Ο πόλεμος στο Ιράν τινάζει στον αέρα την Αν. Μεσόγειο – Σε τροχιά πολεμικής σύγκρουσης Ελλάδα και Τουρκία
Σε μια αχανή πυριτιδαποθήκη μεταμορφώνεται η Ανατολική Μεσόγειος, καθώς η ανάφλεξη στο Ιράν σπρώχνει την Κύπρο βαθύτερα στη ζώνη των βαλλιστικών πυραύλων και των μη επανδρωμένων επιθέσεων. Αθήνα και Άγκυρα κινούνται πλέον σε κατάσταση ύψιστης επιφυλακής, με το δάχτυλο κοντά στη σκανδάλη, την ώρα που η στρατιωτικοποίηση του Αιγαίου και της Μεγαλονήσου διαλύει τα τελευταία απομεινάρια διπλωματικής συνεννόησης και φέρνει δύο κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ μπροστά στο φάσμα μιας ολέθριας αναμέτρησης. Το περιφερειακό status quo δείχνει να υποχωρεί και ο εφιάλτης ενός γενικευμένου πολέμου παύει να μοιάζει μακρινός.
Όπως σημειώνει το Balkan Insight, το πρωί της 13ης Μαρτίου οι κάτοικοι των Αδάνων, στη νότια Τουρκία και σε μικρή απόσταση από τις κυπριακές ακτές, ξύπνησαν μέσα στον ήχο των σειρήνων. Λίγο αργότερα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γέμισαν με βίντεο που κατέγραφαν ένα ταχύτατα κινούμενο αντικείμενο στον σκοτεινό ουρανό, το οποίο φαινόταν να φλέγεται. Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι επρόκειτο για ιρανικό βαλλιστικό πύραυλο, ο οποίος είχε εκτοξευθεί προς μία από τις δύο βρετανικές στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο. Σύμφωνα με την τουρκική εκδοχή, ο πύραυλος «εξουδετερώθηκε από τα αεροπορικά και αντιαεροπορικά μέσα του ΝΑΤΟ που έχουν αναπτυχθεί στην Ανατολική Μεσόγειο».
Το περιστατικό ήρθε να προστεθεί σε μια αλυσίδα ανησυχητικών γεγονότων γύρω από την Κύπρο από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Νωρίτερα μέσα στον Μάρτιο, ιρανικό drone έπληξε μία από τις δύο βρετανικές βάσεις, ενώ βαλλιστικός πύραυλος αναχαιτίστηκε στον τουρκικό εναέριο χώρο. Οι επιθέσεις αυτές ακολούθησαν την απόφαση του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ να αποδεχθεί, όπως ανακοίνωσε το Λονδίνο, τα αιτήματα της Ουάσιγκτον για χρήση των βρετανικών βάσεων «για συγκεκριμένο και περιορισμένο αμυντικό σκοπό», προκειμένου να αποτραπεί η εκτόξευση πυραύλων από το Ιράν σε ολόκληρη την περιοχή με κίνδυνο απωλειών αμάχων.
Η πρώτη επίθεση με drone προκάλεσε άμεση κινητοποίηση. Ελλάδα, Βρετανία, Γαλλία, Ισπανία, Κάτω Χώρες και Ιταλία έσπευσαν να αποστείλουν πολεμικά πλοία και άλλα αμυντικά μέσα στην Ανατολική Μεσόγειο. Μέσα σε μόλις δέκα ημέρες από το πλήγμα στη βρετανική βάση, η Κύπρος και τα γύρω ύδατα μετατράπηκαν, όπως έγραψε ο David Wingrave στο New Statesman, στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ναυτική συγκέντρωση των τελευταίων ετών, ενισχύοντας παράλληλα μια ήδη ισχυρή αμερικανική παρουσία, στην οποία περιλαμβάνονται καταδρομικά και το αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford. Στις 9 Μαρτίου, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν βρέθηκε στην Κύπρο, στάθηκε δίπλα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Νίκο Χριστοδουλίδη στην κύρια αεροπορική βάση της Πάφου και έστειλε σαφές πολιτικό μήνυμα: «Όταν η Κύπρος δέχεται επίθεση, η Ευρώπη δέχεται επίθεση. Είμαστε δεμένοι ο ένας με τον άλλον μέσω στρατηγικών εταιρικών σχέσεων».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κλιμάκωση γύρω από την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το ήδη τεταμένο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η Κύπρος, ουσιαστικά διχοτομημένη από το 1974, όταν η τουρκική εισβολή ακολούθησε το πραξικόπημα που στηρίχθηκε από την ελληνική χούντα, εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο ευαίσθητους κόμβους έντασης μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας. Η νέα στρατιωτική κινητικότητα φόρτισε εκ νέου το κλίμα και από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν όλο και πιο αιχμηρές δηλώσεις.
Ύστερα από αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Ελλάδα αποφάσισε στις 3 Μαρτίου να αποστείλει δύο φρεγάτες, εκ των οποίων η μία φέρει το αντι-drone σύστημα «Κένταυρος», καθώς και ένα ζεύγος μαχητικών F-16 για την αντιμετώπιση πιθανών απειλών. Παράλληλα, με επίκληση αμυντικών αναγκών, το ελληνικό υπουργείο Άμυνας προχώρησε, σύμφωνα με ελληνικά μέσα ενημέρωσης, στην αποστολή συστημάτων Patriot και αντιβαλλιστικών δυνατοτήτων στην Κάρπαθο, στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Η Τουρκία αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη αυτή παραβιάζει διεθνείς συνθήκες και ακολούθησε με την αποστολή μαχητικών F-16 και συστημάτων αεράμυνας στη βόρεια Κύπρο. Σε ανάρτησή του στο X στις 9 Μαρτίου, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας υποστήριξε ότι η κίνηση εντάσσεται στη «σταδιακή προσέγγιση για την ενίσχυση της ασφάλειας της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων στην περιοχή μας». Η Αθήνα απάντησε καταγγέλλοντας την τουρκική ενέργεια ως πράξη παράνομου κατακτητή.
Η σκληρή ρητορική δεν υποχωρεί. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης καταδίκασε εκ νέου τις κινήσεις της Άγκυρας, σημειώνοντας ότι όσα μέσα κι αν μεταφερθούν στην Κύπρο, η Τουρκία παραμένει κατοχική δύναμη με ισχυρή στρατιωτική παρουσία στο νησί. Από την άλλη πλευρά, οι τουρκοκυπριακές αρχές επέκριναν την αυξανόμενη παρουσία της Ελλάδας και των συμμάχων της, υποστηρίζοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία άνοιξε μονομερώς το νησί για στρατιωτική αξιοποίηση από χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η Γαλλία, μετατρέποντάς το σε βάση που εξυπηρετεί ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα και το εκθέτει άμεσα σε κίνδυνο. Σύμφωνα με την τουρκική αφήγηση, η Κύπρος κινδυνεύει πλέον να καταστεί στόχος ακριβώς λόγω αυτής της στρατιωτικής φόρτισης.
Η διαφωνία επεκτείνεται και στη νομική ανάγνωση των κινήσεων των δύο πλευρών. Ο Ahmet Erdi Ozturk, καθηγητής Πολιτικών και Διεθνών Σχέσεων στο London Metropolitan University, υποστήριξε ότι, με βάση τη συνθήκη ειρήνης του 1947, η ανάπτυξη ελληνικών Patriot στα Δωδεκάνησα ήταν παράνομη. Όπως είπε στο BIRN, ο πόλεμος στο Ιράν χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα που επέτρεψε στην Ελλάδα να διαταράξει την τάξη και το status quo στην Ανατολική Μεσόγειο, προσθέτοντας ότι η στρατιωτικοποίηση των νησιών αντιβαίνει στις πρόνοιες της συνθήκης. Από ελληνικής πλευράς, ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Σωτήρης Ρούσσος αντέτεινε ότι η Τουρκία δεν έχει κανένα δικαίωμα να επικαλείται τη συγκεκριμένη συνθήκη για τα Δωδεκάνησα, αφού δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας μέσω της οποίας τα νησιά μεταβιβάστηκαν από την Ιταλία στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Ozturk παραδέχθηκε πάντως ότι Ελλάδα και Τουρκία προσεγγίζουν διαφορετικά τις διεθνείς συνθήκες και σε περιόδους κρίσης τις ερμηνεύουν κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα.
