2 Νοεμβρίου 2026

Πιερρακάκης: InvestAhead 30 επενδυτικές ευκαιρίες και δεκαετής ορίζοντας κυβερνητικών προσδοκιών

Επενδύσεις έως 20 δισ. ευρώ σε ορίζοντα δεκαετίας θέτει ως στόχο η κυβέρνηση μέσω της πρωτοβουλίας InvestAhead, την οποία παρουσίασε τη Δευτέρα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης. Ο σχεδιασμός προβλέπει την καταγραφή περίπου 30 επενδυτικών ευκαιριών σε στρατηγικούς κλάδους, με επιδίωξη τη μετάβαση από την ανάκαμψη σε ευρύτερη παραγωγική ανάπτυξη.

Μιλώντας στην έναρξη του 9ου Athens Investment Forum, ο υπουργός περιέγραψε ένα δεκαετές πλαίσιο προσέλκυσης κεφαλαίων. Τα 20 δισ. ευρώ αποτελούν εκτίμηση δυνητικών επενδύσεων και όχι ποσό ήδη εξασφαλισμένης χρηματοδότησης. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για την αξιολόγηση μιας εξαγγελίας της οποίας το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τις επενδυτικές αποφάσεις και την υλοποίηση συγκεκριμένων σχεδίων.

Ο κ. Πιερρακάκης ανέδειξε την εμπιστοσύνη ως βασική προϋπόθεση για την τοποθέτηση κεφαλαίων, συνδέοντάς την με την ικανότητα μιας χώρας να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει ήδη διαψεύσει αρνητικές προβλέψεις και καλείται πλέον να αποδείξει πως μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που ανοίγονται.

InvestAhead: Οι κλάδοι ενδιαφέροντος και το επενδυτικό κενό

Η πρωτοβουλία αφορά περίπου 30 συγκεκριμένες ευκαιρίες σε τομείς όπως η αγροδιατροφή, η μεταποίηση, η ενέργεια, οι υποδομές και οι υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας. Στον κατάλογο περιλαμβάνονται επίσης η γαλάζια οικονομία, οι εγκαταστάσεις αφαλάτωσης στα νησιά και τα ναυπηγεία σκαφών πολυτελείας.

Σύμφωνα με τον υπουργό, η δυνητική επίδραση αυτών των σχεδίων μπορεί να ανέλθει σε 20 δισ. ευρώ νέων επενδύσεων μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια. Παρουσίασε το InvestAhead ως εργαλείο που εξειδικεύει τα πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας σε αναγνωρίσιμες επενδυτικές δυνατότητες.

Η κυβερνητική φιλοδοξία, όπως την περιέγραψε, είναι να διευρυνθεί η παραγωγική βάση της χώρας. Ωστόσο, η μετάβαση από την παρουσίαση ευκαιριών στην πραγματική παραγωγή απαιτεί κεφάλαια, ολοκληρωμένα έργα και διατηρήσιμη οικονομική δραστηριότητα. Σε αυτά τα αποτελέσματα θα κριθεί η αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού.

Αιτιολογώντας την επιλογή της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, ο κ. Πιερρακάκης επικαλέστηκε τις αλλαγές της τελευταίας επταετίας και τις παρεμβάσεις που προγραμματίζονται. Υποστήριξε ότι η σημερινή οικονομία διαφοροποιείται ουσιαστικά τόσο από εκείνη του 2019 όσο και από την εικόνα της προηγούμενης δεκαετίας.

Στα ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά της χώρας κατέταξε τη γεωγραφική της θέση ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη, καθώς και την τεχνογνωσία στη ναυτιλία, στον τουρισμό και στις εξαγωγές. Ξεχωριστή αναφορά έκανε στις δυνατότητες του ανθρώπινου δυναμικού.

Κατά την προσέγγισή του, οι επενδυτές αποκτούν πρόσβαση και στη διαδικασία μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας. Συνέδεσε αυτή τη δυνατότητα με τις διεθνείς ανακατατάξεις στις εμπορικές διαδρομές, την ενεργειακή αβεβαιότητα και την αναζήτηση μεγαλύτερης ασφάλειας στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Σε αυτό το περιβάλλον, εκτίμησε ότι η Ελλάδα μπορεί να αναλάβει ρόλο στρατηγικής διασύνδεσης της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η γεωοικονομική θέση παρουσιάστηκε ως βασικό στοιχείο του επενδυτικού επιχειρήματος της κυβέρνησης.

Ο υπουργός επικαλέστηκε επίσης την αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026, σύμφωνα με την οποία, όπως ανέφερε, η χώρα δεν εμφανίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες. Χαρακτήρισε την εκτίμηση αυτή ευρωπαϊκή αναγνώριση της προόδου και απέδωσε στη δημοσιονομική αξιοπιστία ρόλο βάσης για περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη.

Παρουσίασε τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης ως οικονομική μεταρρύθμιση. Αναφέρθηκε στο gov.gr, στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, στη διασύνδεση των δημόσιων μητρώων και στην ηλεκτρονική τιμολόγηση, εντάσσοντάς τα στις παρεμβάσεις που επηρεάζουν τη λειτουργία της οικονομίας.

Στη φορολογία, επικαλέστηκε τη μείωση του εταιρικού συντελεστή από 28% σε 22%, τις μειώσεις στη φορολόγηση των μερισμάτων και στις ασφαλιστικές εισφορές. Αναφέρθηκε ακόμη στη σταδιακή υποχώρηση της προκαταβολής φόρου των νομικών προσώπων από 80% σε 50%.

Τα στοιχεία που παρουσίασε καταγράφουν, πάντως, και την απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει τη χώρα από τον επενδυτικό στόχο. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν περίπου στο 11% του ΑΕΠ το 2019, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 21%, ενώ η εκτίμηση για το 2026 διαμορφώνεται στο 17,7%.

Ο κ. Πιερρακάκης υποστήριξε ότι έχει καλυφθεί σημαντικό μέρος του κενού και έθεσε ως επιδίωξη την υπέρβαση του 20% μέχρι τη λήξη της δεκαετίας. Ο στόχος παραμένει επομένως ανοιχτός, παρά την εικόνα προόδου που επιχείρησε να παρουσιάσει.

Χρηματοδότηση μετά το Ταμείο Ανάκαμψης και ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές

Για τη χρηματοδότηση της επόμενης περιόδου, ο υπουργός ανέφερε ότι προετοιμάζεται το πλαίσιο που θα διαδεχθεί το Ταμείο Ανάκαμψης. Στα διαθέσιμα μέσα συμπεριέλαβε την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.

Ανακοίνωσε επίσης νέο πρόγραμμα δανείων και εγγυήσεων με δημόσιους πόρους 1,5 δισ. ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, μπορεί να κινητοποιήσει συνολική χρηματοδότηση 5 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο ποσό αφορά την προσδοκώμενη κινητοποίηση κεφαλαίων και διακρίνεται από την άμεση δημόσια συμμετοχή.

Ιδιαίτερη θέση στην ομιλία είχαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ο κ. Πιερρακάκης υποστήριξε ότι ο μετασχηματισμός της οικονομίας προϋποθέτει να αποκτήσουν χιλιάδες επιχειρήσεις δυνατότητες μεγέθυνσης, συνεργασίας, καινοτομίας και περαιτέρω εξαγωγικής δραστηριότητας.

Η αναφορά αυτή θέτει και συγκεκριμένο κριτήριο για την αποτίμηση των χρηματοδοτικών παρεμβάσεων: το κατά πόσο θα φτάσουν στις επιχειρήσεις που χρειάζονται πόρους για να επεκτείνουν την παραγωγή και τη δραστηριότητά τους.

Αναφερόμενος στον ρόλο του ως προέδρου του Eurogroup, δήλωσε ότι προωθεί τη βαθύτερη ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών. Περιέγραψε ως επιδίωξη την κατεύθυνση περισσότερων αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις.

Στην ευρωπαϊκή ατζέντα συμπεριέλαβε τη δημοσιονομική αξιοπιστία, την τραπεζική ενοποίηση, τη χρηματοδότηση στρατηγικών κλάδων και τον περιορισμό του κατακερματισμού. Αναφέρθηκε επίσης στην ενίσχυση της διεθνούς θέσης του ευρώ, παρουσιάζοντας τα ζητήματα αυτά ως αντικείμενα των συζητήσεων και πρωτοβουλιών του Eurogroup.

Κλείνοντας, παρέπεμψε στη μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας ως ιστορική πηγή έμπνευσης. Το σημερινό ζητούμενο, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, είναι η συγκρότηση οικονομίας υψηλότερης παραγωγικότητας, με μεγαλύτερη αξιοποίηση της γνώσης και της καινοτομίας.

Περιέγραψε ως αναγκαίο συνδυασμό τη σταθερότητα, τις επενδύσεις, τις αποτελεσματικές δημόσιες πολιτικές και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε τη σύνδεση των εγχώριων πλεονεκτημάτων με τη διεθνή τεχνογνωσία.

Υποστήριξε ότι η προσέλκυση επενδύσεων στηρίζεται στη δυνατότητα δημιουργίας αξίας. Έδωσε βάρος στη συνέπεια της οικονομικής στρατηγικής, επισημαίνοντας ότι οι επενδυτές αξιολογούν τη θεσμική επάρκεια και την πολιτική βούληση μιας χώρας να αντιμετωπίζει δυσκολίες χωρίς να εγκαταλείπει τον σχεδιασμό της.

Ο υπουργός ολοκλήρωσε την παρέμβασή του με την προσδοκία η επόμενη δεκαετία να χαρακτηρίζεται από δημιουργία και νέες ευκαιρίες. Για την κυβέρνηση, το ουσιαστικό μέτρο αξιολόγησης παραμένει η μετατροπή των δεκαετών εξαγγελιών σε επενδύσεις που υλοποιούνται και ενισχύουν την παραγωγική δυνατότητα της χώρας.