Ποιος θα ελέγχει τα φαρμακεία του αύριο; Η σύγκρουση για το 33% και το 51%

Στο επίκεντρο μιας νέας αντιπαράθεσης μεταξύ του φαρμακευτικού κλάδου και του Υπουργείου Υγείας βρίσκεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ιδιωτικών φαρμακείων και, κυρίως, το ποιος πρέπει να διαθέτει τον πραγματικό έλεγχο μιας επιχείρησης που ταυτόχρονα αποτελεί κρίσιμο κρίκο της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Αττικής επαναφέρει με ένταση το αίτημα ο αδειούχος φαρμακοποιός να κατέχει υποχρεωτικά τουλάχιστον το 51% της εταιρείας εκμετάλλευσης του φαρμακείου, ώστε η επιστημονική ευθύνη απέναντι στον ασθενή να συνοδεύεται και από ουσιαστικό εταιρικό έλεγχο.

Η συζήτηση απέκτησε νέα δυναμική μετά την ψήφιση του νόμου 5302/2026. Με το άρθρο 33 προβλέφθηκε ότι, στα φαρμακεία που λειτουργούν υπό συγκεκριμένη εταιρική μορφή, ο φαρμακοποιός στον οποίο έχει χορηγηθεί η άδεια ίδρυσης πρέπει να συμμετέχει με ποσοστό τουλάχιστον 33% στο κεφάλαιο, στα κέρδη και στις ζημίες της εταιρείας.

Η ρύθμιση αποτέλεσε μεταβολή σε σχέση με το προηγούμενο πλαίσιο και αναγνωρίστηκε από εκπροσώπους του κλάδου ως ένα βήμα προς την ενίσχυση του ρόλου του φαρμακοποιού. Ο ΦΣΑ, ωστόσο, θεωρεί ότι το ποσοστό του 33% αφήνει ανοιχτό το βασικό ζήτημα: την κατοχύρωση της πλειοψηφικής συμμετοχής του επιστήμονα που φέρει την ευθύνη λειτουργίας του φαρμακείου.

Ο ΦΣΑ ζητά 51%: Επιστημονική ευθύνη μαζί με πραγματικό έλεγχο

Η θέση του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής είναι συγκεκριμένη. Ο αδειούχος φαρμακοποιός πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον το 51%, ενώ ο Σύλλογος έχει ταχθεί και υπέρ περιορισμών ως προς τη συμμετοχή εταιρειών και επενδυτικών σχημάτων στον έλεγχο των φαρμακείων.

Ο πρόεδρος του ΦΣΑ, Ηλίας Βασιλαδιώτης, έχει χαρακτηρίσει το 33% θετική μεταβολή, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ουσιαστική θωράκιση του επαγγέλματος, κατά τη θέση του Συλλόγου, προϋποθέτει την κατοχύρωση του 51%, την απαγόρευση συμμετοχής μη φυσικών προσώπων και την εφαρμογή της αρχής «μία άδεια ανά φαρμακοποιό».

Η επιχειρηματολογία του Συλλόγου στηρίζεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του φαρμακείου. Πρόκειται για οικονομική δραστηριότητα που οφείλει να είναι βιώσιμη, παράλληλα όμως αποτελεί χώρο διάθεσης φαρμάκων και παροχής επιστημονικής συμβουλής, όπου ο φαρμακοποιός φέρει προσωπική επαγγελματική και επιστημονική ευθύνη.

Για τον ΦΣΑ, η απόσταση ανάμεσα στην επιστημονική ευθύνη και στον εταιρικό έλεγχο μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα όταν οι εμπορικές επιλογές της πλειοψηφίας συγκρούονται με την επαγγελματική κρίση του υπεύθυνου φαρμακοποιού.

Υπό αυτή την οπτική, η συμμετοχή του φαρμακοποιού ως μειοψηφικού εταίρου δεν θεωρείται επαρκής εγγύηση για την ανεξαρτησία του. Με ποσοστό 33%, ο επιστήμονας μπορεί να φέρει την ευθύνη για τη λειτουργία του φαρμακείου χωρίς να διαθέτει την πλειοψηφία που απαιτείται για τον καθορισμό των βασικών εταιρικών αποφάσεων.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς το φαρμακείο αποτελεί για χιλιάδες πολίτες το πρώτο σημείο επαφής με το σύστημα υγείας. Εκεί εκτελούνται συνταγές, δίνονται οδηγίες για τη σωστή λήψη φαρμάκων, πραγματοποιούνται εμβολιασμοί και παρέχονται συμβουλές για καθημερινά προβλήματα υγείας.