Πέρα όμως από τη νομική διαμάχη, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει τι θα συμβεί όταν τερματιστεί ο πόλεμος στο Ιράν. Ο Ρούσσος θεωρεί θετική την παρουσία ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Κύπρο, υπό την έννοια ότι αναγνωρίζουν το νησί ως ευρωπαϊκό έδαφος που πρέπει να προστατευθεί από απειλές. Την ίδια στιγμή, εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, με κίνδυνο να αποδειχθούν όχι απλώς ανεπαρκείς αλλά τελικά και επιζήμιες. Το ερώτημα που θέτει είναι αποκαλυπτικό για την ασάφεια της επόμενης ημέρας: αν οι Τούρκοι δεν αποσύρουν τα αεροσκάφη τους όταν τελειώσει ο πόλεμος, ποια θα είναι η ελληνική στάση; Θα αποχωρήσει ή θα παραμείνει;
Στον αντίποδα, ο Ozturk περιέγραψε τις ελληνικές κινήσεις ως στρατιωτικό «τυχοδιωκτισμό» που αντιβαίνει στα συμφέροντα του ΝΑΤΟ. Κατά την τουρκική οπτική, τη στιγμή που η απειλή έρχεται από το Ιράν και η Τουρκία εκπληρώνει, όπως υποστηρίζει, τον ρόλο της ως ανατολικό προκεχωρημένο φυλάκιο της Συμμαχίας και δεύτερος μεγαλύτερος στρατός της, η Ελλάδα δημιουργεί περιττή ένταση και αποσπά την προσοχή της Άγκυρας με ζητήματα που η τουρκική πλευρά χαρακτηρίζει αχρείαστα. Ο ίδιος υποστήριξε ότι μετά το τέλος του πολέμου η Τουρκία θα κινηθεί για να διατηρήσει το ισχύον status quo, διαμορφώνοντας, όπου απαιτείται, συμμαχίες με άλλα κράτη της περιοχής, και ξεκαθάρισε ότι η Άγκυρα δεν πρόκειται να επιτρέψει σημαντική συστημική ή θεσμική αλλαγή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Την ίδια ώρα, ένα τμήμα της κυπριακής κοινωνίας αμφισβητεί ανοιχτά αυτό το μοντέλο ασφάλειας, ιδίως σε ό,τι αφορά τις δύο βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, κατάλοιπα της αποικιακής περιόδου που έκλεισε το 1960. Για αρκετούς πολίτες, οι βάσεις αυτές δεν λειτουργούν ως ασπίδα, αλλά ως παράγοντας που εκθέτει την Κύπρο σε περιττό κίνδυνο. Όπως μετέδωσε το BBC, σε πρόσφατη διαδήλωση στη Λευκωσία κατά των βάσεων, ένας από τους διαδηλωτές δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η ίδια η παρουσία τους στο νησί καθιστά την Κύπρο περισσότερο στόχο. Οι βάσεις επιτρέπουν στο Ηνωμένο Βασίλειο να συνεχίζει την προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και προς τη Μέση Ανατολή, στηρίζοντας ταυτόχρονα συμμάχους του στις «περιορισμένες» και «αμυντικές», κατά τον Στάρμερ, επιθέσεις εναντίον ιρανικών πυραυλικών εγκαταστάσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Μαίρη Δροσοπούλου, γράφοντας στο Osservatorio Balcani e Caucaso Transeuropa, προειδοποίησε ότι ο πόλεμος στο Ιράν συνιστά ηχηρό προειδοποιητικό σήμα για την Κύπρο της σύγχρονης εποχής. Τα drones μεγάλου βεληνεκούς, ο πόλεμος μέσω αντιπροσώπων και η διασυνδεδεμένη στρατιωτική υποδομή, υπογράμμισε, σημαίνουν ότι η γεωγραφική απόσταση δεν εξασφαλίζει πλέον προστασία από την περιφερειακή αστάθεια. Η στρατηγική θέση της Κύπρου θεωρήθηκε επί δεκαετίες πολύτιμο πλεονέκτημα, καθώς της επέτρεπε να λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Η ίδια ακριβώς γεωγραφία, όμως, είναι εκείνη που σήμερα απειλεί να την τοποθετήσει στο επίκεντρο συγκρούσεων που γεννιούνται μακριά από τις ακτές της.
Πιο Δημοφιλή
Η κυβέρνηση της αταξίας: Σκάνδαλα, ακρίβεια, ΕΣΥ
Διώξεις των Χριστιανών ακόμη και στην Ευρώπη
Ο μεγαλύτερος πατριώτης είσαι εσύ — αν το τολμάς
Πιο Πρόσφατα