12 Φεβρουαρίου 2024

Οι επιπτώσεις από την μετάβαση στις ΑΠΕ, στον αγροτικό τομέα

Η πράσινη μετάβαση του αγροτικού τομέα, θα συνεχίσει να φέρνει αναταράξεις στην Ευρώπη, καθώς η γεωργία, που ευθύνεται για περίπου το 10% των εκπομπών αερίων της ΕΕ, καλείται να εφαρμόσει τους στόχους του Green Deal (εναρμόνιση με ∆ιακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ, για κλιματική ουδετερότητα, μέχρι το 2050), ήτοι: μείωση κατά 50% της χρήσης των φυτοφαρμάκων-λιπασμάτων έως το 2030 και βιολογική παραγωγή κατά 25% στις καλλιεργούμενες εκτάσεις των εδαφών της ΕΕ, έως το 2025. Στόχοι που κρίθηκαν υπερβολικά φιλόδοξοι, με αποτέλεσμα να φθάσουμε στις πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις των αγροτών.

Η αγροτική παραγωγή, συνολικά, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο φάσμα δυσκολιών και αβεβαιοτήτων, στις οποίες περιλαμβάνονται τα ακραία μετεωρολογικά φαινόμενα, ξηρασίες, πυρκαγιές και πλημμύρες, που έκαναν δυναμικά πέρυσι την παρουσία τους σε διάφορες περιοχές της ΕΕ (με οδυνηρά αποτελέσματα για την χώρα μας, ιδιαίτερα στην Θεσσαλία – απώλειες ανθρώπων, δεκάδες χιλιάδες νεκρά ζώα και κατεστραμμένα εδάφη).

Τα φαινόμενα αυτά επηρεάζουν την παραγωγή και τα έσοδα, την εκτέλεση και το χρονοδιάγραμμα των αγρονομικών πρακτικών, γεγονός που συνεπάγεται μεγάλη πίεση στους αγρότες για προσαρμογή, στα νέα κλιματικά δεδομένα. Ο αγροτικός τομέας, θα πρέπει να εγκλιματιστεί, συμβάλλοντας από την πλευρά του στην μείωση των δικών του εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου: υποξείδιο του αζώτου (N2O) και µεθάνιο (CH4), αµµωνία (NH3), µονοξείδιο του αζώτου (NO) και δευτερευόντως µη µεθανικές πτητικές οργανικές ενώσεις (ΝΜVOC).

Κλιματικό αποτύπωμα

Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι «η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, η μείωση των εισαγωγών ενέργειας και του περιβαλλοντικού-κλιματικού αποτυπώματος είναι πρώτης προτεραιότητας ζήτημα για την ΕΕ». Προτείνει «την χρήση περισσότερων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), οι οποίες μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο και στην αειφόρο ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών και την αυτοπαραγωγή, μειώνοντας παράλληλα το κόστος παραγωγής».

Οι δεσμευτικές, όμως, με χαρακτήρα επείγοντος, αποφάσεις της Κομισιόν για την πράσινη μετάβαση της αγροτικής οικονομίας στην ΕΕ, ελήφθησαν πριν ξεσπάσει ο oυκρανικός πόλεμος και πριν ακόμα την πανδημία – συνεπώς, τα αιτήματα των αγροτών δεν είναι αβάσιμα. Γι’ αυτό χρειάζεται μια αναθεώρηση των πολιτικών της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΕ, με σκοπό τη λελογισμένη χαλάρωση των πράσινων στόχων στον αγροτικό τομέα, δεδομένου και του πολέμου στη Μέση Ανατολή και την επίδραση που αυτός έχει στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Η παρέκκλιση της Κομισιόν για παράταση της μείωσης των σκευασμάτων φυτοπροστασίας και της αγρανάπαυσης, κατά ένα έτος, μπορεί να αποκλιμακώσει προς το παρόν την ένταση, αλλά δεν θα λύσει το πρόβλημα, καθώς εκκρεμούν ζητήματα, όπως είναι το κόστος καυσίμων και οι αθρόες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων στην ΕΕ από Ουκρανία και άλλες τρίτες χώρες, που δεν υφίστανται τους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς.

Σημειώνεται, ότι η τιμή των δημητριακών μειώθηκε απότομα πέρυσι σε σύγκριση με το 2022, γεγονός που έριξε την αξία της παραγωγής σιτηρών στην ΕΕ των 27 από 80,6 δισ. ευρώ το 2022, σε 58,8 δισ. το 2023 – μείωση σχεδόν 30%. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αλλάζει τίποτα και η υποχρέωση αγρανάπαυσης της καλλιεργήσιμης γης από το 2025, μάλλον βραχυπρόθεσμα θα έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις.

Παραγωγή ΕΕ-Ελλάδα

Για να έχουμε μια εικόνα της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής στην ΕΕ και την Ελλάδα παραθέτουμε ορισμένα στοιχεία από την Eurostat, την ΕΛΣΤΑΤ, και την διαΝΕΟσις: Στην ΕΕ κάτι περισσότερο από το μισό (54%) της αξίας της γεωργικής παραγωγής το 2022 προήλθε από καλλιέργειες (287,9 δισ. ευρώ, +15% σε σύγκριση με το 2021). Τα δύο πέμπτα (38%) προέρχονταν από ζώα και ζωικά προϊόντα (206 δισ. +26% σε σύγκριση με το 2021).

