικού. Ανεξάρτητα μάλιστα από την επάρκειά της στην άσκηση των προεδρικών καθηκόντων και την εντελώς αρνητική δημοφιλία σε σχέση με όλους τους προκατόχους της, πρόκειται για ένα πρωτοφανές μεταπολιτευτικά φαινόμενο εκδήλωσης μειωμένου σεβασμού, εάν ληφθεί υπόψη ότι ακόμη και ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν διέπραξε το 1985 τη μέγιστη απρέπεια απέναντι στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το έκανε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.

Ενώ λοιπόν ο πρωθυπουργός, όταν ερωτάται δημοσίως και στις συνεντεύξεις του, ζητά -όπως έκανε και προ εβδομάδος στο Mega- με δήθεν αυστηρό τρόπο «να μην υπάρξει τώρα συζήτηση για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, κάτι που θα γίνει τον Ιανουάριο», πίσω από τις κλειστές πόρτες οργιάζει. Την ίδια ώρα, η ονοματολογία αποκτά τα χαρακτηριστικά πασαρέλας, με μια διαρκή προσθαφαίρεση δυνάμει υποψηφίων και εναλλακτικών προτάσεων, ανεξάρτητα μάλιστα από τις πραγματικές πιθανότητες που διαθέτουν ορισμένοι εξ αυτών.

Η έως τώρα επικρατούσα εικόνα, ότι το άγχος του κ. Μητσοτάκη έχει να κάνει πρωτίστως με την αποδοχή της επιλογής του από το σύνολο της «γαλάζιας» Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ώστε να μην απειληθεί η «δεδηλωμένη» και η δική του παραμονή στον πρωθυπουργικό θώκο, μετριάζεται -αν όχι και ανατρέπεται- με βάση τα νέα δεδομένα. Η εικόνα αυτή, αληθής σε μεγάλο βαθμό, έχει προκύψει όχι απλώς από πληροφορίες ή εκτιμήσεις, αλλά και από δημόσιες δηλώσεις βουλευτών της Ν.Δ. ότι δεν πρόκειται να ψηφίσουν ξανά την κυρία Σακελλαροπούλου. Με γνωστές άλλωστε τις διαφωνίες της πλευράς Σαμαρά, συνολικά υπολογίζονται σε άνω των 20 οι βουλευτές που συντάσσονται με αυτό το «όχι». Έτσι, υπό το πρίσμα αυτό βρέθηκε ο νυν πρόεδρος της Βουλής Κ. Τασούλας να θεωρείται ως το «μικρότερο κακό», με την ελπίδα ότι, αν και χαμηλών προσδοκιών επιλογή, θα μπορούσε να διασφαλίσει τουλάχιστον το «151» της Ν.Δ. χωρίς να προβάλει και οποιαδήποτε ένσταση στους διπλωματικούς χειρισμούς με την Τουρκία. Και πάλι, όμως, την υποψηφιότητα αυτή τινάζει στον αέρα το «βέτο» Σαμαρά. Άλλωστε, οι σαφείς αποστάσεις που έχουν λάβει τόσο ο κ. Σαμαράς όσο και ο Κώστας Καραμανλής από την ασκούμενη εξωτερική πολιτική αποτελούν σοβαρή τροχοπέδη στα πρωθυπουργικά σχέδια. Ενδεικτικό είναι ότι ο πρωθυπουργός στράφηκε και προς τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, τον οποίο επίσης φέρεται ότι βολιδοσκόπησε κατά την πρόσφατη συνάντησή τους στο Μέγαρο Μαξίμου.

Θέμα ενότητας

Τούτων δοθέντων, ο κ. Μητσοτάκης έχει να αντιμετωπίσει, ταυτόχρονα με την «ενότητα» της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, και άλλη μια μεταβλητή. Κι όπως αναφέρουν συγκεκριμένα οι πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας», η προτεραιότητα που αποδίδει στις συζητήσεις και τις βολιδοσκοπήσεις που κάνει είναι να διασφαλίζεται η εναρμόνιση του προσώπου που θα επιλεγεί με την πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνησή του ειδικώς έναντι της Τουρκίας. Με άλλα λόγια, οι «προδιαγραφές» που φέρεται ότι θέτει είναι ακριβώς η μετατροπή του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας σε συνεργό των σχεδίων του. Από την άποψη αυτή, δεν θεωρείται τυχαίο ότι διακινείται ως «εναλλακτική λύση», όσον αφορά την κατηγορία των «προθύμων», ακόμη και το όνομα του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος Γ. Στουρνάρα.

Από αυστηρά τυπικής πλευράς, βεβαίως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με βάση το Σύνταγμα έχει περιορισμένες αρμοδιότητες, χωρίς το δικαίωμα να παρεμβαίνει στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Η ουσία πάντως είναι πολύ διαφορετική και δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα αναπομπής νομοσχεδίων -έστω κι αν δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ έως τώρα- στη Βουλή. Η άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας να αποδεχτεί και να προσυπογράψει εθνικά επιζήμιες αποφάσεις και συμφωνίες μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους, και όχι μόνο παρασκηνιακά, αλλά με ύστατο όπλο την παραίτησή του.

Και μόνο το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης αποδίδει πρωτεύουσα σημασία σε αυτή την παράμετρο -και δευτερευόντως στο αριθμητικό ζήτημα- έρχεται να επιβεβαιώσει ότι όλη η εντεινόμενη κινητικότητα του τελευταίου διαστήματος στα Ελληνοτουρκικά προοιωνίζεται επιτάχυνση των «συνομιλιών» με την Άγκυρα, με φόντο τις «Πρέσπες του Αιγαίου», με πολύ βαρύ μάλιστα περιεχόμενο και με ενδιάμεσο στάδιο την προσφυγή στη Χάγη. Ως γνωστόν, οι κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν κατά την πρόσφατη συνάντησή τους στη Νέα Υόρκη έδωσαν εντολή στους δύο υπουργούς Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν να προγραμματίσουν άμεσα τα επόμενα βήματα του πολιτικού διαλόγου, ανανεώνοντας το ραντεβού τους στην Άγκυρα. Και ενώ θα έχουν μεσολαβήσει οι -κρίσιμες και για τα δικά μας εθνικά θέματα- αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου, η προσεχής συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο θα γίνει τον Ιανουάριο, όταν ο κ. Μητσοτάκης θα έχει καταλήξει και στο πρόσωπο του νέου ενοίκου του Προεδρικού Μεγάρου. Και, μολονότι ο πρωθυπουργός δηλώνει παραπλανητικά ότι «η Χάγη δεν είναι κοντά», όχι μόνο αυξάνονται οι πιέσεις λόγω και της διεθνούς γεωπολιτικής αστάθειας, αλλά ενισχύονται και οι πληροφορίες ότι ο ερχόμενος Ιανουάριος ενδέχεται να αποδειχθεί η «ώρα μηδέν» για την είσοδο στη νέα φάση των επώδυνων υποχωρήσεων και παραχωρήσεων στο όνομα των «καλών σχέσεων» και των «ήρεμων νερών» με την Τουρκία.

Στη λίστα και ο Ευάγγελος Βενιζέλος

Ενδιαφέρον έχει μάλιστα ότι, εκτός από την προεργασία αυτού του διαστήματος, υπάρχει ήδη και άλλο υλικό προς αυτή την κατεύθυνση.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας», πρόκειται για έναν ολοκληρωμένο φάκελο για τα θέματα που συνδέονται με την προσφυγή στη Χάγη που έχει ετοιμάσει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, το όνομα του οποίου εσχάτως προστίθεται εκ νέου στη λίστα των υποψήφιων Προέδρων της Δημοκρατίας με το πρόσθετο επιχείρημα ότι θα μπορούσε να υπερψηφιστεί και από το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα αν στον σημερινό β’ γύρο επικρατήσει το φερόμενο ως φαβορί και πολιτικό δημιούργημά του Νίκος Ανδρουλάκης.

