10 Ιουνίου 2026

Αγαπηδάκη: Σιωπή για τα 69 εκατ. στη UNICEF

Βαρύ ζήτημα λογοδοσίας ανοίγει η υπόθεση των 69.003.631,25 ευρώ που κατευθύνθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης προς τη UNICEF για δύο προγράμματα που παρουσιάστηκαν ως παρεμβάσεις υπέρ των παιδιών. Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, φέρεται να αποφεύγει να απαντήσει στα ερωτήματα  για τη διαχείριση των κονδυλίων, ενισχύοντας τις σκιές γύρω από μια υπόθεση που αφορά δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα.

Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο προγράμματα. Το πρώτο, με τίτλο «Εθνικό Πρόγραμμα Άσκησης και Υγιεινής Διατροφής / Αντιμετώπιση της Παιδικής Παχυσαρκίας», είχε συνολικό ύψος 44.728.444 ευρώ, εκ των οποίων τα 36.071.326 ευρώ προέρχονταν από το Ταμείο Ανάκαμψης. Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε πριν από λίγες ημέρες, με μια τελετή υψηλής προβολής για την υπουργό.

Το δεύτερο πρόγραμμα, με τίτλο «Προαγωγή Υγείας Παιδιού και Οικογένειας», ανέρχεται σε 34.969.316 ευρώ, με συνεισφορά 21.791.250 ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, και παραμένει σε εξέλιξη. Συνολικά, τα δύο έργα συγκροτούν ένα πακέτο σχεδόν 70 εκατ. ευρώ, για το οποίο ζητείται αναλυτικός οικονομικός και επιχειρησιακός απολογισμός.

 Απέστειλαν σειρά ερωτήσεων προς την αναπληρώτρια υπουργό Υγείας, ζητώντας συγκεκριμένες απαντήσεις για τη ροή των χρημάτων, τη διαφάνεια, τις δαπάνες, τις δράσεις και τον τρόπο επιλογής της UNICEF. Παρά την παρέλευση της προθεσμίας που είχε τεθεί, απάντηση δεν δόθηκε. Ακόμη και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με το γραφείο της υπουργού, κατά την οποία υπήρξε ενημέρωση ότι αρμόδιος συνεργάτης είχε λάβει γνώση και θα επικοινωνηση αλλά, ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε.

Σιωπή για τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης

Η στάση αυτή προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Όταν πρόκειται για κονδύλια τέτοιου ύψους, τα οποία προέρχονται από ευρωπαϊκούς και δημόσιους πόρους, η σιωπή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή επικοινωνιακή επιλογή. Η λογοδοσία δεν είναι προαιρετική διαδικασία, ιδίως όταν τα χρήματα αφορούν δράσεις που εμφανίζονται να έχουν ως επίκεντρο την υγεία και την προστασία των παιδιών.

Το βασικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο: πού κατευθύνθηκαν τα 69.003.631,25 ευρώ και ποια ακριβώς δράση παρήγαγαν; Διότι, όπως επισημαίνεται, ένα τέτοιο ποσό, αν είχε διοχετευθεί στα νοσοκομεία Παίδων, θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στη μετατροπή τους σε σύγχρονες δομές υγείας για τα παιδιά της χώρας.

Σύμφωνα με προηγούμενη έρευνα της «δημοκρατίας», το σύνολο των παραπάνω χρημάτων εκταμιεύθηκε σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα προς τη UNICEF. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η UNICEF δεν φέρεται να είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Επιχορηγούμενων Φορέων, το οποίο έχει θεσπιστεί ακριβώς για την ενίσχυση της διαφάνειας στη διαχείριση δημόσιου χρήματος.

Η απουσία εγγραφής στο Μητρώο δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ελέγχου και απολογισμού. Εάν ένας φορέας που λαμβάνει τόσο μεγάλα ποσά δεν εντάσσεται στο πλαίσιο διαφάνειας που ισχύει για τους επιχορηγούμενους οργανισμούς, τότε το ερώτημα δεν αφορά μόνο την πολιτική επιλογή της υπουργού, αλλά και τη θεσμική επάρκεια των μηχανισμών ελέγχου.

Κατά την ίδια έρευνα, οι δαπάνες που έχουν αναρτηθεί στη Διαύγεια δεν ξεπερνούν το 15%-20% των συνολικών κονδυλίων. Η απόκλιση αυτή καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη πλήρους απολογισμού. Δεν αρκούν γενικές αναφορές περί επιτυχημένων δράσεων. Απαιτούνται αριθμοί, συμβάσεις, παραδοτέα, πληρωμές, υπόλοιπα, προμηθευτές, επικοινωνιακές δαπάνες και συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις καταγγελίες, τα δύο προγράμματα συνοδεύτηκαν κυρίως από μεγάλες καμπάνιες προβολής, στις οποίες κεντρικό πρόσωπο ήταν η ίδια η κ. Αγαπηδάκη. Αυτό οδηγεί στο πολιτικά βαρύ ερώτημα αν οι βασικοί ωφελούμενοι ήταν τα παιδιά και οι οικογένειες ή η επικοινωνιακή εικόνα της υπουργού.

Τα ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις

Για την ίδια υπόθεση, η «δημοκρατία» είχε απευθυνθεί τον περασμένο Μάρτιο και στον διπλωματικό εκπρόσωπο της UNICEF στην Ελλάδα, Dr Ghassan Khalil. Η απάντηση που δόθηκε ήταν γενική, με αναφορά σε επιτυχημένους στόχους των προγραμμάτων, ενώ για τα αποτελέσματα των έργων υπήρξε παραπομπή στην κ. Αγαπηδάκη και στις τελικές εκθέσεις που θα ανακοινώνονταν μετά το κλείσιμο των προγραμμάτων.

Το ερώτημα πλέον είναι απλό: πού βρίσκονται οι τελικές εκθέσεις, ιδίως για το πρόγραμμα κατά της παιδικής παχυσαρκίας, το οποίο έχει ήδη ολοκληρωθεί; Ποιος έκανε τον απολογισμό; Ποιος τον έλεγξε; Ποια ποσοτικά και ποιοτικά αποτελέσματα προέκυψαν; Πόσα παιδιά ωφελήθηκαν πραγματικά και με ποιον τρόπο;

Η εφημερίδα ζητά από την αναπληρώτρια υπουργό να απαντήσει δημοσίως γιατί τα συγκεκριμένα προγράμματα δεν εκτελέστηκαν από εποπτευόμενους φορείς του υπουργείου Υγείας, ώστε να υπάρχει σαφέστερη θεσμική εποπτεία και διαφάνεια. Ζητά επίσης να εξηγηθεί γιατί επιλέχθηκε το γραφείο της UNICEF στην Ελλάδα, το οποίο λειτουργεί μόλις από το 2021.

Κρίσιμο είναι και το ερώτημα πώς εκταμιεύθηκαν πόροι προς έναν οργανισμό που, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Επιχορηγούμενων Φορέων. Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή πρόκειται κυρίως για χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης, δηλαδή για πόρους που συνοδεύονται από αυστηρούς κανόνες επιλεξιμότητας, ελέγχου και διαφάνειας.

Ζητείται, επίσης, να διευκρινιστεί πώς διασφαλίστηκε η διαφάνεια στη διαχείριση τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των εθνικών κονδυλίων. Έγιναν διασταυρώσεις; Με ποιον τρόπο ελέγχθηκαν οι δαπάνες; Πώς μπορεί να πιστοποιηθεί ότι τα ποσά που εκταμιεύθηκαν αντιστοιχούν σε πραγματικές και επιλέξιμες δράσεις, εφόσον ο φορέας δεν εμφανίζεται στο Μητρώο;

Αναγκαίος είναι και ένας αναλυτικός απολογισμός για το πόσα ακριβώς χρήματα δαπανήθηκαν για κάθε δράση που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα και στα δύο προγράμματα. Χρειάζεται πλήρης πίνακας δράσεων, κόστους, πληρωμών, αναδόχων, παραδοτέων και εκκρεμών υποχρεώσεων.

Επιπλέον, πρέπει να απαντηθεί πόσο έχουν κοστολογηθεί δράσεις που έχουν πραγματοποιηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη πληρωθεί, καθώς και ποιο είναι το μελλοντικό πρόγραμμα δράσεων για το δεύτερο πρόγραμμα που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Το δημόσιο έχει δικαίωμα να γνωρίζει τι απομένει να γίνει, πόσο κοστίζει και ποιος θα το υλοποιήσει.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το σκέλος των επικοινωνιακών δαπανών. Η υπουργός καλείται να απαντήσει πόσα ακριβώς χρήματα έχουν δαπανηθεί για προγράμματα επικοινωνίας και πόσα ακόμη προβλέπεται να δαπανηθούν. Σε προγράμματα που υποτίθεται ότι έχουν ως επίκεντρο τα παιδιά, η αναλογία μεταξύ ουσιαστικής παρέμβασης και επικοινωνιακής προβολής αποτελεί κρίσιμο δείκτη πολιτικής αξιοπιστίας.

Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί ποιες από τις δράσεις θα συνεχιστούν μετά το Ταμείο Ανάκαμψης με εθνικούς πόρους, πόσο έχουν κοστολογηθεί και αν θα εξακολουθήσουν να υλοποιούνται από τη UNICEF. Εφόσον η απάντηση είναι θετική, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί η συγκεκριμένη επιλογή θεωρείται αναγκαία και γιατί δεν αξιοποιούνται μόνιμοι δημόσιοι ή εποπτευόμενοι φορείς του συστήματος υγείας.

Η υπόθεση δεν μπορεί να κλείσει με σιωπή. Σχεδόν 70 εκατ. ευρώ δεν εξαφανίζονται πίσω από γενικές ανακοινώσεις, τελετές, καμπάνιες και αόριστες αναφορές σε επιτυχημένους στόχους. Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας οφείλει να δώσει πλήρη δημόσιο απολογισμό. Όσο δεν το κάνει, η πολιτική ευθύνη μεγαλώνει και η καχυποψία γύρω από τη διαχείριση των πόρων γίνεται ακόμη βαρύτερη.