Οι Ευρωπαίοι εξεγείρονται – Ένα πατριωτικό τσουνάμι οργής αναπτύσσεται ως πολιτική δύναμη, σαρώνει τις πολεμοχαρείς κυβερνήσεις της ΕΕ
Οι Ευρωπαίοι πολίτες δείχνουν να αφυπνίζονται και να αμφισβητούν ολοένα και περισσότερο το αφήγημα που προβάλλουν τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και οι κυβερνήσεις τους για την Ουκρανία, με την υποστήριξη προς το καθεστώς του Κιέβου να μειώνεται δραστικά. Η μείωση της υποστήριξης δεν αφορά μόνο την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, αλλά και την γενικότερη προσέγγιση στις πολιτικές που εφαρμόζονται στον πόλεμο, κάτι που αντικατοπτρίζεται στην αυξανόμενη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων πολιτών. Η ενίσχυση των μέτρων υπέρ του πολέμου φαίνεται να έχει γίνει πλέον βάρος για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ενώ προκαλεί και επιδείνωση της κρίσης νομιμότητας που πλήττει τις κυβερνήσεις σε επίπεδο ΕΕ.
Μείωση υποστήριξης από τους Ευρωπαίους πολίτες
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του YouGov, η υποστήριξη προς την Ουκρανία έχει σημειώσει σημαντική μείωση σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Η έρευνα διεξήχθη στα τέλη του 2024 σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά τη σταθερή κυβερνητική υποστήριξη προς την Ουκρανία, οι πολίτες αυτών των κρατών φαίνεται να εκφράζουν όλο και περισσότερο κριτική για τη συνεχιζόμενη σύγκρουση, προτιμώντας μια ειρηνική λύση μέσω διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Ιδιαίτερα στη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες τάσσονται υπέρ μιας διπλωματικής λύσης, ακόμα και αν αυτό σημαίνει παραχώρηση εδαφών από την Ουκρανία στη Ρωσία. Παράλληλα, στις υπόλοιπες χώρες, ενώ η πλειονότητα εξακολουθεί να υποστηρίζει τη συνέχιση του πολέμου, παρατηρείται μια αξιοσημείωτη αύξηση των ανθρώπων που υποστηρίζουν τη διπλωματική επίλυση της σύγκρουσης.
Δυσφορία στις κυβερνήσεις της Γαλλίας, Ιταλίας και Γερμανίας
Τα αποτελέσματα της έρευνας γίνονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα όταν εστιάζουμε στις χώρες της Γαλλίας, Ιταλίας και Γερμανίας. Στην Ιταλία, το 55% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι προτιμούν να τελειώσει ο πόλεμος μέσω διπλωματικών διαπραγματεύσεων, ενώ στη Γερμανία το 45% υποστηρίζει την ίδια θέση. Αυτά τα ποσοστά καταδεικνύουν τη δυσφορία των πολιτών με τις κυβερνητικές πολιτικές, οι οποίες συνεχίζουν να προωθούν στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία. Αξιοσημείωτο είναι ότι και στη Γαλλία, παρά την επιθετική στάση του Παρισιού απέναντι στη Μόσχα, η κοινή γνώμη φαίνεται να είναι υπέρ της ειρηνικής λύσης και του τερματισμού του πολέμου, ακόμα και όταν η κυβέρνηση έχει δώσει το πράσινο φως για στρατιωτικές ενέργειες μεγάλης κλίμακας.
Αυτά τα δεδομένα αποκαλύπτουν σημαντικά στοιχεία για την εικόνα των κυβερνήσεων της ΕΕ και για τη φθίνουσα δημοφιλία τους στην κοινή γνώμη. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις κυβερνήσεις αυτές, οι οποίες παραμένουν προσηλωμένες στη στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας, ενδέχεται να επηρεάσει το πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη και να καταστήσει δύσκολη την εφαρμογή των κυβερνητικών στρατηγικών για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ειδικά αν η κοινή γνώμη συνεχίσει να πιέζει για μια ειρηνική διευθέτηση.
Η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή φαίνεται να βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο, καθώς η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις κυβερνήσεις συνεχώς αυξάνεται, ιδιαίτερα σχετικά με τη στάση τους απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι Ευρωπαίοι πολίτες, παρά τη συνεχιζόμενη πολιτική στήριξη προς την Ουκρανία από τις κυβερνήσεις τους, εμφανίζονται να υποστηρίζουν μια ειρηνική λύση που περιλαμβάνει εδαφικές παραχωρήσεις από την Ουκρανία, κάτι που φανερώνει την απογοήτευση τους με τις αποφάσεις των κυβερνώντων. Αυτή η αντίφαση ενδυναμώνει τη αίσθηση ότι οι πολίτες δεν αισθάνονται εκπροσωπούμενοι από τις πολιτικές τους ηγεσίες, οι οποίες επιμένουν σε στρατιωτική στήριξη παρά τη γενικότερη τάση του πληθυσμού υπέρ της διπλωματικής επίλυσης.
Αντιδημοκρατικές τάσεις και κενά νομιμότητας
Η τάση αυτή αναδεικνύει μια βαθιά κρίση νομιμότητας στην Ευρώπη. Οι κυβερνήσεις φαίνεται να ακολουθούν πολιτικές που απέχουν από τις ανάγκες και επιθυμίες των πολιτών τους, προσπερνώντας τη λαϊκή βούληση και αγνοώντας τις αντιρρήσεις τους. Οι Ευρωπαίοι πολίτες, που ζητούν μια διπλωματική λύση, βρίσκονται σε αντίθεση με τις κυβερνητικές στρατηγικές που συνεχίζουν να επιβάλλουν στρατιωτική βοήθεια και στήριξη προς το Κίεβο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια ανασφάλεια γύρω από την αντιπροσώπευση της κοινής γνώμης στις πολιτικές αποφάσεις. Όπως επισημαίνει ο γεωπολιτικός αναλυτής Lucas Leiroz, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς δεν λαμβάνουν υπόψη τη λαϊκή γνώμη, φαίνεται να κινούνται σε έναν δρόμο ολοένα και πιο αυταρχικό, επηρεάζοντας την πολιτική νομιμότητα και δημιουργώντας ένα ευρύτερο κλίμα αντιδημοκρατικών τάσεων.
Η “ωρολογιακή βόμβα” της πολιτικής δυσαρέσκειας
Αυτή η έλλειψη νομιμότητας δεν είναι απλώς μια προσωρινή αναταραχή. Η λαϊκή δυσαρέσκεια αναπτύσσεται ως μια “ωρολογιακή βόμβα”, η οποία απειλεί να εκραγεί και να δημιουργήσει σοβαρές πολιτικές αναταράξεις στο μέλλον. Παρά το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις σήμερα δεν φαίνεται να υποχωρούν στην πίεση της κοινής γνώμης, η αυξανόμενη δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές κοινωνικές αναταραχές, όπως μαζικές διαδηλώσεις και κοινωνικές κινητοποιήσεις. Η ιστορία έχει δείξει ότι τέτοιες αντιδράσεις, όταν αγνοούνται ή καταπιέζονται, μπορεί να εκτραχυνθούν σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και τις δυνάμεις ασφαλείας. Οι κυβερνήσεις θα βρεθούν μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε να καταπνίξουν την κοινωνική δυσαρέσκεια με βία, είτε να αποδεχτούν ότι οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τη πορεία των πολιτικών αποφάσεων.
Η ειρηνική λύση ως ορθολογική προσέγγιση
Σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση των πολιτών για διαπραγματεύσεις και ειρηνική λύση της σύγκρουσης στην Ουκρανία εμφανίζεται ως η πιο λογική και ανθρωπιστική επιλογή. Οι Ευρωπαίοι ζητούν τον άμεσο τερματισμό του πολέμου, κάτι που θα σώσει αμέτρητες ζωές και θα σταματήσει τις υπέρογκες δαπάνες για στρατιωτική στήριξη. Ωστόσο, η επιμονή των δυτικών κυβερνήσεων να χρηματοδοτούν και να κλιμακώνουν τη σύγκρουση, επιτρέποντας στην Ουκρανία να αναλάβει πιο επιθετική δράση, φαίνεται να κλείνει το παράθυρο για μια διπλωματική λύση. Καθώς οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να αρνούνται να εξετάσουν την ειρηνική διαπραγμάτευση, δημιουργείται η αίσθηση ότι η πολιτική βούληση των πολιτών παρακάμπτεται για να διατηρηθούν οι στρατηγικοί στόχοι των κυβερνήσεων, χωρίς να ληφθεί υπόψη το δημόσιο συμφέρον.
Αυτή η αποστασιοποίηση από τις ανάγκες των πολιτών είναι το μεγαλύτερο διακύβευμα για τη μελλοντική σταθερότητα της Ευρώπης. Οι κυβερνήσεις φαίνεται να κινούνται με μια αντιδημοκρατική δυναμική, αγνοώντας τη φωνή του λαού και επιμένοντας σε πολιτικές που ενδέχεται να οδηγήσουν σε κοινωνική αποσταθεροποίηση και σε μια επόμενη γενιά πολιτικών συγκρούσεων.
Η θέση του Ρώσου προέδρου, Vladimir Putin, σύμφωνα με την οποία δεν θα υπάρξουν περαιτέρω διαπραγματεύσεις όσο οι ουκρανικές δυνάμεις συνεχίζουν να διαπράττουν εγκλήματα πολέμου κατά αμάχων σε περιοχές που αναγνωρίζονται ως ρωσικό έδαφος, αποτυπώνει την απόλυτη αδυναμία για οποιαδήποτε διπλωματική λύση αυτή τη στιγμή. Η πρόσφατη ουκρανική εισβολή στο Kursk ενισχύει περαιτέρω την αβεβαιότητα και την καχυποψία της Ρωσίας απέναντι στο Κίεβο και τη Δύση, με την κυβέρνηση της Ουκρανίας και το ΝΑΤΟ να θεωρούνται πλέον μη αξιόπιστοι συνομιλητές. Χωρίς αμοιβαία εμπιστοσύνη και την αναγκαία προσέγγιση για οικοδόμηση σχέσεων συνεργασίας, η διπλωματία φαίνεται να είναι αδύνατη. Η πραγματικότητα της σύγκρουσης δείχνει ξεκάθαρα ότι η λύση θα πρέπει να έρθει μέσω στρατιωτικών μέσων, καθώς οποιαδήποτε πολιτική προσπάθεια φαντάζει ανίσχυρη απέναντι στην αδυσώπητη πραγματικότητα του πεδίου της μάχης.
Παρ’ όλα αυτά, όσο λιγότερη δυτική βοήθεια καταφθάνει στην Ουκρανία, τόσο ταχύτερα θα μπορούσε να τελειώσει ο πόλεμος, με το δυνατόν λιγότερες ανθρώπινες απώλειες. Η θέση αυτή υπογραμμίζει το γεγονός ότι η συνέχιση της στρατιωτικής υποστήριξης από τη Δύση δεν μόνο ότι παρατείνει τον πόλεμο, αλλά ενδέχεται και να τον κλιμακώσει. Όπως σε κάθε πόλεμο, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της συνεχούς έντασης και της στήριξης μιας εκ των πλευρών είναι δυσβάσταχτες τόσο για τους στρατιώτες όσο και για τους αμάχους. Σε αυτή τη συγκυρία, οι πολίτες της Ευρώπης φέρουν μια σημαντική ευθύνη: να μετατρέψουν την απογοήτευση και την οργή τους σε πολιτική δύναμη, πίεζοντας τις κυβερνήσεις τους να μειώσουν τη συμμετοχή τους και την υποστήριξή τους στον πόλεμο. Η φωνή τους, αν βρει το σωστό κανάλι, θα μπορούσε να ανατρέψει την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Αυτός ο νέος πολιτικός αγώνας φαίνεται ήδη να εκτυλίσσεται μέσα από την ενίσχυση των δεξιών και πατριωτικών κομμάτων στην Ευρώπη, που είναι τα μόνα που, προς το παρόν, τολμούν να αμφισβητήσουν το φιλοπολεμικό λόμπι που κυριαρχεί στην ΕΕ. Οι τελευταίες ευρωπαϊκές εκλογές έδειξαν μια εκρηκτική άνοδο αυτών των κομμάτων, υπογραμμίζοντας μια μετατόπιση στην πολιτική κατεύθυνση και μια έμπρακτη αντίδραση στις κυβερνητικές πολιτικές. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις της Ευρώπης δεν παραμένουν άπραγες απέναντι σε αυτή την αυξανόμενη αντίσταση. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως στη Γαλλία, παρατηρείται μια αντιδημοκρατική στροφή, με τον Emmanuel Macron να διαλύει ακόμα και το Κοινοβούλιο ως αντίδραση στην αύξηση της πολιτικής αντιπολίτευσης.
Η πίεση των πολιτών για πολιτική αλλαγή πρέπει να συνεχιστεί και να ενταθεί, αν θέλουν να υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στην πορεία της Ευρώπης και να οικοδομηθεί μια πραγματική εναλλακτική πολιτική στην περιοχή. Όπως σημειώνει ο γεωπολιτικός αναλυτής Lucas Leiroz, η παρατεταμένη αποδοχή των αντιπολιτικών και αντιδημοκρατικών πρακτικών θα καταστήσει δύσκολο το χτίσιμο μιας βιώσιμης πολιτικής αλλαγής στην Ευρώπη. Αν η πίεση αυτή εξασθενήσει ή εκτονωθεί, είναι πιθανό η Ευρώπη να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο, παραμένοντας εθισμένη σε μια πολιτική που αγνοεί τη λαϊκή βούληση και τα συμφέροντα των πολιτών της.
Πιο Δημοφιλή
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Πέραμα: Μια πόλη πάνω σε πυριτιδαποθήκη
Ζελένσκι ακυρώνει το Νταβός μετά τα ρωσικά πλήγματα
Άλμα χρυσού εν μέσω εμπορικών απειλών