Τσίπρας και Μητσοτάκης: Δύο αποτυχημένες εξουσίες, ένα κοινό άλλοθι

Κυριάκος Μητσοτάκης και Αλέξης Τσίπρας εμφανίζονται ως οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι της τελευταίας δεκαετίας. Ο ένας επενδύει στην εικόνα της τεχνοκρατικής σταθερότητας. Ο άλλος επιστρέφει με τη σημαία της προοδευτικής ανασύνταξης. Πίσω από τις διαφορετικές πολιτικές ταυτότητες διακρίνεται ένα κοινό μοντέλο εξουσίας: αρχηγικά κόμματα, προσωποκεντρική στρατηγική, επικοινωνιακή διαχείριση των κρίσεων και συστηματική μετατόπιση της ευθύνης.

Οι δύο πολιτικοί εκπροσωπούν διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους και κυβέρνησαν σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες. Η πολιτική πρακτική τους, όμως, συναντάται σε ένα κρίσιμο σημείο: στην προσπάθεια να μετατρέψουν κάθε εκλογική αναμέτρηση σε προσωπικό δίλημμα. Μητσοτάκης ή χάος από τη μία πλευρά, Τσίπρας ή συντηρητική κυριαρχία από την άλλη.

Αυτή η τεχνητή πόλωση κρατά την κοινωνία εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο διαχειριστικές εκδοχές του ίδιου συστήματος. Η πρώτη επικαλείται την αποτελεσματικότητα. Η δεύτερη επικαλείται την κοινωνική δικαιοσύνη. Και οι δύο ζητούν από τους πολίτες να ξεχάσουν το κυβερνητικό τους παρελθόν και να κρίνουν αποκλειστικά τον κίνδυνο που, υποτίθεται, αντιπροσωπεύει ο αντίπαλος.

Τα ανοιχτά πολιτικά τραύματα της διακυβέρνησης Τσίπρα

Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα επιχειρείται μέσα από μια προσεκτικά κατασκευασμένη εικόνα πολιτικής επανεκκίνησης. Το νέο κόμμα, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, παρουσιάζεται ως καθαρό ξεκίνημα, αποκομμένο από τη φθορά, τις εσωτερικές συγκρούσεις και την εκλογική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ.

Η ιστορική μνήμη, ωστόσο, δεν διαγράφεται με μια νέα ονομασία, ένα διαφορετικό λογότυπο και μια ιδρυτική διακήρυξη. Η διακυβέρνηση Τσίπρα άφησε πίσω της ανοιχτά πολιτικά τραύματα, τα οποία παραμένουν χωρίς ουσιαστικό απολογισμό.

Το 2015, η χώρα οδηγήθηκε σε μια σύγκρουση υψηλού κινδύνου με τους Ευρωπαίους εταίρους, με κλειστές τράπεζες, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και μεγάλη οικονομική αβεβαιότητα. Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες από ένα ηχηρό «όχι» σε αποδοχή νέου προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης.

Η κυβέρνηση που εξελέγη με υπόσχεση την κατάργηση των μνημονίων υπέγραψε το τρίτο πρόγραμμα, με διαθέσιμο χρηματοδοτικό πλαίσιο έως 86 δισ. ευρώ. Η πολιτική μεταστροφή παρουσιάστηκε ως αναγκαστικός συμβιβασμός, χωρίς να δοθεί πλήρης και καθαρή απάντηση για το κόστος των χειρισμών που προηγήθηκαν.

Η πολιτική ευθύνη εκείνης της περιόδου δεν εξαντλείται στην τελική συμφωνία. Αφορά την καλλιέργεια προσδοκιών που δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν, τη μετατροπή μιας σύνθετης διεθνούς διαπραγμάτευσης σε επικοινωνιακό πόλεμο και τη χρήση του δημοψηφίσματος ως εργαλείου εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης.

Στο κοινωνικό πεδίο, οι τραγωδίες στη Μάνδρα και στο Μάτι αποκάλυψαν ένα κράτος χωρίς επαρκή προετοιμασία, αποτελεσματικό συντονισμό και μηχανισμό έγκαιρης προστασίας των πολιτών. Ιδιαίτερα μετά τη φωτιά στο Μάτι, η κυβερνητική εικόνα της πρώτης νύχτας, με μια σύσκεψη που δεν αποτύπωνε δημόσια το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής, έμεινε ως σύμβολο πολιτικής διαχείρισης μπροστά στις κάμερες.

Βαρύ αποτύπωμα άφησε και η υπόθεση Novartis. Μια υπαρκτή έρευνα για πρακτικές της φαρμακευτικής εταιρείας μετατράπηκε σε πεδίο ακραίας πολιτικής σύγκρουσης. Η δημόσια διαπόμπευση προσώπων προηγήθηκε της δικαστικής τεκμηρίωσης, ενώ η υπόθεση χρησιμοποιήθηκε για την εξόντωση πολιτικών αντιπάλων και τη διαμόρφωση ενός αφηγήματος περί γενικευμένης διαφθοράς του παλαιού συστήματος.

Αυτά αποτελούν τα «πολιτικά εγκλήματα» της περιόδου Τσίπρα με την πολιτική, όχι την ποινική έννοια του όρου: αποφάσεις, χειρισμοί και μέθοδοι εξουσίας που προκάλεσαν βαθιά κοινωνική ζημιά και υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει σήμερα χωρίς να έχει παρουσιάσει έναν ολοκληρωμένο απολογισμό για εκείνη την τετραετία. Επιλέγει να μιλήσει για ένα νέο ξεκίνημα, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα κλειστό τον ιστορικό κύκλο του κόμματος που τον ανέδειξε και τον οδήγησε στην πρωθυπουργία.

Η δήλωση αυτή αποτελεί πολιτική αποκήρυξη του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα προσπάθεια ιδιοποίησης της ιστορικής του διαδρομής. Ο πρώην πρωθυπουργός κρατά για τον εαυτό του τις εκλογικές νίκες και αφήνει στους πρώην συντρόφους του τη φθορά, τα χρέη, τις ήττες και την οργανωτική αποσύνθεση.

Το σχέδιο πίσω από τη νέα πολιτική παρουσία είναι ευδιάκριτο. Η ΕΛ.ΑΣ. επιχειρεί να απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, να προσελκύσει στελέχη της Κεντροαριστεράς και να πιέσει το ΠΑΣΟΚ, ώστε ο Αλέξης Τσίπρας να εμφανιστεί ξανά ως ο μοναδικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Πρόκειται για σχέδιο προσωπικής πολιτικής αποκατάστασης και επιστροφής στην κυβερνητική διεκδίκηση. Ο στόχος δεν είναι η διάσωση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι η αντικατάστασή του από ένα νέο αρχηγικό σχήμα, απαλλαγμένο από τα βάρη του παλιού κομματικού μηχανισμού και πλήρως ταυτισμένο με τον ιδρυτή του.

Τα σκάνδαλα Μητσοτάκη και η συγκεντρωτική εξουσία

Απέναντι στην επιστροφή Τσίπρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσιάζει τη δική του διακυβέρνηση ως εγγύηση σταθερότητας, ανάπτυξης και ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Η κυβερνητική πραγματικότητα έχει ήδη συσσωρεύσει υποθέσεις που τραυματίζουν σοβαρά αυτό το αφήγημα.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών αποκάλυψε την έκταση της συγκέντρωσης εξουσίας γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου. Η παρακολούθηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, δημοσιογράφων και άλλων προσώπων, σε συνδυασμό με τη δράση του παράνομου λογισμικού Predator, δημιούργησε ένα θεσμικό τραύμα που δεν έχει επουλωθεί.

Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης περιορίστηκε σε παραιτήσεις στενών συνεργατών, ενώ ο πυρήνας της υπόθεσης παρέμεινε καλυμμένος από το απόρρητο, τις περιορισμένες απαντήσεις και τη σύγκρουση γύρω από τη λειτουργία των ελεγκτικών θεσμών.

Η τραγωδία των Τεμπών αποτέλεσε τη βαρύτερη απόδειξη της απόστασης ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα του επιτελικού κράτους και στην πραγματική λειτουργία των δημόσιων υποδομών. Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένα σιδηροδρομικό δίκτυο όπου κρίσιμα συστήματα ασφαλείας παρέμεναν ημιτελή ή ανενεργά.

Η κυβέρνηση επιχείρησε από τις πρώτες ώρες να περιορίσει την ευθύνη στο ανθρώπινο λάθος του σταθμάρχη. Η πορεία των ερευνών ανέδειξε διαχρονικές ανεπάρκειες, καθυστερήσεις συμβάσεων, προβλήματα εποπτείας και σοβαρά ερωτήματα για τους χειρισμούς που ακολούθησαν το δυστύχημα.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ πρόσθεσε ένα ακόμη βαρύ κεφάλαιο. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διερευνά οργανωμένες πρακτικές παράνομης άντλησης αγροτικών ενισχύσεων και έχει προχωρήσει σε ποινικές ενέργειες για πρόσωπα που συνδέονται με τη διοίκηση και τη λειτουργία του οργανισμού.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει αναγνωρίσει προβλήματα κακοδιαχείρισης, επιμένοντας ότι δεν πρόκειται για πολιτικό σκάνδαλο. Η διάκριση αυτή υπηρετεί την κυβερνητική άμυνα, δεν ακυρώνει την ευθύνη μιας διοίκησης που είχε τον έλεγχο του κράτους και άφησε ευρωπαϊκά κονδύλια να γίνουν αντικείμενο πελατειακής εκμετάλλευσης.

Στο πεδίο του κράτους δικαίου, οι επικρίσεις δεν προέρχονται μόνο από την εσωτερική αντιπολίτευση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει εκφράσει σοβαρές ανησυχίες για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, τις παρακολουθήσεις, την προστασία των δημοσιογράφων, την ανεξαρτησία των θεσμών και τη συνολική ποιότητα του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη στηρίχθηκε στη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο πρωθυπουργικό γραφείο, στον έλεγχο της πολιτικής πληροφορίας και στη διαρκή κατασκευή μιας εικόνας κανονικότητας. Κάθε κρίση παρουσιάζεται ως μεμονωμένη αστοχία, κάθε σκάνδαλο ως διαχρονική παθογένεια και κάθε ευθύνη ως πρόβλημα κάποιου κατώτερου διοικητικού επιπέδου.

Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ομοιότητα των δύο πολιτικών. Ο Τσίπρας κυβέρνησε μέσα από τον μύθο της σύγκρουσης με το παλιό σύστημα. Ο Μητσοτάκης κυβερνά μέσα από τον μύθο της αποτελεσματικής υπέρβασής του. Και οι δύο αξιοποίησαν την πολιτική πόλωση για να συσπειρώσουν ακροατήρια, να περιορίσουν την κριτική και να παρουσιάσουν τις προσωπικές τους επιλογές ως μονόδρομο για τη χώρα.

Ο ένας μετέτρεψε την Αριστερά σε αρχηγικό όχημα εξουσίας. Ο άλλος μετέτρεψε τη Νέα Δημοκρατία σε προέκταση του πρωθυπουργικού μηχανισμού. Ο ένας μίλησε στο όνομα της κοινωνικής ανατροπής. Ο άλλος στο όνομα της μεταρρυθμιστικής κανονικότητας. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο η λογοδοσία υποχωρεί μπροστά στην επικοινωνία και η θεσμική ευθύνη διαλύεται μέσα στην κομματική άμυνα.

Η επιστροφή Τσίπρα εξυπηρετεί αντικειμενικά και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το Μέγαρο Μαξίμου αποκτά ξανά έναν αντίπαλο με βαρύ κυβερνητικό παρελθόν, τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει για να αναβιώσει τα διλήμματα του 2015. Την ίδια στιγμή, ο Αλέξης Τσίπρας χρειάζεται τον Μητσοτάκη ως κεντρικό αντίπαλο, ώστε να παρακάμψει την κριτική για τη δική του διακυβέρνηση και να επανεμφανιστεί ως φορέας πολιτικής αλλαγής.

Οι δύο αντίπαλοι αλληλοτροφοδοτούνται. Η πολιτική τους επιβίωση στηρίζεται στη διαρκή υπενθύμιση των αποτυχιών του άλλου. Ο Μητσοτάκης ζητά να ξεχαστούν οι υποκλοπές, τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ μπροστά στον φόβο επιστροφής του Τσίπρα. Ο Τσίπρας ζητά να ξεχαστούν το 2015, το τρίτο μνημόνιο, το Μάτι και η θεσμική εργαλειοποίηση μπροστά στην ανάγκη απομάκρυνσης του Μητσοτάκη.

Η χώρα χρειάζεται να σπάσει αυτόν τον πολιτικό εγκλωβισμό. Η πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ανακύκλωση δύο ηγεσιών που έχουν ήδη κυβερνήσει και έχουν αφήσει πίσω τους βαρύ αποτύπωμα. Απαιτεί σχέδιο, θεσμική λογοδοσία, δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων και καθαρές απαντήσεις για τις ευθύνες του παρελθόντος.

Μητσοτάκης και Τσίπρας αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, όχι επειδή έχουν ταυτόσημες πολιτικές θέσεις, αλλά επειδή υπηρετούν την ίδια προσωποκεντρική λογική εξουσίας. Ο ένας χρειάζεται τον άλλον για να εμφανίζεται αναντικατάστατος. Και οι δύο χρειάζονται μια κοινωνία που θα ψηφίζει με φόβο, θυμό και μνήμη επιλεκτική.