27 Μαρτίου 2026

Στεργίου: Η ακρίβεια ακυρώνει την αύξηση μισθού

Ως σαφώς ανεπαρκή απέναντι στις πραγματικές ανάγκες διαβίωσης των εργαζομένων αξιολογεί την αύξηση των 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό ο ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου και Κοινωνικής Ασφάλισης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Άγγελος Στεργίου. Όπως επισημαίνει, η κυβερνητική εξαγγελία για εφαρμογή του νέου κατώτατου από την 1η Απριλίου δεν αντανακλά τις πιέσεις που ασκεί σήμερα το κόστος ζωής στα νοικοκυριά.

Μιλώντας, ο κ. Στεργίου τονίζει ότι η αποτίμηση κάθε αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού πρέπει να γίνεται με βασικό κριτήριο το ύψος των ενοικίων, το κόστος στέγασης συνολικά και τη διαρκή άνοδο των τιμών στην αγορά. Σε αυτή τη συγκυρία, όπου τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλά σε σχέση με τις πραγματικές δαπάνες διαβίωσης, η ενίσχυση των 40 ευρώ, όπως λέει, δεν αρκεί για να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση.

Η ακρίβεια και το στεγαστικό εξανεμίζουν την αύξηση

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι μια κυβέρνηση που θα ήθελε να περιορίσει τις εισοδηματικές ανισότητες και να ενισχύσει ουσιαστικά τους εργαζόμενους θα όφειλε να προχωρήσει σε πιο ισχυρή αναπροσαρμογή, η οποία θα προέκυπτε μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις. Κατά την εκτίμησή του, το ύψος της αύξησης που ανακοινώθηκε δεν συμβαδίζει με τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, καθώς η ακρίβεια στα βασικά αγαθά και η ένταση της στεγαστικής κρίσης έχουν συμπιέσει έντονα το διαθέσιμο εισόδημα.

Όπως σημειώνει, ακόμη και αυτή η περιορισμένη ενίσχυση θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια κάποια στήριξη υπό την προϋπόθεση ότι υπήρχε αποτελεσματικός έλεγχος στις τιμές των προϊόντων και στις μισθώσεις κατοικιών. Εφόσον όμως δεν υπάρχει ουσιαστική παρέμβαση για την ανάσχεση του κόστους στέγασης και της ευρύτερης ακρίβειας, η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού παραμένει, κατά τον ίδιο, εξαιρετικά χαμηλή σε σχέση με τις ανάγκες των εργαζομένων.

Ο κ. Στεργίου επισημαίνει ακόμη ότι η κυβερνητική ανακοίνωση ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανατιμήσεις εντείνονται περαιτέρω λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Με δεδομένη την άνοδο του κόστους σε σειρά προϊόντων, εκτιμά ότι η αύξηση που ανακοινώθηκε είναι πιθανό να απορροφηθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις νέες επιβαρύνσεις, χωρίς να αφήσει ουσιαστικό όφελος στο εισόδημα των χαμηλόμισθων.

Αβεβαιότητα για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας

Στο ίδιο πλαίσιο, ο ομότιμος καθηγητής εκφράζει ανησυχία και για το μέτωπο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Παρά το θετικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί στα τέλη του προηγούμενου έτους μετά τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, θεωρεί πιθανό να καταγραφούν καθυστερήσεις στη διεύρυνση των υπογραφών νέων συμβάσεων, εξαιτίας της αβεβαιότητας που προκαλεί ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο.

Όπως αναφέρει, υπήρχε προσδοκία ότι μετά το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026 θα άνοιγε ο δρόμος για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων σε περισσότερους επαγγελματικούς κλάδους. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις και η ανασφάλεια που προκαλούν στην οικονομία μπορεί να λειτουργήσουν ανασταλτικά, επιβραδύνοντας μια διαδικασία που θεωρείται κρίσιμη για την ενίσχυση των μισθών πέρα από το κατώτατο όριο.

Μέχρι στιγμής, όπως σημειώνει, έχουν υπογραφεί δύο κλαδικές συμβάσεις, αριθμός που δεν θεωρείται επαρκής για να αλλάξει ουσιαστικά η εικόνα στην αγορά εργασίας. Η ανησυχία που εκφράζεται είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων θα παραμείνει εγκλωβισμένο στον κατώτατο μισθό, χωρίς πραγματικές δυνατότητες μισθολογικής βελτίωσης μέσω συλλογικών ρυθμίσεων.

Στόχος η κάλυψη της υστέρησης στις διαπραγματεύσεις

Ο κ. Στεργίου υποστηρίζει ότι ο κατώτατος μισθός θα έπρεπε να ξεκινά από επίπεδο υψηλότερο των 920 ευρώ, στα οποία θα διαμορφωθεί από την 1η Απριλίου. Κατά την άποψή του, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ονομαστική αύξηση ενός βασικού μισθολογικού ορίου, αλλά η συνολική αποκατάσταση της απόστασης που έχει δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια ανάμεσα στις ανάγκες των εργαζομένων και στις αμοιβές που διασφαλίζονται μέσα από τις συλλογικές συμβάσεις.

Η ουσιαστική προτεραιότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η επανεκκίνηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε ευρύτερη κλίμακα, ώστε να καλυφθεί η μεγάλη υστέρηση που έχει σωρευτεί στην αγορά εργασίας. Μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία, επισημαίνει, μπορεί να υπάρξει πραγματική βελτίωση στους όρους αμοιβής και προστασίας των εργαζομένων.