«Δολοφονία χαρακτήρα γιατί έκανα τη δουλειά μου»: Ο Χρήστος Ράμμος σπάει τη σιωπή του για το σκάνδαλο των υποκλοπών
Ένα μήνα μετά την παραίτησή του από τη θέση του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, ο επίτιμος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Χρήστος Ράμμος μίλησε δημόσια για όλα όσα έζησε κατά την κρίσιμη περίοδο του σκανδάλου των υποκλοπών, σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη με τον καθηγητή Ξενοφώντα Κοντιάδη στο πλαίσιο του podcast «Συναντήσεις στο Σύνταγμα» του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Ήταν η πρώτη φορά που ο ίδιος τοποθετήθηκε με τόση ευθύτητα για το βάρος που σήκωσε ως επικεφαλής μιας Ανεξάρτητης Αρχής που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα.
Ο Χρήστος Ράμμος υπηρέτησε την ΑΔΑΕ για έξι συνεχόμενα χρόνια, με μια θητεία που χαρακτηρίστηκε από τις συνεχείς κυβερνητικές παρεμβάσεις, τις μεθοδεύσεις για περιορισμό της δράσης της Αρχής, αλλά και την ανοιχτή προσπάθεια φίμωσης όταν το έργο της άρχισε να αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας. Όπως ο ίδιος περιγράφει, η πίεση ήταν πολυμέτωπη και η στοχοποίησή του είχε καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, επειδή «απλώς έκανε τη δουλειά του».
Αναφερόμενος στη δημόσια στοχοποίηση από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, θυμήθηκε με εμφανή συγκίνηση τη στιγμή που δάκρυσε υπερασπιζόμενος την προσωπική και επαγγελματική του τιμή, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον κατηγόρησε ότι «είχε ατζέντα». Η κατηγορία αυτή, είπε, αποτέλεσε την κορύφωση ενός ευρύτερου σχεδίου δολοφονίας χαρακτήρα από την κυβερνητική παράταξη, που είχε στόχο να απαξιώσει το έργο της ΑΔΑΕ και να πλήξει την ανεξαρτησία της.
Ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ δεν δίστασε να περιγράψει με σαφήνεια τις μεθοδεύσεις και τις επιθέσεις που δέχθηκε όταν κατέθεσε στις ευρωπαϊκές επιτροπές PEGA και LIEBE, οι οποίες ερευνούσαν τις παρακολουθήσεις και την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα. Όπως υπογράμμισε, οι καταθέσεις του δεν ήταν αυτοβούλως αλλά κατόπιν επίσημης κλήσης, όπως συνέβη και με άλλους κρατικούς λειτουργούς. Ωστόσο, δέχθηκε σφοδρή επίθεση επειδή, όπως είπε, «τόλμησε» να πει την αλήθεια σε ευρωπαϊκά όργανα.
Απαντώντας στις κατηγορίες ότι «διεθνοποίησε» εσωτερική υπόθεση, σημείωσε σκωπτικά ότι δεν γνωρίζει να υπάρχει απαγόρευση για Έλληνες πολίτες ή κρατικούς λειτουργούς να καταθέτουν στο Ευρωκοινοβούλιο, έναν θεσμό με πανευρωπαϊκή νομιμοποίηση, στον οποίο συμμετέχουν και Έλληνες ευρωβουλευτές. Επέμεινε πως όσα δήλωσε ενώπιον των επιτροπών ήταν ακριβώς τα ίδια που είχε ήδη παραθέσει στις εξεταστικές επιτροπές της ελληνικής Βουλής. Όπως σχολίασε δηκτικά, «δεν μπορεί από τη μια να επικαλούμαστε το ενωσιακό δίκαιο για να υπερκαλύψει το εθνικό, και από την άλλη να θεωρούμε προδοσία μια κατάθεση στο Ευρωκοινοβούλιο».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον θεσμικό ρόλο της ΑΔΑΕ και στην απόπειρα απονεύρωσής της μέσω της Δικαιοσύνης. Με δριμύτητα κατήγγειλε τη γνωμοδότηση του τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, ο οποίος εν μέσω της έρευνας για τις παρακολουθήσεις έκρινε αυθαίρετα ότι η ΑΔΑΕ δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγχει περιπτώσεις παρακολουθήσεων που γίνονται για λόγους εθνικής ασφάλειας. Ο κ. Ράμμος επισήμανε ότι τέτοια γνωμοδότηση δεν προβλέπεται από πουθενά και συνοδεύτηκε μάλιστα από έμμεσες απειλές προς την Αρχή για κατασκοπεία και αποκάλυψη κρατικών μυστικών. Χαρακτήρισε τη στάση αυτή θεσμικά απαράδεκτη και εκτός πλαισίου Συνταγματικής τάξης, τονίζοντας πως μια ανεξάρτητη αρχή δεν μπορεί να λειτουργεί υπό καθεστώς εκφοβισμού.
Στην ίδια κατεύθυνση, κατήγγειλε την αιφνιδιαστική και νυχτερινή αλλαγή μελών της ΑΔΑΕ από την κυβέρνηση, λίγες μόλις ώρες πριν από συνεδρίαση στην οποία επρόκειτο να επιβληθούν πρόστιμα στην ΕΥΠ για την άρνηση συνεργασίας με την Αρχή. Τα νέα μέλη, όπως υποστήριξε, «εμφανίστηκαν πρόθυμα να αλλάξουν τις ισορροπίες» και ουσιαστικά να σταματήσουν τις κυρώσεις, οδηγώντας σε θεσμική εκτροπή τη λειτουργία της ΑΔΑΕ. Η παρέμβαση αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν ξεκάθαρα πολιτική και εντασσόταν σε μια προσπάθεια ελέγχου των ανεξάρτητων θεσμών από την εκτελεστική εξουσία.
Παράλληλα, ο κ. Ράμμος αποκάλυψε ότι χιλιάδες εισαγγελικές διατάξεις παρακολούθησης υπεγράφησαν από την αρμόδια εισαγγελέα της ΕΥΠ χωρίς καμία απολύτως τεκμηρίωση, κατά παράβαση της ευρωπαϊκής νομολογίας. Όπως τόνισε, σε κανέναν από αυτούς τους φακέλους δεν υπήρχε αιτιολογία για το λόγο της άρσης του απορρήτου, κάτι που απαιτείται ρητά από το ευρωπαϊκό δίκαιο. «Δεν μπορεί ένας εισαγγελέας να αποφασίζει για την παρακολούθηση ενός πολίτη χωρίς να αναφέρει καμία αιτία», ανέφερε, τονίζοντας ότι η απόλυτη αδιαφάνεια στον μηχανισμό παρακολουθήσεων συνιστά ευθεία απειλή για το κράτος δικαίου.
Ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις διαρκείς προσπάθειες υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης της Αρχής, στοιχεία που την καθιστούσαν εξ αρχής λιγότερο αποτελεσματική στο έργο της. Κατά την εκτίμησή του, αυτό δεν ήταν τυχαίο αλλά εντασσόταν σε μια ευρύτερη κυβερνητική τακτική: η δημιουργία συνθηκών που εμποδίζουν τις ανεξάρτητες αρχές να επιτελούν το έργο τους με πλήρη επάρκεια, αφήνοντάς τες έκθετες και ευάλωτες σε θεσμικές παρεμβάσεις.
Η μαρτυρία του Χρήστου Ράμμου αποτελεί ένα ηχηρό κατηγορώ απέναντι σε ένα πολιτικό και θεσμικό σύστημα που, όπως περιγράφει, επέλεξε τη σύγκρουση με την ανεξαρτησία αντί της συνεργασίας με τη διαφάνεια. Παρά τις διαρκείς πιέσεις, ο ίδιος επέμεινε σε μια πορεία ευθύνης, προσήλωσης στο Σύνταγμα και υπεράσπισης της θεσμικής τάξης. Ίσως γι’ αυτό, όπως σχολιάζουν πλέον πολλοί, κατόρθωσε να παραμείνει στη θέση του περισσότερο απ’ όσο θα επέτρεπε το καθεστώς που τελικά τον ώθησε στην έξοδο. Η μαρτυρία του, όμως, παραμένει: ένα τεκμήριο αντίστασης στην εκτροπή, αλλά και ένας καθρέφτης για την ποιότητα του κράτους δικαίου στην Ελλάδα του 2025.
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξή του:
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
Η συμφωνία Χαφτάρ-Πακιστάν απειλεί την ελληνική εθνική ασφάλεια