Σκάνδαλο υποκλοπών: Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, ειδικά στην πολιτική
Σκάνδαλο: Ο χρόνος είναι απαραίτητος για να μεταβεί κανείς από την ιστορία για την αλήθεια στην ίδια την αλήθεια. Έχουν περάσει πλέον αρκετοί μήνες από την αποκάλυψη της υπόθεσης των υποκλοπών στην Ελλάδα υπό την πολιτική εποπτεία της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι καταγγελίες, οι εισαγγελικές έρευνες και οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις έδωσαν σταδιακά τη θέση τους σε μια πιο ουσιαστική αποτίμηση των γεγονότων, αποκαλύπτοντας όχι απλώς μια υπόθεση παρακολούθησης προσώπων, αλλά ένα ευρύτερο δίκτυο συστηματικής κατασκοπείας με πολιτικές και γεωπολιτικές διαστάσεις.
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκεται το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, που χρησιμοποιήθηκε για την παρακολούθηση πολιτικών, δημοσιογράφων, κρατικών αξιωματούχων και άλλων δημόσιων προσώπων. Σημαντική πτυχή της υπόθεσης είναι η εμπλοκή πρώην πρακτόρων των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών, οι οποίοι εργάστηκαν στην Ελλάδα για την εταιρεία Intellexa, που είχε στην κατοχή της το Predator. Τον Νοέμβριο του 2022, δημοσίευμα της εφημερίδας Documento αποκάλυψε ότι ανάμεσα στους εμπλεκόμενους βρίσκεται και ο πρώην αξιωματικός της μονάδας κυβερνοπολέμου του ισραηλινού στρατού, Unit 81, Ερέζ Οφίρ. Η ίδια εφημερίδα ανέφερε πως ο ιδρυτής της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, ήταν πρώην διοικητής της εν λόγω μονάδας.
Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα, πολλοί πρώην αξιωματούχοι των ισραηλινών ειδικών μονάδων κατασκοπείας, μετά την αποστράτευσή τους, ίδρυσαν ιδιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των παρακολουθήσεων, αποκτώντας εμπορική δραστηριότητα και επεκτεινόμενοι διεθνώς. Έρευνα της ισραηλινής εφημερίδας Calcalist καταγράφει πως 100 πρώην μέλη της Unit 81 δημιούργησαν 50 εταιρείες που συγκέντρωσαν έσοδα ύψους 4 δισ. δολαρίων και συνολική αποτίμηση που υπερβαίνει τα 10 δισ. δολάρια.
Η δραστηριότητα αυτών των ιδιωτικών δικτύων παρακολούθησης συνδέεται με διεθνή γεγονότα και επηρεάζει άμεσα τις πολιτικές ισορροπίες. Το Pegasus, άλλο ένα κατασκοπευτικό λογισμικό ισραηλινής προέλευσης, χρησιμοποιήθηκε σε δεκάδες χώρες για την παρακολούθηση πολιτικών, δημοσιογράφων και ακτιβιστών. Η χρήση του έχει συσχετιστεί με υποθέσεις εκβιασμών, ακόμα και δολοφονιών, όπως στην περίπτωση του Μεξικανού δημοσιογράφου Σεσίλιο Πινέδα και του Σαουδάραβα Τζαμάλ Κασόγκι.
Η Ελλάδα υπήρξε ένα από τα κράτη στα οποία λογισμικά όπως το Predator χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς. Τα στοιχεία δείχνουν ότι παρακολουθούνταν κορυφαίοι θεσμικοί αξιωματούχοι, όπως υπουργοί (Γιώργος Γεραπετρίτης, Μάκης Βορίδης, Κωστής Χατζηδάκης), δικαστικοί λειτουργοί (όπως ο πρώην αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Μπαρδάκης) και στρατιωτικοί, μεταξύ των οποίων και ο τότε αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος. Η αποκάλυψη αυτή επιβεβαιώθηκε και από την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. Ωστόσο, κανένα από τα πρόσωπα που αποτέλεσαν στόχο παρακολούθησης δεν προχώρησε σε μήνυση, ενώ οι θεσμικοί κίνδυνοι για τη χώρα δεν φαίνεται να αντιμετωπίστηκαν με την απαιτούμενη σοβαρότητα.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως η χρήση τέτοιου λογισμικού συνδέεται όχι μόνο με παρακολουθήσεις, αλλά και με πολιτική εξάρτηση. Χώρες όπως η Ινδία, η Ουγγαρία, το Μαρόκο και η Σαουδική Αραβία, αφού απέκτησαν τέτοια λογισμικά, ενίσχυσαν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ ή άλλαξαν στάση σε διεθνείς οργανισμούς υπέρ του. Αυτή η συνάρτηση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και για την περίπτωση της Ελλάδας, όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει υιοθετήσει με συνέπεια τη γραμμή του Ισραήλ, ακόμη και σε περιόδους διεθνούς κατακραυγής για τα γεγονότα στη Γάζα.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία οποιασδήποτε δήλωσης του πρωθυπουργού για τη συνεχιζόμενη κρίση στη Γάζα. Παρότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ακόμη και συντηρητικές, έχουν εκφραστεί ανοικτά για τη σφαγή αμάχων, ο Έλληνας πρωθυπουργός τηρεί σιγή. Σε αντίθεση, η πρώην υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη, μέσω του Συμβουλίου της Ευρώπης, ζήτησε δημόσια τον τερματισμό των δολοφονιών παιδιών και την άρση της απάνθρωπης κατάστασης στη Γάζα, προειδοποιώντας ότι η ατιμωρησία γεννά νέους κύκλους βίας.
Η στάση αυτή της κυβέρνησης και η σιωπή απέναντι στις ενδείξεις κατασκοπείας γεννούν ερωτήματα για το εάν η Ελλάδα τελεί υπό καθεστώς έμμεσου πολιτικού εκβιασμού. Η κατοχή προσωπικών δεδομένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων, βίντεο και ηχογραφήσεων ενδέχεται να δημιουργεί ευάλωτες πολιτικές συνθήκες. Οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για εκβιασμούς ή πολιτικούς συμβιβασμούς, και δεν υπάρχει καμία διαβεβαίωση ότι τα δεδομένα αυτά καταστράφηκαν.
Τέλος, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι και Μέσα που ασχολήθηκαν με την υπόθεση των υποκλοπών δεν ανέδειξαν την απολύτως τεκμηριωμένη πτυχή της εμπλοκής Ισραηλινών πρακτόρων. Παρά τα στοιχεία, τα ονόματα και τις φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν, η διάσταση αυτή της υπόθεσης δεν βρήκε τη θέση που της αναλογεί στη δημόσια συζήτηση. Και όπως συμβαίνει συχνά στην πολιτική, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
Η κυριαρχία των κρατών και το τραγικό ατόπημα Μητσοτάκη