Σήμερα Γιορτάζουν:

ΚΥΡΙΑΚΗ

7 Ιουλίου 2026

Τραμπ - Ερντογάν: Κρίσιμο τεστ για F-35, ΚΑΑΝ και Ελλάδα

Η σημερινή συνάντηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα διμερή ραντεβού της Συμμαχίας. Η αμερικανοτουρκική ατζέντα είναι βαριά, οι προσδοκίες της Άγκυρας υψηλές και η Αθήνα παρακολουθεί κάθε κίνηση με αυξημένη προσοχή.

Τουρκικά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν ότι το τετ α τετ Τραμπ - Ερντογάν έχει προγραμματιστεί για τις 15:00, σε ένα διήμερο όπου η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη φιλοξενία της Συνόδου για να προβάλει τον ρόλο της ως κομβικής δύναμης στο ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην εικόνα του οικοδεσπότη. Επιδιώκει να ανοίξει ξανά όλα τα μεγάλα μέτωπα με την Ουάσιγκτον, από το πρόγραμμα των F-35 μέχρι την αμερικανική στήριξη στο τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς ΚΑΑΝ.

Για την ελληνική πλευρά, η συνάντηση έχει ιδιαίτερο βάρος. Αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό τεστ μετά τις δημόσιες αναφορές του Αμερικανού προέδρου από το Οβάλ Γραφείο, όπου άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο κινήσεων που θα ικανοποιούσαν τον Τούρκο πρόεδρο. Η διατύπωση αυτή προκάλεσε εύλογη κινητικότητα στην Αθήνα, καθώς κάθε πιθανή αμερικανική παραχώρηση προς την Τουρκία μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις ισορροπίες στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στο εσωτερικό της Συμμαχίας.

Η τουρκική ατζέντα και οι εξοπλιστικές απαιτήσεις

Η εικόνα που καλλιεργείται στην Τουρκία είναι σαφής. Η συνάντηση προβάλλεται ως ευκαιρία επανεκκίνησης των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την Άγκυρα να θέτει στο τραπέζι ένα πλήρες πακέτο αιτημάτων. Στην κορυφή βρίσκονται η προμήθεια αμερικανικών κινητήρων για το πρόγραμμα ΚΑΑΝ, η πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, η χαλάρωση ή άρση των κυρώσεων CAATSA, καθώς και η προοπτική νέων κοινών εξοπλιστικών συνεργασιών.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η Συρία, η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στις κουρδικές δυνάμεις, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι ισορροπίες στη Μαύρη Θάλασσα. Η τουρκική κυβέρνηση θέλει να εμφανίσει την αμυντική της βιομηχανία ως έναν από τους μεγάλους κερδισμένους της Συνόδου, διοργανώνοντας παράλληλα ειδικό φόρουμ για νέες συνεργασίες, επενδύσεις και τεχνολογικές συμπράξεις.

Η προσπάθεια αυτή υπηρετεί έναν καθαρό στρατηγικό στόχο. Η Άγκυρα θέλει να αποδείξει ότι παραμένει αναντικατάστατη για τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και ότι η γεωγραφική της θέση, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής την καθιστούν συνομιλητή που δεν μπορεί να αγνοηθεί από την Ουάσιγκτον.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, η εικόνα παραμένει πιο σύνθετη. Η Τουρκία εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός του προγράμματος των F-35 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, ενώ οποιαδήποτε μεταβολή στο συγκεκριμένο καθεστώς απαιτεί πολιτικές και νομικές αποφάσεις που δεν λαμβάνονται με μια απλή συνάντηση κορυφής. Το Κογκρέσο, οι αμερικανικοί νόμοι για τις κυρώσεις και οι ισορροπίες στο ΝΑΤΟ εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρά εμπόδια.

Η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει την Τουρκία ως σημαντικό σύμμαχο, όμως οι σχέσεις των δύο χωρών παραμένουν επιβαρυμένες. Οι διαφωνίες στη Συρία, η υπόθεση των S-400, οι κυρώσεις, τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η τουρκική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν ένα πυκνό πλέγμα επιφυλάξεων. Γι’ αυτό και η τουρκική αισιοδοξία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την τελική αμερικανική απόφαση.

Η ελληνική ανησυχία και το μήνυμα της «Γαλάζιας Πατρίδας»

Η συζήτηση για τα F-35 δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Η παρέμβαση του Ισραηλινού πρωθυπουργού, ο οποίος κάλεσε δημόσια τον Ντόναλντ Τραμπ να μην εγκρίνει την πώληση των αμερικανικών μαχητικών στην Τουρκία, δείχνει ότι το ζήτημα έχει αποκτήσει ευρύτερη περιφερειακή διάσταση. Το Ισραήλ θεωρεί ότι μια τέτοια εξέλιξη θα άλλαζε τις στρατιωτικές ισορροπίες και θα ενίσχυε μια χώρα με συγκρουσιακή ρητορική απέναντι σε Ισραήλ, Ελλάδα και Κύπρο.

Η ανησυχία αυτή ενισχύθηκε από τις δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι, ο οποίος επανέφερε με ένταση το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Παρότι η Τουρκία συμμετέχει στον λεγόμενο «Θετικό Διάλογο» με την Ελλάδα, ο Τούρκος αξιωματούχος παρουσίασε τη «Γαλάζια Πατρίδα» ως βασικό πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής, της ασφάλειας και της αναπτυξιακής στρατηγικής της χώρας του.

Οι αναφορές του στη Μεσόγειο, στην Κύπρο, στη Διώρυγα του Σουέζ και στην Ερυθρά Θάλασσα δεν πέρασαν απαρατήρητες στην Αθήνα. Επιβεβαιώνουν ότι η Άγκυρα διατηρεί αμετακίνητες τις αναθεωρητικές της θέσεις, ακόμη και σε μια Σύνοδο που επισήμως προβάλλει την ενότητα του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία επιδιώκει αποκλιμάκωση μόνο στο επίπεδο της εικόνας, ενώ στο στρατηγικό επίπεδο επιμένει στη διεκδικητική γραμμή της.

Η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζει ότι οι δημόσιες δηλώσεις δεν προεξοφλούν τις τελικές αποφάσεις. Γνωρίζει επίσης ότι η επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 ή η αμερικανική στήριξη στο ΚΑΑΝ δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τον Λευκό Οίκο. Παρεμβάλλονται το Κογκρέσο, οι μηχανισμοί κυρώσεων, οι συμμαχικές ισορροπίες και η συνολική στρατηγική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Παρά τα θεσμικά εμπόδια, κάθε θετικό πολιτικό μήνυμα προς την Άγκυρα έχει σημασία. Μπορεί να διαμορφώσει κλίμα, να δώσει διαπραγματευτική ώθηση στον Ερντογάν και να δημιουργήσει σταδιακά νέα δεδομένα. Για την Αθήνα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει άμεση απόφαση για τα F-35. Το πρόβλημα είναι αν η Ουάσιγκτον ανοίγει τον δρόμο για μια νέα φάση αμερικανοτουρκικής συνεννόησης με τίμημα τις ευαισθησίες των συμμάχων της περιοχής.

Πίσω από τις χειραψίες της Συνόδου βρίσκεται μια βαθύτερη γεωπολιτική διαπραγμάτευση. Η Τουρκία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη στρατηγική της θέση, την αστάθεια γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ, διεκδικώντας πολιτικά και εξοπλιστικά ανταλλάγματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στη διατήρηση της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο και στις έντονες ανησυχίες της Ελλάδας, του Ισραήλ και άλλων συμμάχων.

Η συνάντηση Τραμπ - Ερντογάν δύσκολα θα κλείσει όλα τα ανοικτά ζητήματα. Μπορεί, όμως, να δείξει τη βασική κατεύθυνση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων για τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτό στην Αθήνα κάθε δήλωση, κάθε διατύπωση και κάθε υπαινιγμός θα εξεταστούν με ιδιαίτερη προσοχή. Το διακύβευμα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι στρατηγικό και αφορά την πραγματική ισορροπία ισχύος στην περιοχή.