Ο πατριωτισμός κατά περίπτωση και η δημοκρατία αλά καρτ

Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης παρενέβη στο Χ και πήρε θέση κατά της απόπειρας βίας εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και πολύ καλά έκανε. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση περνά από την κάλπη στη σφαίρα, όταν η δημοκρατική διαφωνία αντικαθίσταται από τη βία, τότε κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να σιωπά. Η δημοκρατία δεν είναι ούτε παιχνίδι εντυπώσεων ούτε εργαλείο συγκυρίας. Είναι κανόνας ζωής, σεβασμός στη λαϊκή βούληση, αποδοχή του αντιπάλου, ακόμη κι όταν αυτός δεν μας αρέσει.

Ως εδώ, λοιπόν, κανένα πρόβλημα. Το αντίθετο. Ορθώς ο Έλληνας πρωθυπουργός καταδίκασε την πολιτική βία. Ορθώς μίλησε για δημοκρατία. Ορθώς εμφανίστηκε ως υπερασπιστής της θεσμικής ομαλότητας.

Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο: τη δημοκρατία τη θυμόμαστε μόνο όταν μας βολεύει; Τον σεβασμό στη λαϊκή ετυμηγορία τον επικαλούμαστε μόνο όταν αλλάζει ο άνεμος στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού; Και ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε ξαφνικά συνομιλητής της δημοκρατικής κανονικότητας, ενώ μέχρι χθες παρουσιαζόταν περίπου ως απειλή για τον πολιτισμένο κόσμο;

Διότι, κύριε Μητσοτάκη, καλό είναι να θυμόμαστε. Εσείς δεν ήσασταν που στις αμερικανικές εκλογές περιγράφατε περίπου ως εφιαλτικό ενδεχόμενο την επιλογή Τραμπ από τους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών; Εσείς δεν ήσασταν πολιτικά, ιδεολογικά και επικοινωνιακά πολύ πιο κοντά στο στρατόπεδο Μπάιντεν και Καμάλα Χάρις; Εσείς δεν στοιχηθήκατε με εκείνο το διεθνές πολιτικό ρεύμα που θεωρούσε κάθε αντίθετη λαϊκή επιλογή περίπου ως απόκλιση, ως κίνδυνο, ως λαϊκισμό, ως απειλή για τη δημοκρατία;

Τι άλλαξε τώρα; Άλλαξε ο Τραμπ ή άλλαξε η ανάγκη σας να διαβάσετε σωστά τον νέο πολιτικό χάρτη; Άλλαξε η Αμερική ή αλλάζουν τα ποσοστά σας στην Ελλάδα; Μήπως, ύστερα από Τέμπη, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ και τόσες ακόμη υποθέσεις που έχουν τραυματίσει βαριά την εμπιστοσύνη των πολιτών, αποφασίσατε να κάνετε μια μικρή στροφή προς έναν έμμεσο, προσεκτικά συσκευασμένο πατριωτισμό; Μήπως, μέσα σε τόση πολιτική φθορά, λίγη επίκληση της δημοκρατίας και της εθνικής αξιοπρέπειας φαίνεται χρήσιμη;

Το πρόβλημα δεν είναι ότι καταδικάσατε τη βία. Αυτό ήταν αυτονόητο. Το πρόβλημα είναι ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να γίνεται ρητορικό ένδυμα κατά περίσταση. Δεν μπορεί να είναι ιερή όταν αφορά τον Τραμπ στην Αμερική, αλλά σχετική όταν αφορά τους πολίτες στην Ελλάδα. Δεν μπορεί να καταγγέλλεται η βία στο εξωτερικό και στο εσωτερικό να υποτιμάται η θεσμική διάβρωση, η αδιαφάνεια, η παρακολούθηση, η αλαζονεία της εξουσίας, η συγκάλυψη και η περιφρόνηση της κοινωνίας.

Και επειδή πολλοί σπεύδουν να φορτώσουν σε ολόκληρες παρατάξεις τις πράξεις μεμονωμένων ακραίων προσώπων, ας είμαστε καθαροί: καμία πολιτική παράταξη δεν ευθύνεται αυτομάτως για κάθε διαταραγμένο ή φανατισμένο υποκείμενο που δηλώνει ότι την υποστηρίζει. Η απάντηση εδώ είναι σαφής: όχι. Δεν φταίει συλλογικά ένας πολιτικός χώρος για κάθε ακραίο που κινείται γύρω του.

Αλλά ούτε και εντάσσεται κανείς τυχαία σε ένα αφήγημα που δεν τον εκφράζει. Οι άνθρωποι δεν έλκονται μόνο από κόμματα. Έλκονται από κλίματα. Από γλώσσες. Από μίση. Από ηθικές αδειοδοτήσεις. Από τη βεβαιότητα ότι αυτοί είναι οι φωτισμένοι και οι άλλοι οι σκοτεινοί. Όταν επί χρόνια ένα ολόκληρο διεθνές σύστημα παρουσιάζει κάθε αντίπαλη φωνή ως απειλή για τη δημοκρατία, όταν βαφτίζει τον πολιτικό αντίπαλο τέρας, φασίστα, εχθρό της ανθρωπότητας, τότε κάποια μυαλά μπορεί να πάρουν την προπαγάνδα κυριολεκτικά. Και τότε η πολιτική υστερία γίνεται εύφλεκτη ύλη.

Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα. Όχι μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και για την Ελλάδα. Διότι κι εδώ μάθαμε να ακούμε πολλά βαρύγδουπα περί δημοκρατίας από ανθρώπους που δεν αντέχουν τον έλεγχο. Μάθαμε να βλέπουμε εξουσίες που υψώνουν το δάχτυλο στο όνομα των θεσμών, ενώ την ίδια στιγμή τους χρησιμοποιούν ως λάστιχο. Μάθαμε να ακούμε κηρύγματα περί ευθύνης από πολιτικούς που όταν έρχεται η ώρα της λογοδοσίας κρύβονται πίσω από επιτροπές, διαδικασίες, συμψηφισμούς και επικοινωνιακές μηχανές.

Και κάπου εδώ το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο τον κ. Μητσοτάκη. Αφορά όλους εμάς. Θα συνεχίσουμε να τρώμε σανό ή θα αρχίσουμε να σκεφτόμαστε; Θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι όλοι αυτοί κόπτονται για τη δημοκρατία, την πατρίδα και τον λαό, ενώ στην πραγματικότητα υπηρετούν πρωτίστως τη δική τους πολιτική επιβίωση; Θα συνεχίσουμε να χειροκροτούμε τις ξαφνικές μεταμορφώσεις τους, κάθε φορά που αλλάζει η διεθνής μόδα και το πολιτικό συμφέρον;

Διότι η πολιτική μνήμη είναι το πρώτο όπλο του πολίτη. Χωρίς μνήμη, η κοινωνία γίνεται εύκολη λεία. Χωρίς μνήμη, κάθε κυβερνήτης μπορεί να εμφανίζεται σήμερα ως υπερασπιστής εκείνου που χθες απαξίωνε. Χωρίς μνήμη, ο πατριωτισμός γίνεται σκηνικό, η δημοκρατία γίνεται σύνθημα και η αλήθεια γίνεται υλικό προς επεξεργασία από τα επικοινωνιακά επιτελεία.

Πόσο κάρβουνο ακόμη θα χρειαστεί για να δούμε τη μηχανή να κινείται; Ή μήπως ούτε κάρβουνο υπάρχει πια; Ξεχάσαμε και τον λιγνίτη, στο όνομα μιας άλλης «πράσινης» σωτηρίας, όπως ξεχάσαμε και πολλά άλλα στο όνομα της προόδου. Μόνο που η πολιτική μηχανή, όταν δεν κινείται με αλήθεια, κινείται με εξαπάτηση. Και τότε δεν παράγει φως. Παράγει καπνό.

Καλή συνέχεια, λοιπόν. Αλλά με λιγότερο σανό και περισσότερη μνήμη.