Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΕΝΟΒΕΦΑ

10 Ιουλίου 2025

Σαμαράς, Τσίπρας, Μητσοτάκης: Οι αριθμοί που (δεν) βγαίνουν

Η εγχώρια πολιτική σκηνή φαίνεται να εισέρχεται σε μία νέα περίοδο ανακατατάξεων, με τρεις πρώην ή νυν πρωταγωνιστές να επανεξετάζουν τη θέση και τον ρόλο τους ενόψει των εκλογών του 2027. Από τη μία, ο Αντώνης Σαμαράς προσανατολίζεται στη δημιουργία νέου πολιτικού σχηματισμού. Από την άλλη, ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται δυναμικά, σχεδιάζοντας την ίδρυση νέου κόμματος στον ευρύτερο αριστερό χώρο. Την ίδια στιγμή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να διαχειριστεί τις προκλήσεις μιας εύθραυστης κυβερνητικής καθημερινότητας και να διατηρήσει το πολιτικό του κεφάλαιο. Καθώς οι τρεις αυτοί παράγοντες χαράσσουν τις στρατηγικές τους, στα επιτελεία εκτυλίσσονται προβλέψεις, εκτιμήσεις και φιλοδοξίες – πολλές εκ των οποίων κινδυνεύουν να διαψευστούν εκκωφαντικά.

Ο Αντώνης Σαμαράς, σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, θεωρεί πιθανή την ενεργοποίηση ενός νέου δεξιού σχηματισμού, με φιλοδοξία να αποσπάσει τουλάχιστον 10% στις επόμενες εθνικές εκλογές. Ένα τέτοιο ποσοστό, εφόσον επιτευχθεί, θα σημάνει σοβαρή φθορά για τη Νέα Δημοκρατία, καθώς είναι σαφές ότι η δεξαμενή ψηφοφόρων του Σαμαρά θα προέλθει κυρίως από τα «δεξιά» της. Ωστόσο, ο στόχος αυτός μόνο εύκολος δεν είναι. Ο Σαμαράς καλείται να αναμετρηθεί με τον ήδη εδραιωμένο στον χώρο της λαϊκής δεξιάς Κυριάκο Βελόπουλο, αλλά και με τον Ηλία Κασιδιάρη, η επιστροφή του οποίου στη δημόσια σφαίρα ενδέχεται να λειτουργήσει καταλυτικά – αν όχι αποσταθεροποιητικά – για τη διαμόρφωση των εκλογικών ισορροπιών.

Η αντιπαλότητα μεταξύ Κασιδιάρη και Σαμαρά είναι δεδομένη και ενδέχεται να μετατραπεί σε μείζον εσωτερικό μέτωπο του ευρύτερου δεξιού φάσματος. Στην πολιτική ταυτότητα του εγχειρήματος Σαμαρά αναμένεται να παίξει ρόλο και η αναφορά του στον Ντόναλντ Τραμπ, με τον οποίο δηλώνει πολιτική συγγένεια. Αν υπάρξει εμπλοκή Ελλήνων Ρεπουμπλικάνων ή επιχειρηθεί υιοθέτηση του ιδεολογικού τους αποτυπώματος, τότε το πολιτικό στίγμα του νέου κόμματος θα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία.

Στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, ο Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει την ίδρυση νέου φορέα που θα αποσκοπεί στην ενοποίηση – ή τουλάχιστον στη συσπείρωση – του διασπασμένου και κατακερματισμένου αριστερού χώρου. Ο στόχος που φέρεται να έχει θέσει είναι η επίτευξη ενός ποσοστού της τάξης του 15%. Ο Τσίπρας, αν και δεν φέρει την πολιτική φθορά άλλων προσώπων του αριστερού χώρου, θεωρείται δοκιμασμένος, ενώ διατηρεί ενεργές πολιτικές επαφές και σε διεθνές επίπεδο – με πιο χαρακτηριστική τη σχέση του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, με τον οποίο έχει συνομιλήσει επανειλημμένως.

Το παρελθόν, με αποκορύφωμα τα capital controls του 2015, συνεχίζει να τον ακολουθεί, ωστόσο υπάρχουν εκδοχές που ανατρέπουν την αφήγηση της απόλυτης ευθύνης, όπως αυτή του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Πικραμένου, που είχε αναφερθεί σε σχέδιο κεφαλαιακών περιορισμών ήδη από το 2012. Σε κάθε περίπτωση, η συγκρότηση ενός ενιαίου αριστερού μετώπου παραμένει ζητούμενο, καθώς οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και η χρόνια πολυδιάσπαση απειλούν να υπονομεύσουν κάθε προσπάθεια ενοποίησης. Το 15% παραμένει φιλόδοξος αλλά όχι εξωπραγματικός στόχος, υπό την προϋπόθεση ότι ο Τσίπρας θα καταφέρει να εμφανιστεί ως ηγετική φυσιογνωμία και ρεαλιστική επιλογή για έναν απογοητευμένο προοδευτικό κόσμο.

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στοχεύει να διατηρήσει την πολιτική του κυριαρχία με ποσοστά κοντά στο 30%. Ωστόσο, η επιδίωξη αυτή φαντάζει δύσκολη σε ένα κλίμα γενικευμένης φθοράς, όπου οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ προσθέτουν μια νέα διάσταση κρίσης αξιοπιστίας για τη Νέα Δημοκρατία. Η υπόθεση αυτή περιγράφεται όχι απλώς ως αμέλεια, αλλά ως καλοστημένο και δόλιο σχέδιο, που θέτει υπό αμφισβήτηση τη θεσμική λειτουργία του κράτους. Αν το δυστύχημα στα Τέμπη συμβόλιζε την ανικανότητα, ο ΟΠΕΚΕΠΕ προσομοιάζει περισσότερο με ένα βαθύτερο πρόβλημα λειτουργίας της δημοκρατίας.

Το κομματικό ακροατήριο της ΝΔ παραμένει σταθερό μεταξύ των μεγαλύτερων ηλικιών, ενώ η νεολαία εμφανίζεται αποστασιοποιημένη. Η μεσαία τάξη παραμένει ο εν δυνάμει ρυθμιστικός παράγοντας, αλλά δεν δίνει ακόμη σαφή στήριξη. Επιπλέον, ο Μητσοτάκης δεν έχει καμία οργανική σχέση με τον Τραμπ ή τον Πούτιν – δύο ηγέτες που, παρά τα αντιφατικά τους χαρακτηριστικά, διατηρούν ισχυρή επιρροή σε μεγάλα τμήματα των εκλογικών σωμάτων τους. Αντίθετα, διατηρεί στενή σχέση με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μια πολιτικό που στη χώρα μας δεν απολαμβάνει θετικής εικόνας, κυρίως λόγω της συνδεσής της με το γερμανικό κατεστημένο και τη γραφειοκρατική ηγεσία των Βρυξελλών.

Η μάχη για την επιβεβαίωση ή τη διάψευση των εκλογικών στόχων θα είναι αμείλικτη. Στις εκλογές του 2027, αναμένεται ένα πολιτικό σκηνικό γεμάτο ανατροπές, απρόβλεπτες εξελίξεις και συγκρούσεις με μεγάλο βάθος, ενώ οι πολιτικοί παίκτες θα κληθούν να πάρουν αποφάσεις υψηλού ρίσκου. Η επόμενη διετία δεν θα είναι μόνο μια προεκλογική περίοδος· θα είναι ένα σκληρό τεστ επιβίωσης για κόμματα, ηγέτες και ιδέες, σε μια Ελλάδα που αλλάζει ραγδαία και ασύμμετρα.

Ετικέτες: