Την κατάργηση του νέου άρθρου για τη συνεπιμέλεια των τέκνων ζητά η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων
Την κατάργηση του νέου άρθρου 1536 του Αστικού Κώδικα, που αφορά τη συνεπιμέλεια των τέκνων, ζητά η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων. Η διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης δικαστικής απόφασης για τη γονική μέριμνα σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών, ακόμη και μετά την άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αποκλειστικά όταν το επιβάλλει το συμφέρον του παιδιού.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, αρμόδιο για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση παραμένει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της έφεσης. Η δυνατότητα αυτή ενεργοποιείται ιδίως όταν διαπιστώνεται εσφαλμένη εκτίμηση των συνθηκών διαβίωσης ή του συμφέροντος των τέκνων, μεταβολή των πραγματικών δεδομένων, αποτυχημένη εφαρμογή της απόφασης ή αντικειμενική αδυναμία εφαρμογής της από την αρχή.
Η Συντονιστική Επιτροπή ζητά την άμεση κατάργηση της διάταξης, επισημαίνοντας ότι παρέχει σε κάθε γονέα τη δυνατότητα να επιδιώξει νέα δικαστική κρίση μέσω ανάκλησης ή μεταρρύθμισης, με στόχο την έκδοση απόφασης που τον ευνοεί.
Ως βασικοί λόγοι προβάλλονται η μη τήρηση των αρχών της καλής νομοθέτησης, η απουσία δημόσιας διαβούλευσης και η ενσωμάτωση των διατάξεων σε νομοσχέδιο άσχετου περιεχομένου. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η μεταρρύθμιση οριστικής απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση δημιουργεί δικονομικές δυσχέρειες, ενισχύει την ανασφάλεια δικαίου και δεν συμβάλλει στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης.
Η δυνατότητα ανάκλησης και μεταρρύθμισης αποφάσεων λόγω μεταβολής των συνθηκών προβλέπεται διαχρονικά στο σύνολο των πολιτικών δικών. Σε αυτές, αποφάσεις τακτικής διαδικασίας και ασφαλιστικών μέτρων ανακαλούνται ή μεταβάλλονται όταν προκύπτει αλλαγή των δεδομένων, ανάγκη ή ωφέλεια. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόβλεψη αντίστοιχης δυνατότητας και για τη γονική μέριμνα δεν αποτελεί νέα ρύθμιση.
Οι επίμαχες διατάξεις είχαν δοθεί στη δημοσιότητα ήδη από τον Νοέμβριο, με το ζήτημα της έλλειψης διαβούλευσης να τίθεται εκ νέου στο τέλος Ιανουαρίου.
Τα κριτήρια της καλής νομοθέτησης συνιστούν σύνολο τεχνικών και πρακτικών που αφορούν τη διαμόρφωση των κανόνων δικαίου και σχετίζονται με την ποιότητα του νόμου. Δεν αγγίζουν την ουσία και τον σκοπό της ρύθμισης, που στην προκειμένη περίπτωση αφορά την προστασία του συμφέροντος των παιδιών.
Η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών υπηρετεί τη συνολική ποιότητα του νομικού συστήματος και αποσκοπεί στη διόρθωση κενών και δυσλειτουργιών που ανακύπτουν από την εφαρμογή προβληματικών ρυθμίσεων. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προστασία των δικαιωμάτων του γονέα, ο οποίος διατηρεί τη δυνατότητα προσφυγής στις αρμόδιες αρχές.
Η κανονιστική ισχύς ενός νόμου δεν επαρκεί από μόνη της. Απαιτείται ο νόμος να αποδίδει δικαιοσύνη στην πράξη και να εξυπηρετεί ουσιαστικά το συμφέρον των παιδιών. Η αποτελεσματικότητα της ρύθμισης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο, γεγονός που επιβάλλει τη δυνατότητα μεταβολής της όταν αποτυγχάνει στον σκοπό της. Αντίστοιχα, μια δικαστική απόφαση που δεν επιτυγχάνει την προστασία των παιδιών δύναται να ανακληθεί.
Η αξιολόγηση της ποιότητας του νόμου και των δικαστικών αποφάσεων συνιστά ουσιαστική κρίση που αφορά την ίδια τη φύση και την αποτελεσματικότητά τους. Στο επίκεντρο τίθεται η πραγματική προστασία των παιδιών και η αποτίμηση των συνεπειών που παράγονται στην καθημερινή τους ζωή.
Η δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται ως μέτρο απόδοσης του δικαίου και όχι ως απλή διαδικασία. Οι αποφάσεις που αφορούν την ανατροφή και τη ζωή των παιδιών λαμβάνονται με γνώμονα το συμφέρον τους και επηρεάζουν τόσο τους γονείς όσο και το κοινωνικό σύνολο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εφαρμογή της απόφασης οδήγησε σε συνθήκες διαβίωσης που κρίνονται επιβαρυντικές για δύο ανήλικα παιδιά, τα οποία μετακινούνται διαρκώς από κατοικία σε κατοικία σε μικρά χρονικά διαστήματα. Η καθημερινότητα αυτή καταγράφεται σε μια περίοδο έναρξης της σχολικής τους ζωής, χωρίς σταθερό περιβάλλον διαμονής και χωρίς μόνιμο χώρο διαβίωσης.
Η ανάγκη νέας δικαστικής κρίσης για τη γονική μέριμνα πριν από την εκδίκαση της έφεσης συνδέεται αποκλειστικά με την προστασία των παιδιών και την αναζήτηση βιώσιμης λύσης για την καθημερινότητά τους. Η επιδίωξη αυτή εδράζεται στη διαπίστωση σοβαρής αδυναμίας συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ των γονέων, στοιχείο που καθιστά δυσχερή την εφαρμογή της συνεπιμέλειας.
Στο δημόσιο διάλογο τίθεται, τέλος, το ζήτημα των προτεραιοτήτων του δικηγορικού κόσμου, με αναφορά σε σειρά κρίσιμων θεμάτων που απασχολούν τη Δικαιοσύνη και την κοινωνία, στο πλαίσιο της ευρύτερης λειτουργίας του δικαιϊκού συστήματος.
Πιο Δημοφιλή
Ψηφιακή στοχοποίηση και ποιότητα του δημόσιου πολιτικού λόγου
Οι θεωρίες φυσικής για το πολυσύμπαν είναι πιο παράξενες από τη μυθοπλασία
Θεσμική ντροπή
Πιο Πρόσφατα
Δίκη υποκλοπών: Η σιωπή των κατηγορουμένων και η ώρα της Δικαιοσύνης
Ελλάδα 2.0 ή Ελλάδα 0; Το αφήγημα της προόδου πάνω στα ερείπια της κοινωνίας
Τα χάλια του Μετρό