14 Φεβρουαρίου 2026

Αγκαλιές εξουσίας και σιωπές πίστης

Ποιον επιλέγει να σφίξει στην αγκαλιά της η Εκκλησία στη σημερινή συγκυρία και με ποιο εσωτερικό κριτήριο. Ποιον ασπάζεται μπροστά στους φακούς και ποιον αναγνωρίζει ως συνομιλητή της. Στρέφεται στον άνθρωπο που δοκιμάζεται, στον μοναχικό, στον πληγωμένο, ή στρέφεται προς τα κέντρα ισχύος που παράγουν εικόνα και επιρροή. Και έχει συνειδητοποιήσει πόσο βαρύ αποτύπωμα αφήνει αυτή η δημόσια σκηνή σε όσους επιμένουν να κρατούν μέσα τους μια καθαρή μορφή του Χριστού.

Το ζήτημα ξεπερνά μια τυπική συνάντηση. Δεν είναι άλλη μία φωτογραφία ούτε μια ακόμη τελετουργική χειραψία με ευπρεπείς προσφωνήσεις. Είναι μια σταθερή, επαναλαμβανόμενη επιλογή να στέκεται δίπλα στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία με τρόπο που γεννά πλέον δυσφορία και οργή. Η εικόνα παγιώνεται και η συνήθεια γίνεται μήνυμα.

Η κοινωνία παρακολουθεί με βλέμμα που δεν χαρίζεται. Οι εικόνες δεν χάνονται πια στη ροή του χρόνου. Μένουν, αναλύονται, συζητούνται, κρίνουν και κουράζουν. Μέσα σε αυτή την κόπωση δεν αμφισβητείται ευθέως η πίστη. Καλλιεργείται όμως μια απόσταση. Ένα αίσθημα αμηχανίας κάθε φορά που η Εκκλησία σπεύδει να ταυτιστεί με την πολιτική ισχύ. Και η αποστασιοποίηση αυτή δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του εκάστοτε πολιτικού. Αγγίζει το σύμβολο, αγγίζει τον ίδιο τον Χριστό.

Το ερώτημα γίνεται σκληρό. Ποια είναι η σχέση της Εκκλησίας με τον Κυριάκος Μητσοτάκης σε αυτό το επίπεδο. Τι εκπροσωπεί πνευματικά. Ποιο θεολογικό βάρος φέρει. Πρόκειται για ποιμένα ή για έναν πολιτικό που πράττει όπως κάθε πολιτικός, μετρώντας ακροατήρια, ψήφους και εντυπώσεις.

Όταν ακούγονται μεγαλόστομες διατυπώσεις περί πρωθυπουργού της διασποράς και όταν οι εθνικές επέτειοι μετατρέπονται σε φόντο προβολής, η απορία εντείνεται. Για ποιον στήνεται αυτή η σκηνή. Για τη μνήμη και την πίστη. Για την 25η Μαρτίου. Ή για την κάλπη που πλησιάζει.

Αν η Εκκλησία επιδιώκει να παραμείνει ζωντανό σημείο αναφοράς και όχι προέκταση του κρατικού μηχανισμού, οφείλει να μετρήσει το βάρος αυτής της εικόνας. Ο ιεράρχης που σπεύδει να αγκαλιάσει τον ισχυρό δεν προκαλεί συγκίνηση. Εγκαθιστά καχυποψία. Και η καχυποψία, όταν συσσωρεύεται, διαβρώνει πρώτα την εμπιστοσύνη προς την πίστη.

Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος. Η σύγχυση που απλώνεται. Η αίσθηση ότι εξουσία, τελετή και λόγος συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο σκηνικό. Έτσι η Εκκλησία χάνει τον χαρακτήρα του καταφυγίου και μετατρέπεται σε φόντο δημόσιας προβολής. Κάθε αγκαλιά και κάθε δημόσια ευλογία θυμίζει περισσότερο πολιτική εικόνα παρά ποιμαντική πράξη.

Η κοινωνία το αντιλαμβάνεται. Κουράζεται. Κρατά απόσταση. Σιωπά.

Και αυτή η σιωπή βαραίνει περισσότερο από κάθε κραυγή.

Κρίμα.

Ετικέτες: