22 Ιανουαρίου 2025

Το πραγματικά μεγάλο δίλλημα Μητσοτάκη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης

Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών παραμένουν άριστες, στηριζόμενες στις κοινές παραδοσιακές αξίες και συμφέροντα των δύο χωρών. Ωστόσο, το μέλλον ενδέχεται να φέρει προκλήσεις για την Αθήνα, καθώς οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση σε καίρια ζητήματα, και η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί σε δύσκολη θέση ως προς την επιλογή της στάσης της.

Η ιστορία δείχνει ότι η Ελλάδα, παρά την ισχυρή σχέση με τις ΗΠΑ, ενδέχεται να βρεθεί μπροστά σε δύσκολες διπλωματικές αποφάσεις, όπως συνέβη και κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία το 2019, είχε αιφνιδιαστεί από την προσεκτική τακτική του αμερικανικού επιτελείου, που καθυστέρησε την πρόσκληση για επίσημη επίσκεψη στην Ουάσιγκτον, την οποία ανέμενε. Ακόμη και οι επαφές του με την αμερικανική πλευρά, μέσω της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, κατέληξαν σε μια σύντομη χειραψία και φωτογράφηση, παρά τις προσδοκίες για μια πιο επίσημη συνάντηση.

Η κατάσταση έγινε πιο περίπλοκη όταν, τον Ιανουάριο του 2020, προγραμματίστηκε η επίσημη συνάντηση του Μητσοτάκη με τον Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο. Η ελληνική πλευρά συνειδητοποίησε ότι η συνάντηση θα πραγματοποιούταν μόνο αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη αναθεωρούσε τα σχέδιά της για τη συνεργασία με την Κίνα όσον αφορά τα δίκτυα 5G. Η αμερικανική πλευρά επέμενε σε αυτή την αλλαγή πολιτικής, λόγω των ανησυχιών σχετικά με την ασφάλεια των τηλεπικοινωνιών και τις στρατηγικές ισορροπίες στην περιοχή, ιδιαίτερα με την παρουσία της Σούδας και τη γενικότερη αντιπαράθεση με την Κίνα.

Σήμερα, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη, καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ, υπό την ηγεσία του Τραμπ, έχει αρκετές διαφωνίες με την Ευρώπη, ειδικά σε θέματα που αφορούν την Ουκρανία, τις αμυντικές δαπάνες των χωρών του ΝΑΤΟ και εμπορικά ζητήματα. Η Ελλάδα, παρά τη συνεχιζόμενη συνεργασία με τις ΗΠΑ, καλείται να διαχειριστεί προσεκτικά τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικά όταν η Ουάσιγκτον και η ΕΕ διαφωνούν σε καίρια ζητήματα.

Η ασάφεια και ρευστότητα θα διατηρηθούν για αρκετούς μήνες μέχρι να εγκριθούν από το Κογκρέσο οι διορισμοί όλων των αξιωματούχων της διοίκησης Τραμπ και να εξεταστεί η προοπτική μιας συνόδου ΕΕ-ΗΠΑ τον προσεχή Ιούνιο, όταν θα συγκληθεί και η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη.

Σύμφωνα με Έλληνες και ξένους διπλωμάτες, οι χθεσινές δηλώσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλας φον ντερ Λάιεν («πολλά διακυβεύονται και για τις δύο πλευρές» και «είμαστε έτοιμοι να διαπραγματευτούμε») είναι αποτέλεσμα διεργασιών που άρχισαν μόλις λίγες ημέρες μετά την εκλογή του Τραμπ.

Η πρόεδρος της Κομισιόν φέρεται να έχει διαμορφώσει μια λίστα με ευρωατλαντικές προτεραιότητες, η οποία επικεντρώνεται σε θέματα όπως η Ουκρανία, το εμπόριο και η ενέργεια, εκφράζοντας παράλληλα αισιοδοξία για πιθανές συγκλίσεις. Ωστόσο, η αμερικανική πλευρά παραμένει αβέβαιη ως προς το αν, εκτός από τις τεχνοκρατικές επαφές, οι «σκληρές» πολιτικές διαπραγματεύσεις θα πρέπει να διεξάγονται με την Κομισιόν ή διμερώς με συγκεκριμένα κράτη-μέλη της ΕΕ. Εξίσου ασαφές είναι αν χώρες όπως η Γαλλία (με την ασταθή κυβέρνηση Μακρόν-Μπαϊρού), η Γερμανία (με την επικείμενη σχηματισμένη νέα κυβέρνηση) και η Ιταλία (με την Τζόρτζια Μελόνι, που έχει στενές σχέσεις με τον Τραμπ) θα επιλέξουν τη διμερή ή τη συλλογική διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ.

Στο Μαξίμου, η προετοιμασία για τις επικείμενες πιέσεις από την πλευρά του Τραμπ έχει αρχίσει. Η διαμόρφωση της πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να ισορροπήσει προσεκτικά ανάμεσα στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή πλευρά, έχοντας να διαχειριστεί την αυξανόμενη πολιτική ένταση.

Εν τω μεταξύ, αν και η ελληνική κυβέρνηση δεν το παραδέχεται δημοσίως, υπάρχει έντονη ανησυχία για την έκβαση της αντι-Τραμπ ατζέντας του Μητσοτάκη, ειδικά αν αυτή επηρεάσει την αμερικανική στάση πριν από τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ.

Η σταδιακή αλλαγή κλίματος αποτυπώνεται στην πρόσφατη συνάντηση της Αμερικανικής Πρεσβείας με την ελληνική πλευρά, κατά την οποία συζητήθηκαν τρία σημαντικά θέματα σε επίπεδο υπηρεσιακής διπλωματίας, χωρίς την τυπική δημόσια διαχείριση: Η ετήσια Έκθεση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Ελλάδα, η ποιοτική αναβάθμιση της αμερικανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία και η στρατηγική της Ελλάδας για την πρόσβαση αμερικανικών εταιρειών στην αναπτυσσόμενη αμυντική-βιομηχανική στρατηγική της ΕΕ.

Συνεχίζεται η φθορά Μητσοτάκη – Κερδισμένη η «Νέα Δεξιά»

Να σημειωθεί πως μία σειρά από επιλογές της κυβέρνησης που έχουν χαρακτηριστεί ως «δεξιά στροφή», με πιο χαρακτηριστική την ομιλία Μητσοτάκη που ισχυρίστηκε πως «υπάρχουν μόνο δύο φύλα» (όταν η κυβέρνηση του κινούνταν το προηγούμενο διάστημα σε αντίθετη κατεύθυνση) ή την επιλογή ενός αμιγώς δεξιού υποψηφίου, του Κώστα Τασούλα για την Προεδρία της Δημοκρατίας, δεν φαίνονται ικανές να “αναχαιτίζουν” την άνοδο στα δεξιά της ΝΔ. Η δε δεξιά στροφή της ΝΔ επικρίνεται με σφοδρότητα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης που ανήκουν στο αριστερό-κεντροαριστερό φάσμα, ενώ τα κόμματα στα Δεξιά της, την χαρακτηρίζουν “υποκριτική”, χαρακτηρίζοντας τον μέχρι και συνεχιστή του Κώστα Σημίτη (ενδεικτική η αντιπαράθεση μεταξύ ΝΔ και των δεξιών κομμάτων΄, ειδικά με την Αφροδίτη Λατινοπούλου, μετά τον θάνατο του πρώην πρωθυπουργού).

Πάντως ο πρωθυπουργός απέκλεισε συνεργασία με το κόμματα στα Δεξιά της ΝΔ, σε δηλώσεις του, παρά την άνοδο τους σε Ευρώπη και ΗΠΑ: «Αναμφίβολα υπάρχει μια τάση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ προς αυτό που αποκαλούμε “σκληρή” δεξιά ή “εξτρεμιστική” δεξιά. Πιστεύω ότι στην Ελλάδα καταφέραμε να την περιορίσουμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που ψηφίζουν κόμματα τα οποία βρίσκονται στα δεξιά της ΝΔ. Αλλά αυτά τα κόμματα, κατά τη γνώμη μου, εξακολουθούν να είναι κόμματα που βρίσκονται στο περιθώριο. Σίγουρα δεν αποτελούν μέρος και δεν θα αποτελέσουν μέρος οποιασδήποτε δυνητικής άσκησης οικοδόμησης συνασπισμού στο μέλλον», ανέφερε.

Το κατακερματισμένο τοπίο που εμφανίζεται στο σύνολο των δημοσκοπήσεων, δίνει την ευκαιρία στον πρωθυπουργό να εμφανιστεί ως “εγγυητής της σταθερότητας”, σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διαρκές περιβάλλον, αφήγημα που επαναλαμβάνει ο ίδιος και στελέχη της κυβέρνησης το τελευταίο διάστημα. Έτερες δημοσκοπήσεις έχουν δείξει ότι ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών αξιολογούν ως σημαντική την “σταθερότητα” στην χώρα.

Ετικέτες: