Οικογενειακός προϋπολογισμός 2024: Μικρή άνοδος δαπανών, διαφορετικά πρότυπα κατανάλωσης και έντονες ανισότητες
Η Ελληνική Στατιστική Αρχή έδωσε στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών για το 2024, μια αποτύπωση της καθημερινής κατανάλωσης και των συνηθειών δαπάνης που βασίστηκε σε τελικό δείγμα 6.198 ιδιωτικών νοικοκυριών σε όλη τη χώρα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μέση ετήσια δαπάνη για αγορές διαμορφώθηκε στα 20.694,48 ευρώ, δηλαδή 1.724,54 ευρώ τον μήνα, σημειώνοντας αύξηση 3,6% σε τρέχουσες τιμές έναντι του 2023. Σε σταθερές τιμές, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό 2,6% του ΔΤΚ, η αύξηση περιορίζεται στο 1%, γεγονός που καταδεικνύει ήπια βελτίωση της πραγματικής καταναλωτικής δαπάνης. Σε επίπεδο ατόμων, η μέση ετήσια δαπάνη έφτασε τα 8.740,20 ευρώ, αυξημένη κατά 3,7% σε σχέση με πέρυσι. Παρά τη φετινή άνοδο, η μέση ετήσια δαπάνη παραμένει κατά 16,6% χαμηλότερη σε σύγκριση με το 2008, αναδεικνύοντας το μακροχρόνιο αποτύπωμα της κρίσης στην αγοραστική δυνατότητα.
Η φετινή ΕΟΠ έχει επανασχεδιαστεί σύμφωνα με τη νέα ταξινόμηση COICOP-HBS 2018, με τις κύριες ομάδες αγαθών και υπηρεσιών να γίνονται 13 από 12. Δημιουργήθηκε ξεχωριστή κατηγορία για «Ασφάλεια και οικονομικές υπηρεσίες», ενώ οι δαπάνες «πληροφόρησης» μεταφέρθηκαν από την «Αναψυχή και πολιτισμό» στις «Επικοινωνίες». Επιπλέον, οι τακτικές μεταβιβάσεις προς άλλα νοικοκυριά παύουν να περιλαμβάνονται στη δαπάνη, ενώ επιμέρους αναταξινομήσεις έγιναν σε όλο το φάσμα. Εξαιτίας αυτών των μεταβολών, τα αποτελέσματα δεν είναι πλήρως συγκρίσιμα με προηγούμενες δημοσιεύσεις· ωστόσο παρατίθενται ενδεικτικές συγκρίσεις με προσαρμοσμένα στοιχεία 2023, ώστε να διατηρείται μια στοιχειώδης συνέχεια.
Η κατανομή της μέσης μηνιαίας δαπάνης δείχνει ότι η μεγαλύτερη μερίδα του προϋπολογισμού κατευθύνεται σε είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (20,7%), στη στέγαση (14,4%) και στις μεταφορές (13,3%). Στον αντίποδα, η μικρότερη κατηγορία παραμένει η ασφάλεια και οι οικονομικές υπηρεσίες με 2,2% του συνόλου. Σε σχέση με το 2023, οι εντονότερες αυξήσεις καταγράφονται στην «Αναψυχή και πολιτισμό» (+13,5%), στην ένδυση και υπόδηση (+9,5%) και στην εστίαση και φιλοξενία (+6,5%), ενώ μικρές μειώσεις σημειώνονται στα διαρκή αγαθά (–1,1%) και στις επικοινωνίες (–1,1%). Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι, μετά από περίοδο έντονης συμπίεσης, ορισμένες προαιρετικές δαπάνες ανακτούν έδαφος, έστω συγκρατημένα.
Στα είδη διατροφής, η μέση μηνιαία δαπάνη αυξήθηκε σε έλαια και λίπη (+12,6%), ψάρια (+9,3%), φρούτα (+4,8%), ζάχαρη–μαρμελάδες–σοκολάτα (+4,5%), νερά–αναψυκτικά–χυμούς (+3,6%), λαχανικά (+3,3%), κρέας (+3,0%) και καφέ–τσάι–κακάο (+2,8%). Αντίθετα, μειώθηκε στα «λοιπά είδη διατροφής» (–11,9%), στα γαλακτοκομικά και αυγά (–1,7%) και στο «αλεύρι–ψωμί–δημητριακά» (–0,8%). Η διαφοροποίηση των μεταβολών αντικατοπτρίζει και τις τιμολογιακές εξελίξεις στα επί μέρους ράφια, αλλά και αλλαγές στις καταναλωτικές επιλογές των νοικοκυριών.
Το ιστορικό διάγραμμα της μέσης μηνιαίας δαπάνης σε τρέχουσες τιμές αποτυπώνει καθαρά τη διαδρομή από τα προ κρίσης υψηλά, την επακόλουθη πτώση της δεκαετίας, τη μεταπανδημική ανάκαμψη και την πιο πρόσφατη άνοδο. Σε σχέση με το 2010 η δαπάνη παραμένει χαμηλότερη κατά 9,7%, ενώ έναντι του 2008 η απόκλιση φτάνει το 16,6%, παρά τη φετινή ενίσχυση. Σε επίπεδο τρόπου κτήσης, το σύνολο αγορών και απολαβών σε είδος ανήλθε σε 2.199,91 ευρώ μηνιαίως (+4,5%), με τις αγορές να καλύπτουν το 78,4%, την ιδιοπαραγωγή το 0,5%, τις απολαβές από ιδία επιχείρηση το 18,6%, από άλλες πηγές το 2,2% και από τον εργοδότη το 0,3%. Οι απολαβές σε είδος από ιδία επιχείρηση και από ιδιοπαραγωγή παρουσίασαν τις μεγαλύτερες ποσοστιαίες αυξήσεις.
Τα πρότυπα κατανάλωσης διαφοροποιούνται έντονα ανά τύπο νοικοκυριού. Η υψηλότερη μέση δαπάνη εντοπίζεται στα ζευγάρια με ανήλικα παιδιά, όπου το «ζευγάρι με ένα παιδί έως 16 ετών» δαπανά το 147,4% του μέσου, και το «ζευγάρι με δύο παιδιά έως 16 ετών» το 147,1%. Αντίθετα, «άτομο μόνο 65+» κινείται στο 49,4% του μέσου, ένδειξη του περιορισμένου διαθέσιμου εισοδήματος στην τρίτη ηλικία. Κοινός παρονομαστής πάντως σε όλους τους τύπους είναι ότι η ανώτερη κατηγορία δαπάνης παραμένουν τα είδη διατροφής. Η θέση στην εργασία του υπεύθυνου νοικοκυριού επηρεάζει αποφασιστικά τη δαπάνη: τα νοικοκυριά με υπεύθυνο «αυτοαπασχολούμενο με μισθωτούς» δαπανούν το 228,1% του μέσου, τα νοικοκυριά μισθωτών το 120,1%, ενώ τα νοικοκυριά με οικονομικά μη ενεργό ή άνεργο υπεύθυνο περιορίζονται στο 71,2%. Ως προς την ηλικία του υπευθύνου, οι μεγαλύτερες δαπάνες καταγράφονται στην ομάδα 35–44 ετών (133,6% του μέσου), ενώ οι μικρότερες στις ηλικίες 75+ (58,5%).
Η αστικότητα και η γεωγραφία παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες. Τα νοικοκυριά σε αγροτικές περιοχές δαπανούν κατά μέσο όρο 1.296,41 ευρώ τον μήνα, δηλαδή 28,8% λιγότερα από τα αστικά (1.821,26 ευρώ). Η Αττική εμφανίζει την υψηλότερη μέση δαπάνη, στο 117,7% της χώρας (2.030,27 ευρώ), ενώ η Στερεά Ελλάδα βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο με 68,7% του μέσου (1.184,58 ευρώ). Σε ετήσια βάση, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στη Δυτική Μακεδονία (+9,8%), ενώ η Πελοπόννησος σημειώνει τη μικρότερη (+1,4%). Η εποχικότητα αποτυπώνεται στις τριμηνιαίες μεταβολές: από +2,2% στο πρώτο τρίμηνο, στο +1,4% το δεύτερο και +1,0% το τρίτο, με ισχυρή επιτάχυνση στο τέταρτο τρίμηνο (+9,7%) σε σχέση με το αντίστοιχο του 2023.
Σε επίπεδο ποσοτήτων, η μέση μηνιαία κατανάλωση δείχνει μικτές τάσεις. Αύξηση καταγράφεται στα ψάρια (+6,2%), στο γιαούρτι (+3,6%), στα ζυμαρικά (+0,7%), στο ρύζι (+0,5%) και ελαφρώς στο κρέας (+0,4%). Μείωση παρατηρείται στο ελαιόλαδο (–13,9%), στα αυγά (–5,6%), στα οινοπνευματώδη (–5,5%), στα τσιγάρα (–4,2%), στο ψωμί και τα αρτοποιήματα (–3,7%), στο γάλα (–3,6%), στα φρούτα (–1,7%), στα λαχανικά (–0,8%) και στο τυρί (–0,6%). Στην ενέργεια της κύριας κατοικίας, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 8,3%, ενώ μειώθηκε η χρήση στερεών καυσίμων (–16,2%), φυσικού αερίου (–14,8%), υγρών καυσίμων (–8,3%) και οριακά του υγραερίου (–0,1%).
Οι συνθήκες διαβίωσης αποτυπώνουν υψηλά ποσοστά βασικού εξοπλισμού: έγχρωμη τηλεόραση διαθέτει το 98,8% των νοικοκυριών, κινητό τηλέφωνο το 95,8%, σταθερό τηλέφωνο το 87,2%, προσωπικό υπολογιστή με πρόσβαση στο διαδίκτυο το 80,2% και τουλάχιστον ένα ΙΧ αυτοκίνητο το 69%. Αύξηση 10,4% σημείωσε το μερίδιο των νοικοκυριών με πλυντήριο πιάτων (42,1%), ενώ η χρήση κεντρικής θέρμανσης ως κύριας πηγής μειώθηκε κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες στο 56,2%. Ως προς τα χαρακτηριστικά της κατοικίας, το 43,1% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί τρία δωμάτια και το 57,6% ζει σε κατοικία 61–100 τ.μ. Για το μαγείρεμα, 94,6% χρησιμοποιεί ηλεκτρική κουζίνα, ενώ 0,8% δεν μαγειρεύει. Ως κύριο μέσο θέρμανσης, 36,6% διαθέτει καλοριφέρ πετρελαίου και 18,4% φυσικό αέριο, με 0,4% των κατοικιών χωρίς θέρμανση. Για ψύξη, το 78,9% κάνει χρήση κλιματιστικού και 18,2% δεν διαθέτει μέσο ψύξης.
Η ανισοκατανομή της δαπάνης παραμένει έντονη. Ο δείκτης S80/S20 –δηλαδή ο λόγος της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του πλουσιότερου 20% προς το φτωχότερο 20%– ανέρχεται σε 5,68 για τις αγορές (5,64 το 2023) και περιορίζεται σε 4,38 όταν συνυπολογιστούν οι τεκμαρτές δαπάνες της τελικής κατανάλωσης. Τα φτωχότερα νοικοκυριά αύξησαν τις δαπάνες τους κατά 4,8%, τα πλουσιότερα κατά 5,4%. Το μερίδιο της δαπάνης για τρόφιμα φτάνει στο 33,5% για το φτωχότερο πεμπτημόριο και περιορίζεται στο 12,7% για το πλουσιότερο, επιβεβαιώνοντας την εισοδηματική ελαστικότητα της κατανάλωσης τροφίμων. Η μέση μηνιαία ισοδύναμη δαπάνη των φτωχών αντιστοιχεί στο 32,2% εκείνης των μη φτωχών, με τα φτωχά νοικοκυριά να διαθέτουν το 33,7% του προϋπολογισμού τους σε τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη, έναντι 19,7% των μη φτωχών.
Η στατιστική ποιότητα των εκτιμήσεων αποτυπώνεται στους συντελεστές μεταβλητότητας της μέσης ετήσιας δαπάνης ανά κατηγορία: στο σύνολο ανέρχεται σε 1,7%, με χαμηλούς δείκτες σε μεγάλες ομάδες (π.χ. τρόφιμα 1,1%, στέγαση 1,5%, επικοινωνίες 1,2%) και υψηλότερους σε πιο ειδικές κατηγορίες όπως «Αναψυχή και πολιτισμός» (7,9%) και «Εκπαίδευση» (5,8%). Συνολικά, η ΕΟΠ 2024 σκιαγραφεί μια οικονομία νοικοκυριών που κινείται με προσεκτικά βήματα ανάκαμψης σε πραγματικούς όρους, αναδιατάσσει τμήμα των προαιρετικών δαπανών, διαφοροποιεί πρότυπα ανά ηλικία, εργασία, τόπο κατοικίας και οικογενειακή σύνθεση, ενώ διατηρεί υψηλό βαθμό ανισότητας στη διάρθρωση των δαπανών μεταξύ του φτωχότερου και του πλουσιότερου μέρους του πληθυσμού.
Πιο Δημοφιλή
Στο Ελληνικό Κοινοβούλιο δεν έχουμε γροθιές, κλωτσιές!..
«Φωνή που δεν σιωπά: Μας αφαιρούν το βήμα, αλλά όχι το δίκιο και τη φωνή μας !»
Το κόμμα των καθαρμάτων και η εξέγερση των «άπλυτων»
Πιο Πρόσφατα
Εφιάλτης μέσω dating: Άνδρας με HIV επιχείρησε να μολύνει γυναίκα