Το υπόλοιπο μερίδιο προήλθε από αγροτικές υπηρεσίες και δευτερεύουσες δραστηριότητες. Τα τρία τέταρτα της αξίας της γεωργικής παραγωγής της ΕΕ το 2022 προήλθαν από τις επτά χώρες της ΕΕ: Γαλλία (97,1 δισ. που αντιστοιχεί στο 18% του συνόλου της ΕΕ), Γερμανία (76,2 δισ. – 14%), Ιταλία (71,5 δισ. – 13%), Ισπανία (63 δισ. – 12%), Πολωνία (39,5 δισ – 7%), Ολλανδία (36,1 δισ. – 7%). ευρώ, 7%) και Ρουμανία (22,2 δισ. – 4%).

Στην Ελλάδα η αξία της συνολικής γεωργικής παραγωγής αντιστοιχεί σε περίπου 2,8% της συνολικής γεωργικής παραγωγής των χωρών της ΕΕ. Η ελληνική γεωργία απασχολεί περισσότερο από 528.000 αγρότες – το 12% του συνολικού εργατικού δυναμικού. Παράγει, περίπου το 3,6% του εθνικού ΑΕΠ. Η συνολική Χρησιμοποιούμενη Γεωργική Έκταση ανέρχεται στα 28.244.498,8 στρέμματα, μειωμένη κατά 18,8% σε σύγκριση με το 2009 οπότε ήταν 34.779.290,1 στρέμματα. Σχεδόν το 40% της ελληνικής γης χρησιμοποιείται για την παραγωγή αγροτικών προϊόντων. Το μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, όμως, είναι αρκετά μικρό κατά μέσο όρο, αφού σχεδόν 8 στις 10 εκμεταλλεύσιμες εκτάσεις είναι μικρότερες από 5 εκτάρια.

Το 2020 οι ζωικές μονάδες ανέρχονταν στις 1.986.667, μειωμένες κατά 18,2% σε σύγκριση με το 2009. Το μεγαλύτερο μέρος της χρησιμοποιούμενης γεωργικής γης (43%) αποτελείται από βοσκοτόπους, περίπου το 1/4 αφιερώνεται σε μόνιμες καλλιέργειες, ενώ το 1/3 αντιστοιχεί σε αροτραίες. Η φυτική παραγωγή υπερέχει έναντι της ζωικής, γεγονός που μάλλον μεγαλώνει το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στα ζωικά προϊόντα, καθώς αναγκαζόμαστε να καταφεύγουμε σε αθρόες εισαγωγές.

Συνύπαρξη δραστηριοτήτων

Στην Ελλάδα οι γεωργικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανέρχονταν σε 7,78 εκατ. τόνους ισοδυνάμων CO2 το 2019, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 8,7% των συνολικών εκπομπών στην Ελλάδα και περίπου το 2% των συνολικών εκπομπών στην ΕΕ από τη γεωργία. Ο μέσος όρος των χωρών της ΕΕ-27 είναι 13%. Για να επιτευχθούν οι στόχοι της Πράσινης Συμφωνίας, η ΕΕ πρέπει να απαντήσει με ουσιαστικά κίνητρα και ρεαλιστικά μέτρα στήριξης της γεωργικής-κτηνοτροφικής δραστηριότητας.

Επιπροσθέτως, η συνύπαρξη του πρωτογενούς τομέα και της τεχνολογίας ΑΠΕ (αγροβολταϊκά “agri” για τη γεωργία και “voltaic” για την παραγωγή ενέργειας – γεωθερμία, βιοαέριο, κ.α.) «πρέπει να γίνει υπό προϋποθέσεις, με επιστημονικά κριτήρια, χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της διπλής χρήσης γης, με παραγωγή πράσινης ενέργειας». Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (σε συνεργασία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας) με διάταξη στο άρθρο 33 στο νομοσχέδιο για «προϋποθέσεις εγκατάστασης μονάδων ΑΠΕ σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας» ανοίγει τον δρόμο για εφαρμογή αγροβολταϊκών συστημάτων σε θερμοκήπια, καθώς και σε ανοιχτές καλλιέργειες, στις οποίες τα φωτοβολταϊκά πάνελ «απέχουν από το έδαφος, από ένα συγκεκριμένο ύψος και πάνω». Έτσι επιτυγχάνεται «σημαντική μείωση του ενεργειακού κόστους και η διπλή χρήση γης για καλλιέργειες και παραγωγή ενέργειας, για αυτοπαραγωγή και ιδιοκατανάλωση».

Για άλλες ΑΠΕ (π.χ. γεωθερμία) έχουν γίνει ελάχιστα βήματα προόδου, αν και είναι άφθονα τα γεωθερμικά πεδία στην Ελλάδα. Ο συνδυασμός γεωργικών δραστηριοτήτων με παραγωγή βιοαερίου είναι μια άλλη λύση, καθώς βοηθά τους αγρότες να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα απόβλητά τους, να μειώνουν τις εκπομπές από τη γεωργία και να βελτιώνουν την ποιότητα του εδάφους.

Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι «πρέπει σύντομα να ολοκληρωθεί το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, με στόχο, την προτεραιότητα στις ενεργειακές κοινότητες την αυτοπαραγωγή και αυτοκατανάλωση. Με αυτό τον τρόπο η αγροτική-κτηνοτροφική παραγωγή θα είχε άμεση μείωση στο ενεργειακό κόστος». Και ζητά «να υπάρξει ισόρροπη σχέση στην ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα και την παραγωγή πράσινης ενέργειας», διότι «η χωρίς όρους επέκταση των ΑΠΕ έχει καταλάβει εδάφη υψηλής παραγωγικότητας, που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων».

Μαζική έξοδος επενδυτών από ΑΠΕ – Τα προβλήματα στην αγορά

Το γόητρό του απέναντι στους επενδυτές φαίνεται να έχασε κατά τη διάρκεια του τέλους του 2023 ο κλάδος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το εξάμηνο Ιουλίου-Δεκεμβρίουκαταγράφηκε ρεκόρ αποεπενδύσεων από funds που δραστηριοποιούνται στον σχετικό τομέα, καθώς οι εταιρείες ήρθαν αντιμέτωπες με υψηλό κόστος δανεισμού και εκτίναξη το κόστους των πρώτων υλών.

Παρά τις δεσμεύσεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ για στήριξη της πράσινης μετάβασης με φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις δισεκατομμυρίων, η επενδυτική εμπιστοσύνη στην καθαρή ενέργεια έκανε βουτιά και οι εκροές στο τρίμηνο έφτασαν το 1,4 δισ. δολάρια. Σύμφωνα με στοιχεία της LSEG Lipper, πρόκειται για τη μεγαλύτερη τριμηνιαία εκροή που έχει καταγραφεί ποτέ. Βέβαια, το πρώτο εξάμηνο, οι επενδύσεις είχαν ανέλθει σε 3,36 δισ. δολάρια, που σημαίνει ότι στο εννεάμηνο το πρόσημο εξακολουθεί να είναι θετικό.

Σήμα κινδύνου, όμως, εκπέμπει και η συρρίκνωση των περιουσιακών στοιχείων που διαχειρίζονται οι σχετικές εταιρίες, καθώς η αξία τους μειώθηκε κατά 23% από το τέλος του Ιουλίου στα 65,4 δισ. δολάρια.

Συνολικά, η επενδυτική εμπιστοσύνη διολισθαίνει, με τον δείκτη καθαρής ενέργειας της S&P Global, ο οποίος παρακολουθεί την επίδοση 100 κορυφαίων εταιρειών του κλάδου, έχει υποχωρήσει κατά περίπου 28,5% από την αρχή του έτους. Αξίζει να σημειωθεί, αντιθέτως, ότι ο δείκτης ενέργειας του S&P 500, ο οποίος απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από εταιρείες ορυκτών καυσίμων, έχει ενισχυθεί ελαφρώς, κατά περίπου 1,12%, το 2023.

Οι λόγοι

Οι εταιρείες ΑΠΕ, ακόμη και όσες έχουν υψηλές προοπτικές ανάπτυξης, έγιναν «θύματα» της τρέχουσας οικονομικής αβεβαιότητας λόγω των υψηλών επιτοκίων δανεισμού, του αυξημένου κόστους πρώτων υλών και των επιμέρους προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα, όπως για παράδειγμα την κυριαρχία της Κίνας στα φωτοβολταϊκά.

Οι εταιρείες αυτές συνάπτουν συχνά μακροπρόθεσμες συμβάσεις με σταθερές τιμές. Τώρα, το κόστος δανεισμού εκτινάχθηκε και οι πρώτες ύλες ακρίβυναν εξαιτίας του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να συμπιεστεί η κερδοφορία τους. Επιπλέον βαρίδι για τον κλάδο είναι οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις και την κατασκευή, οι οποίες αποθαρρύνουν ακόμη περισσότερο τους επενδυτές.

«Οι επενδύσεις στις ΑΠΕ έχουν ασθενήσει λόγω της επίδοσης των εταιρειών τα τελευταία τρίμηνα και της φετινής στροφής της προσοχής των επενδυτών σε άλλες τάσεις, όπως η ΑΙ και οι υποδομές», σχολίασε στο Reuters η αναλύτρια της Global X, Madeline Ruid.

Υπενθυμίζεται πως ορισμένα σχέδια για offshore ανεμογεννήτριες στη Βρετανία, την Ολλανδία και τη Νορβηγία έχουν ανασταλεί ή και ανακληθεί λόγω της αύξησης του κόστους και των προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα. Πάντως, ορισμένοι ειδικοί προβλέπουν πως το πρόγραμμα των ΗΠΑ για ενίσχυση των επενδύσεων στην πράσινη μετάβαση με τεράστιες κρατικές επιδοτήσεις μπορεί να αναθερμάνει την αγορά.

Ετικέτες: