7 Φεβρουαρίου 2026

Σοκ στη Διώρυγα του Παναμά: Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνει τις κινεζικές συμβάσεις και προκαλεί οργή στο Πεκίνο

Το Ανώτατο Δικαστήριο του Παναμά ακύρωσε τις συμβάσεις παραχώρησης δύο κομβικών λιμανιών της Διώρυγας του Παναμά — του Μπαλμπόα (Ειρηνικός) και του Κριστόμπαλ (Ατλαντικός) — που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Panama Ports Company (PPC), θυγατρικής του ομίλου CK Hutchinson με έδρα το Χονγκ Κονγκ.

Το δικαστήριο έκρινε ότι οι νόμοι βάσει των οποίων είχε παραχωρηθεί η εκμετάλλευση των λιμένων ήταν αντισυνταγματικοί, ακυρώνοντας στην πράξη μια παρουσία δεκαετιών κινεζικών συμφερόντων στις πύλες της στρατηγικότερης θαλάσσιας οδού του πλανήτη.

Η απόφαση ήρθε μετά από έλεγχο του παναμαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο εντόπισε παρατυπίες, κυρίως γύρω από την 25ετή παράταση της σύμβασης το 2021, και ζήτησε την ακύρωσή της. Ο πρόεδρος του Παναμά, Χοσέ Ραούλ Μουλίνο, έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει τις συμβάσεις «λεόντειες» και αντίθετες προς τα εθνικά συμφέροντα.

Η αντίδραση του Πεκίνου ήταν ιδιαίτερα οξεία, τόσο σε ρητορικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Το κινεζικό yπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε την απόφαση «απολύτως παράλογη, επαίσχυντη και αξιολύπητη», ενώ το γραφείο του Πεκίνου που επιβλέπει τις υποθέσεις του Χονγκ Κονγκ προειδοποίησε ότι ο Παναμάς θα πληρώσει «βαρύ τίμημα». Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, η κινεζική κυβέρνηση ζήτησε από κρατικές επιχειρήσεις να αναστείλουν τις διαπραγματεύσεις για νέα έργα στον Παναμά, παγώνοντας εν δυνάμει επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παράλληλα, το Πεκίνο φέρεται να κάλεσε κινεζικές ναυτιλιακές εταιρίες να εξετάσουν την εκτροπή φορτίων μέσω εναλλακτικών λιμένων, εφόσον αυτό δεν συνεπάγεται επιπλέον κόστος.

Την ίδια στιγμή, οι κινεζικές τελωνειακές αρχές ενέτειναν τους ελέγχους στις εισαγωγές από τον Παναμά, μεταξύ άλλων σε προϊόντα όπως μπανάνες και καφές , στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι το Πεκίνο είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει οικονομικά και εμπορικά εργαλεία ως μέσα πολιτικής πίεσης. Αν και τα ήδη εν εξελίξει έργα κινεζικών εταιρειών δεν έχουν επισήμως ακυρωθεί, η αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον τους είναι πλέον έντονη.

Ο Μουλίνο απέρριψε κατηγορηματικά τις κινεζικές απειλές, τονίζοντας ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι οριστική και ότι η εκτελεστική εξουσία δεν παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη. Όπως δήλωσε, «υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια οικονομία που ελέγχεται από ένα κεντρικό κομμουνιστικό κόμμα και στους δημοκρατικούς θεσμούς που διοικούν τον Παναμά».

Η CK Hutchison, η οποία διαχειριζόταν τους δύο τερματικούς σταθμούς από το 1997, έχει ήδη προσφύγει σε διεθνή διαιτησία, ζητώντας αποζημίωση. Η παναμαϊκή κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι θα υπερασπιστεί τις θέσεις της, υπογραμμίζοντας πως η υπόθεση αφορά το κράτος δικαίου και όχι γεωπολιτικές πιέσεις.

Η Διώρυγα του Παναμά, που συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό, μέσω της οποίας διέρχεται περίπου το 5% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου, αποτελεί καίριο γεωστρατηγικό κόμβο για τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, όπου τέμνονται οικονομκά συμφέροντα, ζητήματα εθνικής ασφάλειας και ανταγωνισμοί μεγάλων δυνάμεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα είναι οι δύο μεγαλύτεροι χρήστες της, γεγονός που καθιστά τον έλεγχο των παρακείμενων υποδομών ζήτημα στρατηγικής σημασίας. Η Ουάσιγκτον έχει επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες για την αυξανόμενη κινεζική παρουσία στη Λατινική Αμερική, ιδίως σε λιμάνια, τηλεπικοινωνίες και ενεργειακές υποδομές.

Παρότι η διοίκηση της διώρυγας βρίσκεται θεσμικά στα χέρια του παναμαϊκού κράτους, ο έλεγχος των λιμανιών στις εισόδους της προσδίδει έμμεση ισχύ στον φορέα που τα διαχειρίζεται. Η διαχείριση αυτή δεν αφορά μόνο εμπορικές υπηρεσίες αλλά και πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες, δυνατότητα επιρροής στη λειτουργική αποτελεσματικότητα, συμβολικό έλεγχο σε στρατηγικό σημείο.

Η υπόθεση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της νέας αμερικανικής στρατηγικής όπως αυτή αποτυπώνεται στο πρόσφατο National Defense Strategy Report. Στο πλαίσιο αυτό, το λεγόμενο Δόγμα Ντονρόε (Donroe Doctrine — σ.σ. λογοπαίγνιο με το Ντον- από το όνομα του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ και το παλαιό Δόγμα Μονρόε) αντιμετωπίζει τις κρίσιμες υποδομές όχι ως ουδέτερες οικονομικές επενδύσεις, αλλά ως γεωστρατηγικά εργαλεία ισχύος. Η Λατινική Αμερική και ειδικά σημεία όπως η Διώρυγα του Παναμά επανέρχονται στο επίκεντρο του αμερικανικού ενδιαφέροντος, με σαφή στόχο τον περιορισμό της κινεζικής επιρροής στο δυτικό ημισφαίριο.

Ο Δρ Ιωάννης Νομικός, διεθνολόγος και πρόεδρος του Ερευνητικού Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών και Αμερικανικών Μελετών (Research Institute for European and American Studies-RIEAS), είπε στην Epoch Times: «το δόγμα Ντονρόε σηματοδοτεί την αποχώρηση της Κίνας από λιμάνια και κρίσιμες υποδομές στη Λατινική Αμερική για γεωστρατηγικούς όρους, όπως επισημαίνει και το National Defense Report που δημοσιεύθηκε λίγες εβδομάδες πριν». Όπως τονίζει, «σίγουρα παίζει ρόλο και ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, ο οποίος αναμένεται να γίνει ακόμη πιο σκληρός τις επόμενες δεκαετίες», με τις μεγάλες δυνάμεις να επιδιώκουν όχι μόνο αγορές, αλλά και έλεγχο κομβικών σημείων του παγκόσμιου εμπορίου.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση του Παναμά να αποχωρήσει πέρυσι από την κινεζική πρωτοβουλία «Μία ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and Road Initiative), περιορίζοντας περαιτέρω τη συνεργασία με το Πεκίνο σε μεγάλης κλίμακας υποδομές. Παρότι κινεζικές κρατικές εταιρίες εξακολουθούν να συμμετέχουν σε ορισμένα έργα — όπως σε γέφυρα 1,4 δισ. δολαρίων πάνω από τη Διώρυγα, τερματικό σταθμό κρουαζιέρας και τμήματα του μετρό — το πολιτικό κλίμα έχει μεταβληθεί αισθητά.

Η κινεζική γεωστρατηγική και ο ρόλος της CK Hutchison

Η παρουσία της CK Hutchinson στον Παναμά εντάσσεται στο ευρύτερο κινεζικό πρότυπο γεωοικονομικής επέκτασης, όπου ιδιωτικές ή ημι-ιδιωτικές επιχειρήσεις λειτουργούν ως φορείς στρατηγικής επιρροής. Παρότι η εταιρία εδρεύει στο Χονγκ Κονγκ και όχι στην ηπειρωτική Κίνα, στη δυτική στρατηγική σκέψη θεωρείται τμήμα του κινεζικού οικονομικού οικοσυστήματος.

Η επένδυση σε λιμένες και υποδομές μεταφορών αποτελεί κεντρικό πυλώνα της κινεζικής στρατηγικής: ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων, μείωση της εξάρτησης από θαλάσσιες οδούς ελεγχόμενες από δυτικές δυνάμεις, διεύρυνση της πολιτικής επιρροής μέσω οικονομικής διασύνδεσης.

Η ακύρωση των συμβάσεων υπονομεύει αυτή τη λογική, καταδεικνύοντας τα όρια της γεωοικονομίας όταν προσκρούει σε πολιτικο-θεσμικά εμπόδια.

Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών και η διάσταση της ασφάλειας

Για τις ΗΠΑ, η Διώρυγα του Παναμά παραμένει στοιχείο ζωτικής σημασίας για την εθνική τους ασφάλεια, τόσο ιστορικά όσο και στρατηγικά. Η έντονη αντίδραση της Ουάσιγκτον στην κινεζική παρουσία αντανακλά μια ευρύτερη μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής: από την οικονομική αλληλεξάρτηση προς τον στρατηγικό περιορισμό (containment).

Η αμερικανική στρατηγική απέναντι στην Κίνα δεν βασίζεται πλέον στην κλασική στρατιωτική αποτροπή, αλλά σε ένα πολυεπίπεδο σχήμα γεωοικονομικού και θεσμικού περιορισμού, το οποίο στοχεύει στον περιορισμό της κινεζικής επιρροής χωρίς άμεση σύγκρουση.

Σήμερα οι ΗΠΑ αποδέχονται ότι η Κίνα θα παραμείνει κεντρικός παίκτης στο διεθνές εμπόριο, αλλά επιδιώκουν να αποτρέψουν τη μετατροπή κρίσιμων οικονομικών κόμβων σε μοχλούς πολιτικής ή στρατιωτικής πίεσης. Οι ΗΠΑ λειτουργούν ως στρατηγικός επιταχυντής. Ενισχύουν το αφήγημα ότι ο έλεγχος λιμένων, logistics και υποδομών από κινεζικές εταιρίες δημιουργεί συστημικό ρίσκο για την κυριαρχία των κρατών υποδοχής. Το αν η τελική απόφαση λαμβάνεται από δικαστήρια ή κυβερνήσεις είναι δευτερεύον. Το κρίσιμο είναι η αναπλαισίωση των επενδύσεων ως ζητημάτων ασφάλειας. Η παρουσία κινεζικών εταιρειών σε λιμάνια εκατέρωθεν της διώρυγας εκλαμβάνεται από την Ουάσιγκτον ως δυνητικός μοχλός επιρροής σε περίοδο κρίσης, ιδίως σε σενάρια έντασης στον Ινδο-Ειρηνικό ή στην Ταϊβάν. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Παναμά λειτουργεί ως θεσμικός μηχανισμός στρατηγικού περιορισμού, χωρίς άμεση αμερικανική παρέμβαση.

Το δόγμα Ντονρόε έρχεται να συμπληρώσει αυτή τη λογική, υποστηρίζοντας ότι η κινεζική παρουσία σε κρίσιμες υποδομές της Λατινικής Αμερικής συνιστά όχι απλώς οικονομικό αλλά γεωστρατηγικό κίνδυνο. Υπό αυτό το πρίσμα οι ΗΠΑ ενθαρρύνουν την επανεξέταση συμβάσεων, την αποχώρηση χωρών από την πρωτοβουλία «Μία ζώνη, ένας δρόμος» και τη μεταφορά στρατηγικών υποδομών (λιμάνια, υποδομές, logistics hubs, τηλεπικοινωνιακά δίκτυα) σε «φιλικά» επενδυτικά σχήματα, συχνά μέσω της αγοράς και όχι της πολιτικής επιβολής.

Όπως επισημαίνει ο Δρ Νομικός, πρόκειται για μια μετάβαση από τον στρατιωτικό περιορισμό στον γεωοικονομικό περιορισμό, όπου οι αγορές, οι θεσμοί και το δίκαιο αντικαθιστούν τις βάσεις και τα πολεμικά πλοία. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η υπόθεση του Παναμά δείχνει πώς ο οικονομικός ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας μετατρέπεται σταδιακά σε αγώνα ελέγχου υποδομών, με χρονικό ορίζοντα δεκαετιών.

Ο Παναμάς ως «παγιδευμένο» μεσαίο κράτος και οι επιπτώσεις για την Κίνα

Η υπόθεση αποκαλύπτει τον ρόλο των μικρών και μεσαίων κρατών σε ένα διπολικό ή πολυπολικό διεθνές σύστημα. Ο Παναμάς βρίσκεται σε θέση στρατηγικής εξάρτησης: οικονομικά επωφελείται από κινεζικές επενδύσεις, πολιτικά και στρατιωτικά εξαρτάται από τις ΗΠΑ.

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου μπορεί να ιδωθεί ως προσπάθεια επιβεβαίωσης της εθνικής κυριαρχίας, θεσμικής νομιμοποίησης πολιτικών επιλογών, ευθυγράμμισης με τον κυρίαρχο περιφερειακό πόλο ισχύος, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας μην ξεχνάμε πως οι ΗΠΑ κατασκεύασαν τη Διώρυγα, τη διοίκησαν για δεκαετίες και διαμόρφωσαν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της. Ακόμη και μετά την πλήρη μεταβίβαση στον Παναμά το 1999, η αμερικανική επιρροή παρέμεινε καταλυτική. Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος, ο βασικός επενδυτής και ο κύριος χρηματοοικονομικός κόμβος για τον Παναμά. Η κινεζική παρουσία είναι σημαντική, αλλά δεν υποκαθιστά την αμερικανική οικονομική βαρύτητα.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, λοιπόν, η απόφαση του δικαστηρίου έχει πολλαπλές επιπτώσεις για την Κίνα. Στρατηγική απώλεια επιρροής σε κρίσιμο παγκόσμιο κόμβο, δημιουργία προηγούμενου, που ενδέχεται να ενθαρρύνει και άλλες χώρες να επανεξετάσουν κινεζικές παραχωρήσεις, περιορισμό της κινεζικής ήπιας ισχύος, καθώς η οικονομική παρουσία αναπλαισιώνεται ως απειλή ασφάλειας, αύξηση του πολιτικού κινδύνου για κινεζικές επενδύσεις σε φιλοδυτικά κράτη.

Για την Κίνα, το γεγονός αποτελεί υπενθύμιση ότι η οικονομική ισχύς δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε διαρκή πολιτική επιρροή, ιδίως σε περιοχές που θεωρούνται ζωτικής σημασίας από ανταγωνιστικές μεγάλες δυνάμεις.

Η κρίση γύρω από τα λιμάνια της Διώρυγας του Παναμά καταδεικνύει ότι ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας έχει εισέλθει σε νέα φάση. Οι υποδομές μετατρέπονται σε εργαλεία στρατηγικής επιρροής, οι εμπορικές αποφάσεις αποκτούν γεωπολιτικό βάθος και τα μικρά κράτη καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε συγκρουόμενα συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Διώρυγα του Παναμά είναι ένας καθρέφτης της παγκόσμιας αναδιάταξης ισχύος που διαμορφώνει τις διεθνείς σχέσεις του 21ου αιώνα.

Ετικέτες: