Το διάγγελμα Μητσοτάκη: Συνταγματική αναθεώρηση ή αναθεώρηση ισορροπιών εξουσίας;
Το επικείμενο τηλεοπτικό διάγγελμα του Κυριάκος Μητσοτάκης για τη συνταγματική αναθεώρηση έρχεται σε μια χρονική συγκυρία που κάθε άλλο παρά ουδέτερη είναι. Η επιλογή να «ανοίξει τα χαρτιά του» μέσω μηνύματος, και όχι μέσω κοινοβουλευτικής διαδικασίας, υποδηλώνει μια επικοινωνιακή προτεραιοποίηση έναντι της θεσμικής συζήτησης.
Η έκταση της προτεινόμενης αναθεώρησης –περί τα 70 άρθρα– συνιστά από μόνη της ένδειξη όχι επιμέρους διορθώσεων, αλλά δομικού ανασχεδιασμού του Συντάγματος. Τα άρθρα που διαρρέεται ότι τίθενται στο τραπέζι δεν είναι τεχνικά ή ουδέτερα· αφορούν τον σκληρό πυρήνα της μεταπολιτευτικής συνταγματικής αρχιτεκτονικής:
Το άρθρο 16, με αιχμή τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αγγίζει την ίδια τη φιλοσοφία της δημόσιας παιδείας.
Το άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος εγείρει ερωτήματα για τη σχέση ανάπτυξης και συνταγματικών εγγυήσεων.
Το άρθρο 90 για τη Δικαιοσύνη ανοίγει ζήτημα ελέγχου και ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας.
Τα άρθρα 86 και 103 αφορούν ευθέως τη λογοδοσία του πολιτικού προσωπικού και τη μονιμότητα του κράτους.
Η συσσώρευση τόσων κρίσιμων αλλαγών σε ένα ενιαίο πακέτο δημιουργεί την εικόνα μιας αναθεώρησης-ομπρέλας, όπου η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί συνολικά μεταβολές που υπό κανονικές συνθήκες θα απαιτούσαν ξεχωριστό, μακρόχρονο δημόσιο διάλογο.
Η ρητορική της «συναίνεσης» και τα πραγματικά διακυβεύματα
Η τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλος Μαρινάκης, με αιχμή τη φράση «θα μετρηθούμε όλοι στη Συνταγματική Αναθεώρηση», επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της ευθύνης στην αντιπολίτευση και ιδίως στο ΠΑΣΟΚ. Η επίκληση της «θεσμικής σοβαρότητας» λειτουργεί περισσότερο ως πολιτική πίεση παρά ως ουσιαστική πρόσκληση διαλόγου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόταση για αποσύνδεση του άρθρου 86 από τη Βουλή, αλλά και η αναφορά στην υποχρεωτική κοστολόγηση των προγραμμάτων «εκ του Συντάγματος». Πρόκειται για ιδέες που, ενώ παρουσιάζονται ως εξορθολογιστικές, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσον το Σύνταγμα μετατρέπεται από καταστατικό χάρτη δικαιωμάτων σε εργαλείο δημοσιονομικής και πολιτικής πειθάρχησης.
Δύο παράλληλες γραμμές: εξωτερική υποχώρηση, εσωτερική αναθεώρηση
Η ταυτόχρονη εξέλιξη των δύο αυτών μετώπων –ελληνοτουρκικός διάλογος χωρίς διαφάνεια και συνταγματική αναθεώρηση ευρείας κλίμακας– δεν μπορεί να ιδωθεί αποσπασματικά. Η κριτική της Καρυστιανού για έλλειμμα ενημέρωσης και δημοκρατικής λογοδοσίας συναντά, σε θεσμικό επίπεδο, τον τρόπο με τον οποίο προαναγγέλλεται η αναθεώρηση του Συντάγματος: από τα πάνω, επικοινωνιακά και με όρους τετελεσμένων.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση –κάτι που ιστορικά συμβαίνει– αλλά ποιος την καθορίζει, με ποια νομιμοποίηση και προς ποια κατεύθυνση. Σε ένα περιβάλλον όπου η εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από σιωπή και η εσωτερική θεσμική μεταρρύθμιση από ταχύτητα, η ανησυχία για μετατόπιση των ορίων της δημοκρατικής συναίνεσης δεν είναι υπερβολή, αλλά εύλογη πολιτική διαπίστωση.
Ο Μητσοτάκης επιχειρεί να παρουσιάσει ως «εθνική ανάγκη» αυτό που στην ουσία συνιστά μια βαθιά πολιτική και ιδεολογική αναθεώρηση της Μεταπολίτευσης. Υπό τον μανδύα του εκσυγχρονισμού και της συναίνεσης, ο πρωθυπουργός ανοίγει τον φάκελο της Συνταγματικής Αναθεώρησης με τρόπο που περισσότερο θυμίζει επικοινωνιακή προαναγγελία τετελεσμένων παρά αφετηρία θεσμικού διαλόγου.
Η διαρροή περί αλλαγών σε περίπου 70 άρθρα δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: δεν πρόκειται για στοχευμένες διορθώσεις, αλλά για αναδιάταξη ισορροπιών εξουσίας. Άρθρο 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, άρθρο 24 για το περιβάλλον, άρθρα για τη Δικαιοσύνη, τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και την ευθύνη υπουργών. Όλα μαζί, σε ένα πακέτο, ώστε το «αναγκαίο» να συγκαλύπτει το αμφιλεγόμενο και το δημοφιλές να νομιμοποιεί το επικίνδυνο.
Η επιλογή του διαγγέλματος αντί της Βουλής δεν είναι τυχαία. Ο πρωθυπουργός δεν ζητά συζήτηση· ζητά συναίνεση εκ των προτέρων. Και την ίδια στιγμή που επικαλείται τη θεσμική ωριμότητα της αντιπολίτευσης, θέτει το πλαίσιο: όποιος διαφωνεί, θα κατηγορηθεί ότι «δεν θέλει να πάει ο τόπος μπροστά».
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται αναθεώρηση του Συντάγματος. Το ερώτημα είναι ποιο Σύνταγμα θέλει να αφήσει πίσω του ο Μητσοτάκης: ένα Σύνταγμα εγγυήσεων ή ένα Σύνταγμα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αγοράς, της εκτελεστικής εξουσίας και των εκάστοτε πλειοψηφιών.
Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία πιέζεται, η εξωτερική πολιτική κινείται χωρίς διαφάνεια και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς φθίνει, η απόπειρα γενικευμένης συνταγματικής αναδιάρθρωσης μοιάζει λιγότερο με μεταρρύθμιση και περισσότερο με πολιτική βιασύνη να κλειδώσουν αλλαγές πριν ανοίξουν δύσκολα ερωτήματα. Και αυτά τα ερωτήματα, αργά ή γρήγορα, θα τεθούν – είτε το θέλει το διάγγελμα είτε όχι.
Πιο Δημοφιλή
Κλιματικός πολλαπλασιαστής ζημιών και απωλειών
Το βαθύτερο κράτος της επταετίας Μητσοτάκη
Ελλάδα και Ρωσία – Ρεαλισμός χωρίς αυταπάτες και χωρίς αυτοπαγίδευση
Πιο Πρόσφατα
Από το Τατόι στα ψηφοδέλτια; Σενάρια και φημολογία, όχι ακόμα τετελεσμένα