Τα ψέματα του Μητσοτάκη

Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοδότησης της Άμυνας (SAFE), με προβλεπόμενο ύψος 150 δισεκατομμυρίων ευρώ, εξελίσσεται σε σημείο αιχμής για την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και ταυτόχρονα σε ένα διπλωματικό ναρκοπέδιο για την Ελλάδα. Το πρόγραμμα επιδιώκει την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, αφήνοντας περιθώρια συνεργασίας με τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Τουρκία. Η πιθανότητα ένταξης της Τουρκίας, η οποία έχει ήδη λάβει σιωπηλή έγκριση από την Κομισιόν και υποστήριξη από την πλειονότητα των κρατών-μελών, έχει προκαλέσει πολιτική και διπλωματική αναταραχή στην Αθήνα.

Η Ελλάδα φάνηκε να αιφνιδιάζεται, καθώς οι επίσημες ενέργειες της κυβέρνησης ξεκίνησαν με μεγάλη καθυστέρηση. Παρά το γεγονός ότι το σχέδιο του SAFE ήταν διαθέσιμο από τα μέσα Μαρτίου 2024, μόλις λίγες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων άρχισαν να αποστέλλονται διπλωματικές οδηγίες προς τις ελληνικές πρεσβείες, με ασαφείς κατευθύνσεις και χωρίς πολιτική στήριξη από την κορυφή. Η απουσία έγκαιρης παρέμβασης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη οδήγησε σε μια αυτοϋπονομευμένη διαπραγματευτική στάση, η οποία δυσχεραίνει την άσκηση ουσιαστικής επιρροής.

Η εικόνα αυτή επιδεινώνεται από τις αντιδράσεις που λαμβάνουν οι Έλληνες διπλωμάτες, οι οποίες κυμαίνονται από ευγενικές υπεκφυγές μέχρι ρητές απορρίψεις ελληνικών ενστάσεων, με το επιχείρημα πως η διαδικασία έχει ήδη προχωρήσει και η ένταξη της Τουρκίας αποτελεί θέμα που διευθετείται σε διμερές επίπεδο ή μέσω της Κομισιόν. Το κλίμα μεταξύ των εταίρων είναι σαφές: η στήριξη προς την Άγκυρα είναι πλέον τόσο ευρεία, που η ελληνική προσπάθεια χαρακτηρίζεται εκ των υστέρων και σε μεγάλο βαθμό προσχηματική.

Ο πρωθυπουργός, σε πρόσφατη ραδιοφωνική του συνέντευξη, ισχυρίστηκε ότι η Ελλάδα διατηρεί δικαίωμα βέτο στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, καθώς η συμμετοχή τρίτων κρατών, όπως η Τουρκία, σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία απαιτεί ομοφωνία. Ωστόσο, ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές διαψεύδουν αυτόν τον ισχυρισμό, επισημαίνοντας πως η απόφαση θα ληφθεί με ειδική πλειοψηφία από το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων. Πρόκειται για ένα κρίσιμο στοιχείο, καθώς ουσιαστικά καταρρίπτει το αφήγημα περί ελληνικού «βέτο» και αποκαλύπτει μια προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να διαχειριστεί επικοινωνιακά μια πολιτική ήττα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μόνη απαίτηση που φαίνεται να προβάλλει με σχετική σαφήνεια η ελληνική κυβέρνηση είναι η άρση του τουρκικού «casus belli», δηλαδή της απειλής πολέμου σε περίπτωση άσκησης του νόμιμου ελληνικού δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια. Αν και σημαντική ως συμβολική κίνηση, η έμφαση σε αυτό το ζήτημα αγνοεί πλήρως το υπόλοιπο φάσμα των τουρκικών διεκδικήσεων: την αμφισβήτηση ελληνικής κυριαρχίας, την απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση νησιών, το μπλοκάρισμα ερευνών στο Αιγαίο, και φυσικά την παρουσία κατοχικών στρατευμάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Η ρητορική του πρωθυπουργού ήταν επιπλέον ιδιαιτέρως ήπια, καθώς αναφέρθηκε στους Τούρκους ως «φίλους μας», γεγονός που σχολιάστηκε αρνητικά ακόμα και από κύκλους προσκείμενους στην κυβέρνηση. Την ίδια ώρα, απουσίασε από την κρίσιμη σύνοδο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας στα Τίρανα, την ώρα που άλλοι ηγέτες, όπως ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, παρευρίσκονταν αυτοπροσώπως για να εξασφαλίσουν ευνοϊκές συμφωνίες.

Η τελευταία ελπίδα που φαίνεται να διατηρεί η Αθήνα είναι η επίκληση του άρθρου 212 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει ότι οι συμφωνίες οικονομικής συνεργασίας με τρίτες χώρες απαιτούν ομοφωνία. Ωστόσο, διπλωματικές πληροφορίες αναφέρουν ότι οι προτάσεις της ελληνικής πλευράς για ένταξη αναφοράς στο άρθρο 212 απορρίφθηκαν από τις περισσότερες κυβερνήσεις-μελών της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων της Γερμανίας, της Ολλανδίας, των Σκανδιναβικών και Βαλτικών χωρών.

Η πραγματικότητα είναι πως η Τουρκία βαδίζει, χωρίς ουσιαστικά εμπόδια, προς την ένταξή της στο SAFE. Η ελληνική κυβέρνηση, απούσα από κρίσιμες διεργασίες και με ασθενή στρατηγική, βρίσκεται σήμερα μπροστά σε τετελεσμένα. Αν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή τακτικής και ισχυρή κινητοποίηση σε επίπεδο κορυφής, η υπόθεση αυτή θα καταγραφεί ως μια από τις πλέον σοβαρές διπλωματικές αποτυχίες της τρέχουσας διακυβέρνησης.

Τα βλέπει όλα «υπέροχα»

Ο πρωθυπουργός προχώρησε και σε μια σειρά από δηλώσεις που προκαλούν έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις, τόσο για τη διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών όσο και για τον σχεδιασμό αλλαγών στη δημόσια διοίκηση και την οικονομία. Αναφορικά με την πολύνεκρη σύγκρουση των τρένων στα Τέμπη, ο πρωθυπουργός απέφυγε εκ νέου να αναγνωρίσει ουσιαστικές πολιτικές ευθύνες της κυβέρνησής του, απορρίπτοντας τις κατηγορίες περί κακουργηματικής ευθύνης του πρώην υπουργού Υποδομών Κώστα Καραμανλή. Δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «κακούργημα δεν βλέπουμε» και διευκρίνισε ότι «δεν πρόκειται να στείλουμε κάποιον για κακούργημα από τη στιγμή που αυτό δεν στοιχειοθετείται», προσθέτοντας πως το θέμα πρέπει να κριθεί από τον φυσικό δικαστή.

Η στάση αυτή εκλαμβάνεται από την αντιπολίτευση αλλά και σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης ως σαφής προσπάθεια συγκάλυψης, ενταγμένη σε μια ευρύτερη τακτική αποφυγής της ανάληψης ευθυνών για ένα δυστύχημα που ανέδειξε διαχρονικές παθογένειες στον τομέα των μεταφορών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπερασπίστηκε τη Νέα Δημοκρατία, επιρρίπτοντας τις ευθύνες στην αντιπολίτευση για την έλλειψη προτάσεων γύρω από τον εκσυγχρονισμό των σιδηροδρόμων και επιμένοντας πως η Δικαιοσύνη έχει τον τελικό λόγο, χωρίς –όπως είπε– να έχει υπάρξει μέχρι σήμερα οποιαδήποτε ένδειξη για παράνομο φορτίο ή απόπειρα συγκάλυψης.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του, ο πρωθυπουργός τάχθηκε υπέρ της συνταγματικής αναθεώρησης του άρθρου 86 που αφορά τις ευθύνες υπουργών, λέγοντας πως η αποσβεστική προθεσμία έχει ήδη καταργηθεί και δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής αδικημάτων. Πέραν αυτού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε και την πρόθεση της κυβέρνησης να προτείνει την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο μέσω της αναθεώρησης του άρθρου 103 του Συντάγματος. Όπως είπε, η μονιμότητα θεσμοθετήθηκε υπό διαφορετικές πολιτικές και ιστορικές συνθήκες, όταν υπήρχε ανάγκη προστασίας των δημοσίων υπαλλήλων από κομματικές διώξεις, κάτι που –κατά την άποψή του– δεν υφίσταται πλέον. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε ότι η πρόταση της Ν.Δ. θα αφορά τόσο τους υφιστάμενους όσο και τους νέους υπαλλήλους του Δημοσίου, με τη λογική ότι η μονιμότητα δεν μπορεί να αποτελεί τροχοπέδη για τη λειτουργία του κράτους.

Ο πρωθυπουργός, μάλιστα, προχώρησε σε μια απευθείας πρόκληση προς το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κάλεσε να στηρίξει τις αλλαγές, επισημαίνοντας ότι απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών για την έγκριση της συνταγματικής αναθεώρησης. Δεν δίστασε να επιτεθεί στο κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη, λέγοντας πως «το ΠΑΣΟΚ αλληθωρίζει προς άλλες κατευθύνσεις» και ότι «θα δοκιμαστεί» στην αναθεωρητική διαδικασία που θα ξεκινήσει μετά το 2026.

Σε σχέση με την αξιολόγηση στο Δημόσιο, ο κ. Μητσοτάκης ξεκαθάρισε πως δεν νοείται να υπάρχουν υπάλληλοι που αρνούνται την αξιολόγηση, προειδοποιώντας με κυρώσεις. Θύμισε ότι και στο παρελθόν, ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, είχε προωθήσει αξιολόγηση με κατηγοριοποίηση υπαλλήλων σε άριστους, καλούς και κάτω από τη βάση, ενώ προανήγγειλε ότι στο μέλλον θα γίνονται και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων για λόγους ανεπάρκειας, όχι απλώς για πειθαρχικά παραπτώματα.

Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική οικονομία είναι σε τροχιά σταθεροποίησης και ανάκαμψης. Δήλωσε ότι ο πληθωρισμός περιορίζεται και ότι οι μισθοί αυξάνονται, αν και παραδέχθηκε ότι υπάρχει πρόβλημα με το ύψος των ενοικίων. Ωστόσο, απέφυγε να αναγνωρίσει τις πιεστικές συνθήκες διαβίωσης που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά εξαιτίας του διαρκώς αυξανόμενου κόστους ζωής, περιοριζόμενος να μιλήσει για «μόνιμα επιδόματα» και τη συνέχιση της στήριξης των ευάλωτων ομάδων.

Στην ερώτηση για το ενδεχόμενο τρίτης θητείας, απέφυγε να ανοίξει τα χαρτιά του, λέγοντας πως οι εκλογές είναι το 2027 και «υπάρχει καιρός μέχρι τότε». Σημείωσε, ωστόσο, πως στόχος του είναι να παρουσιάσει το σχέδιό του για την Ελλάδα του 2031, με ορίζοντα την ολοκλήρωση δομικών αλλαγών που –όπως είπε– χρειάζεται η χώρα, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συνταγματική αναθεώρηση. Τόνισε, τέλος, ότι «οι πολίτες αναμένουν να εφαρμόσουμε το πρόγραμμά μας» και πως με τον πρόσφατο ανασχηματισμό «η κυβέρνηση έχει ανεβάσει ρυθμούς».

Ετικέτες: