ΑΑΔΕ: Η ΔΕΟΣ βγαίνει στη μάχη κατά φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου με drones και πλωτά μέσα

Με drones, πλωτά μέσα, ειδικά κλιμάκια και ψηφιακά εργαλεία ελέγχου, η νέα ελεγκτική υπηρεσία της ΑΑΔΕ, η ΔΕΟΣ, μπαίνει στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου και του οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος.

Η Γενική Διεύθυνση Δυνάμεων Ελέγχου Οικονομικών Συναλλαγών, γνωστή ως ΔΕΟΣ, δημιουργήθηκε μετά την απορρόφηση του ΣΔΟΕ και έχει ήδη τεθεί σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία. Το σχέδιο της ΑΑΔΕ για το 2026 προβλέπει τουλάχιστον 39.300 ελέγχους, αριθμός που αποτυπώνει την κλίμακα της νέας ελεγκτικής στρατηγικής.

Η αποστολή της νέας υπηρεσίας είναι ευρεία και καλύπτει από ελέγχους σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες μέχρι επιχειρήσεις δίωξης στη θάλασσα, ελέγχους σε καύσιμα, καπνικά προϊόντα και ναρκωτικά, καθώς και έρευνες για ξέπλυμα χρήματος, διαφθορά και ύποπτες χρηματοδοτήσεις.

Η νέα δομή της ΔΕΟΣ

Στη ΔΕΟΣ εντάσσονται οι Μονάδες Ειδικών Οικονομικών Ελέγχων σε Αττική και Μακεδονία, οι Μονάδες Ειδικών Φορολογικών Ελέγχων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Ηράκλειο, καθώς και οι Μονάδες Ειδικών Τελωνειακών Ελέγχων σε Αττική και Θεσσαλονίκη.

Το επιχειρησιακό πλάνο προβλέπει 4.500 ειδικούς ελέγχους και έρευνες για οικονομικό έγκλημα, λαθρεμπόριο και δασμοδιαφυγή. Στο πεδίο των ερευνών μπαίνουν υποθέσεις διαφθοράς δημοσίων λειτουργών, κοινοτικές επιδοτήσεις, παραβιάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, ύποπτες διακινήσεις προϊόντων και περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στους επιτόπιους προληπτικούς ελέγχους. Η ΔΕΟΣ σχεδιάζει 18.000 στοχευμένους ελέγχους σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες, με προτεραιότητα σε περιοχές και κλάδους που θεωρούνται υψηλού κινδύνου για φοροδιαφυγή.

Παράλληλα, προβλέπονται 900 ειδικές έρευνες για απάτες στον ενδοκοινοτικό ΦΠΑ, ένα πεδίο στο οποίο η οργανωμένη παραβατικότητα προκαλεί σημαντικές απώλειες στα δημόσια έσοδα.

Στο στόχαστρο καύσιμα, καπνικά και παράνομες διακινήσεις

Οι Κινητές Ομάδες Ελέγχου αναλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στο νέο σχέδιο, με 14.500 επιχειρήσεις δίωξης σε προϊόντα υψηλού φορολογικού ενδιαφέροντος. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα καύσιμα, τα καπνικά προϊόντα και τα αλκοολούχα ποτά, καθώς και τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, τα παραποιημένα προϊόντα και οι παράνομες διακινήσεις αγαθών.

Σημαντικό τμήμα της νέας επιχειρησιακής στρατηγικής αφορά τους θαλάσσιους ελέγχους. Το σχέδιο προβλέπει τουλάχιστον 400 ελέγχους στη θάλασσα, εκ των οποίων οι 60 θα πραγματοποιηθούν με αντιλαθρεμπορικά σκάφη της Τελωνειακής Υπηρεσίας, με βασικό στόχο την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου καυσίμων.

Στο ίδιο πλαίσιο προβλέπονται και 18 επιχειρήσεις με υποβρύχια drones, τύπου ROV, για τον εντοπισμό παράνομων φορτίων. Η χρήση αυτών των μέσων ενισχύει τη δυνατότητα των ελεγκτικών αρχών να επιχειρούν σε σημεία που μέχρι σήμερα ήταν δυσκολότερο να ελεγχθούν με συμβατικές μεθόδους.

Drones, ανιχνευτές και τεχνολογικά μέσα

Κεντρική θέση στο νέο μοντέλο ελέγχων αποκτούν και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Η ΔΕΟΣ σχεδιάζει 160 ελέγχους με drones, τα οποία θα χρησιμοποιούνται τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα, επιτρέποντας την παρακολούθηση ύποπτων δραστηριοτήτων σε πραγματικό χρόνο.

Το επιχειρησιακό σχέδιο συμπληρώνεται από 10.000 ελέγχους με σκύλους ανιχνευτές και 900 ελέγχους με φασματόμετρα κινητικότητας ιόντων. Τα μέσα αυτά θα αξιοποιηθούν για τον εντοπισμό παράνομων ουσιών, ύποπτων φορτίων και προϊόντων που διακινούνται εκτός νόμιμου πλαισίου.

Παράλληλα, προβλέπονται κοινές επιχειρήσεις με άλλες αρχές για την αντιμετώπιση της νοθείας αλκοολούχων ποτών, του λαθρεμπορίου καυσίμων και της διακίνησης επικίνδυνων χημικών υλικών.

Σε συνεργασία με τη FRONTEX, η ΔΕΟΣ θα συμμετέχει στον εντοπισμό και στον στοχευμένο έλεγχο πλωτών μέσων, ενώ ειδικά επιχειρησιακά σχέδια έχουν καταρτιστεί για καπνικά προϊόντα, ενεργειακά προϊόντα, designer fuels και διεθνείς εμπορευματικές μεταφορές μέσω σιδηροδρόμων.

Η ενεργοποίηση της ΔΕΟΣ σηματοδοτεί τη μετάβαση σε ένα πιο σύνθετο και τεχνολογικά ενισχυμένο μοντέλο οικονομικών ελέγχων. Το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι η αποτελεσματικότητα στην πράξη, καθώς η φοροδιαφυγή, το λαθρεμπόριο και το ξέπλυμα χρήματος απαιτούν σταθερή επιχειρησιακή παρουσία, συντονισμό υπηρεσιών και πραγματική αξιοποίηση των νέων ελεγκτικών εργαλείων.