18 Μαΐου 2026

Politico: Έρευνα για ελληνικές δομές μεταναστών και διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων

Στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βρίσκεται η διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων από την Ελλάδα για δομές μεταναστών την περίοδο 2020-2021, σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, το οποίο επικαλείται δύο Έλληνες αξιωματούχους με γνώση της υπόθεσης.

Η έρευνα αφορά δύο κέντρα υποδοχής και φιλοξενίας που κατασκευάστηκαν εν μέσω της πανδημίας, στη Μαλακάσα και στη Σιντική Σερρών, με συνολικό κόστος περίπου 11,3 εκατ. ευρώ. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι συμβάσεις φέρονται να ανατέθηκαν σε ιδιωτικές εταιρείες χωρίς δημόσιο διαγωνισμό, ενώ το κόστος τους αποτιμάται έως και 15 φορές υψηλότερο από αντίστοιχα έργα.

Οι απευθείας αναθέσεις και το υψηλό κόστος

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όταν ρωτήθηκε από το Politico, απέφυγε να σχολιάσει την υπόθεση, επικαλούμενη την πάγια θέση της ότι δεν τοποθετείται για εκκρεμείς έρευνες, ώστε να μη διακινδυνεύεται η διαδικασία και το αποτέλεσμά της.

Οι συμβάσεις που ελέγχονται ανήκουν στις πρώτες που υλοποιήθηκαν μετά τη μεταφορά της εποπτείας των δομών από τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης στην ελληνική κυβέρνηση. Μέχρι το 2019, ο ΔΟΜ είχε κεντρικό ρόλο στην κατασκευή τέτοιων εγκαταστάσεων στην Ελλάδα. Στη συνέχεια, η ευθύνη πέρασε στο ελληνικό υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.

Το ζήτημα των απευθείας αναθέσεων είχε ήδη προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις από το 2020. Τότε, η κυβέρνηση είχε επικαλεστεί την ανάγκη ταχείας κατασκευής και παράδοσης των δομών λόγω των μεταναστευτικών πιέσεων. Ωστόσο, τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες δείχνουν ότι οι αφίξεις στην Ελλάδα το 2020 είχαν μειωθεί δραστικά, στις 15.696, από 74.649 το 2019.

Μαλακάσα και Σιντική στο επίκεντρο της έρευνας

Η πρώτη σύμβαση που ερευνάται αφορά την επέκταση της υπάρχουσας δομής στη Μαλακάσα, με σκοπό τη φιλοξενία 1.500 μεταναστών που θα μεταφέρονταν από τα νησιά. Η ανάθεση έγινε τον Απρίλιο του 2020 σε εταιρεία με έδρα την Αθήνα, χωρίς προηγούμενη διαγωνιστική διαδικασία.

Η αρχική συμφωνία για τη βασική συντήρηση της εγκατάστασης ανερχόταν σε 4,3 εκατ. ευρώ. Το έργο, όμως, παραδόθηκε έπειτα από τουλάχιστον πέντε παρατάσεις και μία συμπληρωματική σύμβαση ύψους 1,7 εκατ. ευρώ.

Η δεύτερη υπόθεση αφορά το κέντρο στη βόρεια Ελλάδα, στη Σιντική. Η σύμβαση ανατέθηκε τον Ιούλιο του 2020 σε τεχνική εταιρεία με έδρα την Καβάλα, με αρχικό κόστος 3,6 εκατ. ευρώ. Και αυτό το έργο έλαβε τουλάχιστον τρεις παρατάσεις έως την ολοκλήρωσή του, ενώ προστέθηκε επιπλέον δαπάνη 1,7 εκατ. ευρώ.

Ανώτερο στέλεχος της διοίκησης του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου εκείνης της περιόδου υποστήριξε ότι το έργο είχε ελεγχθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο και είχε λάβει θετική έκθεση. Παρά ταύτα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά πλέον το κατά πόσο η διαδικασία ανάθεσης και το ύψος των δαπανών συνάδουν με τους κανόνες χρηστής διαχείρισης των κοινοτικών πόρων.

Το έγγραφο που ανεβάζει την πολιτική πίεση

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά εσωτερικό έγγραφο διεθνούς οργανισμού με αντικείμενο τη μετανάστευση και έδρα στην Ελλάδα, το οποίο επικαλείται η «Καθημερινή». Σύμφωνα με το έγγραφο, το κόστος των δύο δομών ήταν δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με κάθε άλλο αντίστοιχο έργο που είχε χρηματοδοτηθεί στην Ελλάδα από τη Γενική Διεύθυνση Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Κομισιόν.

Το ίδιο έγγραφο φέρεται να αναφέρει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε χρηματοδοτήσει παρόμοιες δράσεις, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στο ίδιο ή και σε μικρότερο χρονικό διάστημα, με κόστος έως και 15 φορές χαμηλότερο από εκείνο που κατέβαλε το ελληνικό υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η σύγκριση ανά ωφελούμενο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του οργανισμού, για άλλες εγκαταστάσεις με παρόμοια χαρακτηριστικά η ίδια κυβέρνηση είχε δαπανήσει περίπου 270 ευρώ ανά ωφελούμενο, ενώ στη Μαλακάσα το κόστος φέρεται να έφτασε τα 23.900 ευρώ ανά ωφελούμενο.

Η υπόθεση προσθέτει νέο βάρος στην πολιτική πίεση που δέχεται η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Μετά τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για κοινοτικές επιδοτήσεις στον αγροτικό τομέα και τις παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών, το μέτωπο των δομών μεταναστών ανοίγει ακόμη ένα πεδίο θεσμικού ελέγχου.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό και βαρύ: πώς έργα που χρηματοδοτήθηκαν με ευρωπαϊκό χρήμα, σε περίοδο μειωμένων αφίξεων και χωρίς δημόσιο διαγωνισμό, έφτασαν να κοστίζουν πολλαπλάσια από συγκρίσιμες παρεμβάσεις. Η απάντηση δεν αφορά μόνο τη διοικητική νομιμότητα. Αφορά τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αξιοπιστία του κράτους στη διαχείριση κοινοτικών πόρων.