Η εγκύκλιος του Υπουργείου και ο φόβος για μεγαλύτερη είσοδο οικονομικών σχημάτων

Νέα ένταση στη συζήτηση προκάλεσε η διευκρινιστική εγκύκλιος που εξέδωσε το Υπουργείο Υγείας στις 30 Σεπτεμβρίου για την εφαρμογή του άρθρου 33 του νόμου 5302/2026.

Η εγκύκλιος αποσαφηνίζει τον τρόπο εφαρμογής του νέου κατώτατου ποσοστού συμμετοχής, όμως στον φαρμακευτικό κλάδο συνεχίζεται η συζήτηση για το εύρος εφαρμογής του μέτρου και τις περιπτώσεις που εξακολουθούν να διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις.

Ο ΦΣΑ εκφράζει την ανησυχία ότι η διατήρηση σχημάτων στα οποία ο αδειούχος φαρμακοποιός δεν διαθέτει πλειοψηφική συμμετοχή μπορεί να επιτρέψει σε οικονομικά ισχυρότερους εταίρους να αποκτούν τον ουσιαστικό έλεγχο επιχειρήσεων φαρμακείου.

Στο πλαίσιο αυτής της κριτικής έχουν διατυπωθεί από τον κλάδο αιχμές για τα οικονομικά συμφέροντα που μπορεί να ευνοηθούν από ένα περισσότερο ανοικτό ιδιοκτησιακό μοντέλο. Οι αιχμές αυτές αποτελούν θέση των εκπροσώπων των φαρμακοποιών και μέχρι σήμερα δεν συνοδεύονται από τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν παρέμβαση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων στη νομοθετική διαδικασία.

Η βασική ανησυχία αφορά την πιθανότητα σταδιακής δημιουργίας μιας αγοράς με διαφορετικά μοντέλα φαρμακείων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι ανεξάρτητοι φαρμακοποιοί που διαθέτουν οι ίδιοι την επιχείρηση και φέρουν την επιστημονική ευθύνη. Από την άλλη μπορούν να αναπτυχθούν εταιρικά σχήματα με μεγαλύτερα κεφάλαια, όπου ο φαρμακοποιός κατέχει μειοψηφική συμμετοχή.

Ο ΦΣΑ θεωρεί ότι μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες άνισου ανταγωνισμού και να μεταβάλει σταδιακά τη φυσιογνωμία του ελληνικού φαρμακείου, ιδιαίτερα εάν μεγάλα επιχειρηματικά σχήματα αποκτήσουν τη δυνατότητα ισχυρότερης παρουσίας στην αγορά.

Το επίδικο, επομένως, ξεπερνά τη διαφορά ανάμεσα στο 33% και το 51%. Αφορά το μοντέλο λειτουργίας του φαρμακείου τα επόμενα χρόνια και τη σχέση ανάμεσα στην επιχειρηματική ιδιοκτησία και στην επιστημονική ανεξαρτησία.

Η κυβέρνηση επέλεξε με τον νόμο 5302/2026 να θέσει για τις συγκεκριμένες εταιρείες το κατώτατο όριο συμμετοχής του αδειούχου φαρμακοποιού στο 33%. Ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Αττικής επιμένει ότι το ποσοστό πρέπει να αυξηθεί στο 51%, ώστε ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την επιστημονική ευθύνη να διαθέτει παράλληλα και τον αποφασιστικό λόγο στη διοίκηση της επιχείρησης.

Η αντιπαράθεση παραμένει ανοιχτή και αφορά τελικά τον ίδιο τον χαρακτήρα του φαρμακείου στην Ελλάδα: τον βαθμό στον οποίο θα παραμείνει ένα ανεξάρτητο σημείο παροχής υπηρεσιών υγείας υπό τον ουσιαστικό έλεγχο του φαρμακοποιού και τον χώρο που θα καταλάβουν στο μέλλον μεγαλύτερα επιχειρηματικά και επενδυτικά σχήματα.