Επιπλέον, κάποιοι υποστηρίζουν ότι θα είναι δύσκολο να τον αρνηθεί και ο κ. Σαμαράς, αφού υπήρξαν συγκυβερνήτες για 2,5 χρόνια, το διάστημα 2012-2015…

Περί μειοδοσίας και «παράθυρου ευκαιρίας»

Ενώ ο Ερντογάν συνεχίζει ακάθεκτος τη νεοοθωμανική του «επέλαση» στα Βαλκάνια, ενισχύοντας, μεταξύ άλλων, και τις στρατιωτικές σχέσεις με Σκόπια, Κοσσυφοπέδιο και Αλβανία, παραμένει ερωτηματικό το «παράθυρο ευκαιρίας» που επικαλείται ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτης, για το οποίο δεν κάνει καμία, έστω και απλή αναφορά σε τι συνίσταται.

Τι είναι δηλαδή αυτό το περίφημο «παράθυρο ευκαιρίας», το οποίο, αν σπεύσουμε να εκμεταλλευτούμε και οριοθετήσουμε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα με την Τουρκία, θα εξασφαλίσει την ειρήνη για τις επόμενες γενιές. Ο ίδιος ο κ. Γεραπετρίτης, μάλιστα, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα, στο ραδιόφωνο του Σκάι, είπε: «Αν είναι να αφήσω μια μεγάλη παρακαταθήκη για τη χώρα μου για τις επόμενες γενιές, να είναι μια γειτονιά η οποία θα είναι ήρεμη, μια Ελλάδα της αυτοπεποίθησης, της σταθερότητας, της υπερηφάνειας, ας χαρακτηριστώ και μειοδότης».

Επειδή αρκετοί στην Ελλάδα παρακολουθούμε τις αντίστοιχες δηλώσεις των Τούρκων αξιωματούχων αλλά και του ίδιου του Χακάν Φιντάν, ομολόγου του Έλληνα ΥΠΕΞ, δεν είδαμε να ξεστομίζει ποτέ τη λέξη μειοδότης ή κάποια άλλη αντίστοιχης έννοιας, γιατί, για να χαρακτηριστεί κάποιος μειοδότης, θα πρέπει να προβεί σε πράξεις που δικαιολογούν αυτόν τον χαρακτηρισμό.

Σημειωτέον ότι με βάση το λεξικό της κοινής νεοελληνικής εθνικός μειοδότης είναι «αυτός που κάνει παραχωρήσεις που βλάπτουν τα εθνικά συμφέροντα». Ο κ. Γεραπετρίτης, αν σέβεται τον ελληνικό λαό, θα πρέπει να εξηγήσει σε ποιες παραχωρήσεις είναι διατεθειμένος να προχωρήσει προς τους Τούρκους, για να πετύχει το αποτέλεσμα που εύχεται.

Πάντως, η δημοσιογράφος της εφημερίδας «Χουριέτ» και υπεύθυνη του πολιτικού ρεπορτάζ στην εφημερίδα, αναφερόμενη σε συνέντευξη που παραχώρησε ο Έλληνας ΥΠΕΞ στην εφημερίδα «Καθημερινή», αφού περιγράφει όσα είπε ο κ. Γεραπετρίτης, γράφει: «Σε δηλώσεις του ο Έλληνας υπουργός επέστησε την προσοχή στη σημασία του διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών. Δεν έχουν αλλάξει, λοιπόν, οι κόκκινες γραμμές της Ελλάδας, αλλά της Τουρκίας; Σε ποιο στάδιο βρίσκονται οι σχέσεις των δύο χωρών; Ζήτησα από ανώτερες διπλωματικές πηγές τις απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις, κεφάλαιο προς κεφάλαιο.

Ζήτησα από ανώτερες διπλωματικές πηγές τις απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα που γεννά αυτή η συνέντευξη. Λέγοντας ότι υπάρχει πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές για συνέχιση του διαλόγου, ας περάσουμε στους λόγους έναρξης αυτών των συνομιλιών και στις θέσεις της Τουρκίας. Τα σημεία που υπογράμμισαν υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές είναι τα εξής:

«Πρώτον, οι Αρχές της Τουρκίας και της Ελλάδας πρέπει να συνεργαστούν για την ενίσχυση της σταθερότητας και της ειρήνης στην περιοχή. Υπάρχουν θέματα για τα οποία οι δύο χώρες δεν συμφωνούν, αλλά ο αριθμός των θεμάτων που μπορούν να συμφωνηθούν δεν είναι μικρός.

Δεύτερον, δεν υπάρχει αλλαγή στις θέσεις των δύο χωρών για τα θέματα του Αιγαίου. Για την Τουρκία δεν είναι δυνατό να περιοριστούν οι διαφορές των θέσεων των δύο χωρών στο Αιγαίο σε ένα μόνο θέμα. Η συντριπτική πλειονότητα των θαλάσσιων και αεροπορικών ζητημάτων είναι νομικά αλληλένδετα. Είναι νομική απαίτηση να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα από κοινού.

Τρίτον, στόχος της Άγκυρας είναι να μην αφήσει άλυτα ζητήματα που μπορεί να δημιουργήσουν εν συνεχεία ένταση και κρίσεις, καθώς στόχος του διαλόγου είναι να επιτευχθεί μια μόνιμη ηρεμία στις σχέσεις των δύο χωρών. Η Άγκυρα επιθυμεί μια μόνιμη, συνολική και δίκαιη λύση, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, σε διαφορές όπως είναι τα χωρικά ύδατα και το εύρος του εναέριου χώρου, για τους γεωγραφικούς σχηματισμούς των οποίων η κυριαρχία δεν έχει καθοριστεί, για το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των νησιών και τη διαχείριση του FIR. Αν δεν δοθεί λύση διαπραγματευτική σε αυτά διμερώς, η Άγκυρα σκέφτεται να τα πάει όλα πακέτο στη διεθνή δικαιοδοσία.

Υπάρχει και το θέμα των μειονοτήτων. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η Ελλάδα τείνει να παρουσιάζει το ζήτημα ως ένα διεθνές ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα. Θα γράψω, όμως, τις απόψεις ανώτερων διπλωματικών πηγών σε αυτό το θέμα: Δεν είναι δυνατόν η Άγκυρα να δεχτεί μια συνεννόηση του τύπου “Η ελληνική μειονότητα είναι υπόθεση της διεθνούς κοινότητας, ενώ η τουρκική μειονότητα της Δυτικής Θράκης είναι μόνο εσωτερικό ζήτημα της Ελλάδας”.

Η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει τις προσπάθειές της να αρνείται την εθνική ταυτότητα της τουρκικής μειονότητας, να μην αναγνωρίζει τους εκλεγμένους θρησκευτικούς ηγέτες της, να περιορίζει ουσιαστικά τις δυνατότητες εκπαίδευσης, να υποσκάπτει τα μειονοτικά θεμέλια, εν ολίγοις, να εκφοβίζει την τουρκική μειονότητα. Όπως η Τουρκία βλέπει την ελληνική μειονότητα ως πλούτο και γέφυρα φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, η προσδοκία είναι ότι η τουρκική μειονότητα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο από την Ελλάδα.

Η Ελλάδα θα πρέπει επίσης να αναθεωρήσει την προσέγγισή της για τους συμπατριώτες μας που δεν καλύπτονται από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Όσοι κατοικούν σε Θεσσαλονίκη, Ρόδο και Κω δεν εμπίπτουν στο μειονοτικό πλαίσιο που ορίζει η Συνθήκη της Λωζάννης. Απαίτηση της Άγκυρας είναι η ελληνική Πολιτεία να λάβει μέτρα προς αυτούς στη βάση των οικουμενικών αξιών και σύμφωνα με τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα».

Αυτά μας λέει η Χαντέ Φιράτ, η οποία, μάλιστα, επικαλείται υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές. Με δεδομένο ότι στην Τουρκία οι διπλωματικές πηγές είναι αδιανόητο να μιλούν έστω και υπό καθεστώς ανωνυμίας στους δημοσιογράφους, αν δεν εκφράζουν την πολιτική της κυβέρνησης και με δεδομένο ότι ο Χακάν Φιντάν δεν μίλησε για κινήσεις από πλευράς του σε αυτή τη διαδικασία, που θα τον χαρακτηρίσουν «μειοδότη», είναι αδήριτη ανάγκη να περιγράψει ο ίδιος ο κ. Γεραπετρίτης ή έστω υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές ποιες είναι εκείνες οι κινήσεις που έχει αποφασίσει να κάνει η κυβέρνηση, που θα καταχωρίσουν τον Έλληνα ΥΠΕΞ στους εθνικούς μειοδότες.

Ετικέτες: