Ταμείο Ανάκαμψης και Orgenesis: Τα ερωτήματα για δημόσιο χρήμα, διαφάνεια και πολιτική ευθύνη
Σοβαρά ερωτήματα διαφάνειας, πολιτικής ευθύνης και διαχείρισης δημόσιου χρήματος εγείρει η υπόθεση της χρηματοδότησης της Orgenesis Inc. μέσω της ελληνικής θυγατρικής της Theracell Laboratories ΙΚΕ, σύμφωνα με έρευνα του Voice News. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια στρατηγική επένδυση ύψους 82,9 εκατομμυρίων ευρώ, για την οποία εγκρίθηκε άμεση κρατική επιχορήγηση 31,7 εκατομμυρίων ευρώ, με την ίδια συμμετοχή της εταιρείας να περιορίζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, μόλις στο 5% του συνολικού κόστους.![]()
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος λόγω της παρουσίας του Heiko von der Leyen, ιατρικού διευθυντή της Orgenesis και συζύγου της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen. Το όνομά του είχε βρεθεί στο επίκεντρο αντίστοιχης ευρωπαϊκής συζήτησης στην Ιταλία, όταν η συμμετοχή του σε έργο που χρηματοδοτούνταν από το Ταμείο Ανάκαμψης προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις και οδήγησε τελικά στην παραίτησή του από τη σχετική θέση.
Στην ελληνική περίπτωση, η χρηματοδότηση προχώρησε κανονικά, χωρίς να υπάρξει αντίστοιχη δημόσια θεσμική διερεύνηση. Το ρεπορτάζ θέτει σειρά ερωτημάτων για το πώς αξιολογήθηκε η οικονομική φερεγγυότητα της εταιρείας, ποια κριτήρια χρησιμοποιήθηκαν για την ένταξη της επένδυσης στο πλαίσιο των στρατηγικών έργων και αν εξετάστηκε επαρκώς το ζήτημα πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων.

Η στρατηγική επένδυση και το χρονολόγιο των αποφάσεων
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, η υπόθεση ξεκινά με τον χαρακτηρισμό του έργου ως «Επένδυση Στρατηγικής Εθνικής Σημασίας». Η Theracell Laboratories ΙΚΕ, η οποία συνδέεται με την αμερικανική Orgenesis Inc., εμφανίζεται να λαμβάνει έγκριση για επενδυτικό σχέδιο συνολικού ύψους 82,9 εκατ. ευρώ, με αντικείμενο την ανάπτυξη αυτόλογων κυτταρικών και γονιδιακών θεραπειών μέσω κινητών εργαστηριακών μονάδων στο σχεδιαζόμενο βιοτεχνολογικό πάρκο στην Κόρινθο.

Το μητρώο ΓΕΜΗ, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, δείχνει ότι η Theracell Laboratories ΙΚΕ ελέγχεται κατά 100% από την Orgenesis Maryland LLC. Η εταιρεία ιδρύθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020, μόλις επτά μήνες πριν την κατάθεση της αίτησης για ένταξη της επένδυσης στο σχετικό καθεστώς χρηματοδότησης.
Η αίτηση κατατέθηκε στις 7 Μαΐου 2021 στην Enterprise Greece. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 14 Μαΐου 2021, η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το τελικό εθνικό σχέδιο «Ελλάδα 2.0» για το Ταμείο Ανάκαμψης. Στις 17 Ιουνίου 2021, η Ursula von der Leyen επισκέφθηκε την Αθήνα και, μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ανακοίνωσε την έγκριση του ελληνικού σχεδίου.

Το φθινόπωρο του 2021, την ώρα που η Αθήνα βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες για τους όρους, τα ορόσημα και τις εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, το επενδυτικό σχέδιο της Orgenesis/Theracell προχωρούσε με ταχύτητα στις ελληνικές υπηρεσίες.

Στις 22 Οκτωβρίου 2021, το Διοικητικό Συμβούλιο της Enterprise Greece εισηγήθηκε θετικά το έργο, ενώ στις 23 Νοεμβρίου 2021 η Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων έδωσε την αρχική έγκριση.

Η απόφαση αυτή έφερε τις υπογραφές κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών της περιόδου, μεταξύ των οποίων ο τότε υπουργός Ανάπτυξης Άδωνις Γεωργιάδης, ο τότε υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, ο τότε αναπληρωτής υπουργός Ανάπτυξης Νίκος Παπαθανάσης, ο τότε υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας και ο τότε υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης.
Στις 10 Δεκεμβρίου 2021 δημοσιεύθηκε το αρχικό ΦΕΚ που ενέτασσε το έργο στις στρατηγικές επενδύσεις. Η τελική κρατική επιχορήγηση εγκρίθηκε με απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τον Αύγουστο του 2022, με υπογραφή του Νίκου Παπαθανάση, και αφορούσε άμεση επιχορήγηση 31.728.747 ευρώ.

Η ιταλική υπόθεση και η σκιά σύγκρουσης συμφερόντων
Λίγους μήνες μετά την ελληνική απόφαση, η Ιταλία βρέθηκε στο επίκεντρο αντίστοιχης υπόθεσης. Τον Ιούνιο του 2022, το Πανεπιστήμιο της Πάντοβας δημιούργησε κέντρο γονιδιακής έρευνας, χρηματοδοτούμενο με 320 εκατ. ευρώ από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2022, ο Heiko von der Leyen εξελέγη στο διοικητικό ή εποπτικό συμβούλιο του συγκεκριμένου κέντρου.
Η αποκάλυψη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στα ιταλικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης. Το βασικό ερώτημα ήταν ευθύ: μπορεί ο σύζυγος της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να κατέχει θεσμική θέση σε έργο που χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους, τους οποίους η ίδια η Κομισιόν εποπτεύει και εγκρίνει;
Υπό το βάρος της δημόσιας πίεσης, ο Heiko von der Leyen παραιτήθηκε από τη θέση του στο ιταλικό έργο, παραμένοντας στα καθήκοντά του ως ιατρικός διευθυντής της Orgenesis. Αυτή ακριβώς η εξέλιξη δημιουργεί το κρίσιμο ερώτημα για την ελληνική υπόθεση: αν στην Ιταλία κρίθηκε πολιτικά προβληματική η συμμετοχή του σε έργο με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, γιατί στην Ελλάδα η επιχορήγηση των 31,7 εκατ. ευρώ δεν προκάλεσε αντίστοιχο θεσμικό έλεγχο;

Το ζήτημα έγινε ακόμη πιο ευαίσθητο τον Αύγουστο του 2023, όταν η Ursula von der Leyen και ο σύζυγός της φιλοξενήθηκαν για ιδιωτικές διακοπές στην Κρήτη, στο εξοχικό σπίτι του Έλληνα πρωθυπουργού στα Χανιά. Η επίσκεψη αυτή προκάλεσε τότε επικριτικά σχόλια για τη στενή ανεπίσημη σχέση ανάμεσα στην πρόεδρο της Κομισιόν και έναν Ευρωπαίο ηγέτη, σε περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εξαρτάται άμεσα από κρίσιμες ευρωπαϊκές αποφάσεις και χρηματοδοτήσεις.
Τα οικονομικά στοιχεία της Orgenesis και το χρηματοδοτικό σχήμα
Η κυβερνητική αφήγηση, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, παρουσίασε την Orgenesis ως ισχυρό διεθνή παίκτη στον χώρο της βιοτεχνολογίας. Ωστόσο, τα χρηματιστηριακά και οικονομικά στοιχεία που επικαλείται η έρευνα δίνουν διαφορετική εικόνα.

Η Orgenesis εμφανίζεται πλέον να διαπραγματεύεται στις εξωχρηματιστηριακές αγορές των ΗΠΑ ως penny stock, με τιμή μετοχής περίπου 0,45 δολάρια και συνολική κεφαλαιοποίηση κοντά στα 4,4 εκατ. δολάρια. Τα ετήσια έσοδά της εμφανίζονται γύρω στο 1 εκατ. δολάρια, ενώ οι συσσωρευμένες ζημίες φέρονται να ανέρχονται σε 48,17 εκατ. δολάρια, με αρνητικά ίδια κεφάλαια.

Αυτά τα δεδομένα ενισχύουν τα ερωτήματα για το με ποια χρηματοοικονομικά κριτήρια αξιολογήθηκε η εταιρεία πριν εγκριθεί τόσο σημαντική κρατική ενίσχυση. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν το επενδυτικό σχέδιο είχε θεωρητικά ενδιαφέρον για την ελληνική βιοτεχνολογία, αλλά αν ο φορέας υλοποίησης είχε την οικονομική δυνατότητα να σηκώσει το βάρος της επένδυσης χωρίς να μετακυλίεται δυσανάλογα το ρίσκο στο Δημόσιο.
Το χρηματοδοτικό σχήμα εντείνει αυτή την προβληματική. Σύμφωνα με το επίσημο ΦΕΚ, η ίδια συμμετοχή της Orgenesis/Theracell ανέρχεται σε περίπου 4,1 εκατ. ευρώ, δηλαδή μόλις στο 5% του συνολικού κόστους. Το ελληνικό κράτος καλύπτει 31,7 εκατ. ευρώ μέσω επιχορήγησης, ενώ το υπόλοιπο ποσό καλύπτεται από ομολογιακό και τραπεζικό δανεισμό.

Με απλή αριθμητική, το μεγαλύτερο μέρος του επενδυτικού σχεδίου δεν στηρίζεται σε κεφάλαια της ίδιας της εταιρείας. Αυτό δημιουργεί σοβαρό θέμα κατανομής κινδύνου. Μια εταιρεία με περιορισμένα έσοδα, ζημίες και χαμηλή κεφαλαιοποίηση εμφανίζεται να συμμετέχει με μικρό ποσοστό, ενώ η δημόσια χρηματοδότηση και ο εξωτερικός δανεισμός σηκώνουν σχεδόν το σύνολο του βάρους.
Ασαφές παραμένει, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, και το καθεστώς του ομολογιακού δανείου των 37 εκατ. ευρώ: αν δηλαδή πρόκειται για απλή δανειακή υποχρέωση ή αν υπάρχουν όροι μετοχοποίησης. Το σημείο αυτό έχει σημασία, επειδή αφορά τη μελλοντική δομή ελέγχου, το ρίσκο των πιστωτών και τη συνολική βιωσιμότητα της επένδυσης.
Η ουσία της υπόθεσης συνοψίζεται σε τρία επίπεδα. Πρώτον, η ελληνική Πολιτεία οφείλει να εξηγήσει αν οι αρμόδιες υπηρεσίες και οι πολιτικοί προϊστάμενοι γνώριζαν την πραγματική οικονομική κατάσταση της Orgenesis όταν ενέκριναν την επιχορήγηση. Δεύτερον, πρέπει να απαντηθεί γιατί η ιταλική υπόθεση θεωρήθηκε πρόβλημα σύγκρουσης συμφερόντων, ενώ στην Ελλάδα δεν φαίνεται να ενεργοποιήθηκε αντίστοιχος έλεγχος. Τρίτον, οι ημερομηνίες της αίτησης, της έγκρισης του ελληνικού σχεδίου ανάκαμψης και της προώθησης της επένδυσης δημιουργούν μια αλληλουχία που απαιτεί θεσμικές διευκρινίσεις.
Δεν πρόκειται για απλή τεχνική υπόθεση χρηματοδότησης μιας βιοτεχνολογικής επένδυσης. Πρόκειται για υπόθεση που αγγίζει τη διαχείριση δημόσιου χρήματος, την αξιολόγηση στρατηγικών επενδύσεων, τα όρια της πολιτικής ευθύνης και την ανάγκη διαφάνειας όταν εμπλέκονται πρόσωπα με άμεση σχέση με την κορυφή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Τα στοιχεία που παρατίθενται βασίζονται, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, σε ΦΕΚ, αποφάσεις κρατικών οργάνων, έγγραφα του ΓΕΜΗ και χρηματιστηριακά δεδομένα. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πολιτικά και θεσμικά βαρύτατα. Δεν συνιστούν ποινική κρίση ούτε απόδοση παρανομίας σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Συνιστούν, όμως, σαφή απαίτηση δημόσιας λογοδοσίας από τους αρμόδιους κρατικούς φορείς, την ελληνική κυβέρνηση και κάθε εμπλεκόμενο θεσμικό παράγοντα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κόρη Κάστρο: Κανείς δεν θα απαγάγει τον πατέρα μου
Αναδρομική υπαγωγή αγροτών στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