C40 και Arup: Η έκθεση για περιορισμούς σε κρέας, ρούχα και ταξίδια έως το 2030
Μέχρι το 2030, το κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα καινούργια ρούχα και τα συχνά αεροπορικά ταξίδια παρουσιάζονται, μέσα από συγκεκριμένες εκθέσεις και διεθνή δίκτυα πόλεων, ως πεδία δραστικού περιορισμού στο όνομα της κλιματικής πολιτικής. Πρόκειται για ένα σχέδιο που, σύμφωνα με τους επικριτές του, δεν αφορά απλώς την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά τη βαθιά αναμόρφωση της καθημερινής ζωής των πολιτών μέσω περιορισμών στην κατανάλωση, στις μετακινήσεις και στις προσωπικές επιλογές.
Η έκθεση «The Future of Urban Consumption in a 1.5°C World», η οποία δημοσιεύθηκε το 2019 και επανήλθε στο προσκήνιο το 2023, περιγράφει στόχους για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στις πόλεις, σε ευθυγράμμιση με τη Συμφωνία των Παρισίων του 2015. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η λεγόμενη κατανάλωση που συνδέεται με τις εκπομπές, δηλαδή όσα καταναλώνουν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους: τρόφιμα, ρούχα, μετακινήσεις, ηλεκτρονικές συσκευές, κατοικία και ταξίδια.
Σύμφωνα με το πλαίσιο που παρουσιάζεται, μέχρι το 2030 οι πολίτες στις χώρες και πόλεις με τη μεγαλύτερη κατανάλωση θα πρέπει να περιορίσουν δραστικά τον τρόπο ζωής τους. Στην πιο ακραία εκδοχή των προτεινόμενων στόχων γίνεται λόγος για μηδενική κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών, τρία νέα είδη ένδυσης τον χρόνο και μία αεροπορική πτήση ανά τρία χρόνια.
Η έκθεση για την αστική κατανάλωση και οι στόχοι περιορισμού
Η έκθεση συντάχθηκε και εκδόθηκε από το C40, την Arup και το Πανεπιστήμιο του Leeds, με χρηματοδότηση από την Arup, το Πανεπιστήμιο του Leeds και το Ίδρυμα Citi. Οι συντάκτες της την παρουσιάζουν ως ανάλυση για τη σχέση κατανάλωσης και εκπομπών, όμως ο τρόπος διατύπωσης των προτεινόμενων παρεμβάσεων παραπέμπει σε οδηγό πολιτικής για τις δημοτικές αρχές και τους δημάρχους μεγάλων πόλεων.
Σκοπός της έκθεσης είναι να υπολογίσει τις εκπομπές που προκύπτουν από την κατανάλωση των κατοίκων των πόλεων και να προτείνει μέτρα ώστε οι τοπικές ηγεσίες να τις μειώσουν. Στο σχετικό δελτίο Τύπου αναφέρεται ότι η αφετηρία πρέπει να είναι οι κοινωνίες που καταναλώνουν περισσότερο, με στόχο οι εκπομπές που βασίζονται στην κατανάλωση να μειωθούν τουλάχιστον κατά 50% έως το 2030.
Οι έξι βασικοί τομείς παρέμβασης που προσδιορίζονται είναι τα τρόφιμα, οι κατασκευές, η ένδυση, τα οχήματα, οι αεροπορικές μετακινήσεις και τα ηλεκτρονικά είδη. Σε αυτούς τους τομείς, σύμφωνα με την έκθεση, οι πόλεις μπορούν να αναλάβουν άμεση δράση για τον περιορισμό του αποτυπώματος άνθρακα.
Στον πρόλογο της έκθεσης, ο εκτελεστικός διευθυντής του C40, Mark Watts, υποστηρίζει ότι οι δήμαρχοι έχουν μεγαλύτερο ρόλο από όσο είχε εκτιμηθεί μέχρι τότε στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Αναφέρει επίσης ότι οι μέσες εκπομπές που βασίζονται στην κατανάλωση στις πόλεις του C40 πρέπει να μειωθούν κατά το ήμισυ μέσα σε δέκα χρόνια, ενώ στις πλουσιότερες πόλεις με την υψηλότερη κατανάλωση η μείωση πρέπει να φτάσει τα δύο τρίτα ή και περισσότερο έως το 2030.
Στο ίδιο κείμενο, ο πρώην πρόεδρος της Arup, Gregory Hodkinson, σημειώνει ότι η μείωση της κατανάλωσης αποτελεί πλέον αναγκαίο τμήμα της παγκόσμιας προσπάθειας για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής. Παραδέχεται ότι οι προτεινόμενες δράσεις είναι απαιτητικές και δύσκολες για πολλούς, τις χαρακτηρίζει όμως απαραίτητες, επιμένοντας στον ρόλο των δημάρχων ως φορέων που μπορούν να διαμορφώσουν όραμα, να κινητοποιήσουν μηχανισμούς και να προωθήσουν αλλαγές συμπεριφοράς.
Αυτό ακριβώς το σημείο προκαλεί τις μεγαλύτερες αντιδράσεις. Η υπόθεση δεν περιορίζεται σε τεχνική περιβαλλοντική συζήτηση. Αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής νομιμοποίησης, καθώς οι προτεινόμενες αλλαγές αφορούν βασικές πλευρές της ζωής των πολιτών και προωθούνται μέσα από δίκτυα πόλεων, διεθνείς οργανισμούς, ιδρύματα και τεχνοκρατικούς φορείς, μακριά από άμεση λαϊκή έγκριση.
C40, Arup και το δίκτυο των πόλεων μηδενικών εκπομπών
Το C40 είναι ένα παγκόσμιο δίκτυο δημάρχων που αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με τα στοιχεία του, περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας οικονομίας. Περιλαμβάνει σχεδόν 100 μεγάλες πόλεις, ενώ μέσω της πρωτοβουλίας «Cities Race to Zero» έχουν ενταχθεί περισσότερες από 1.100 πόλεις και τοπικές κυβερνήσεις.
Οι πόλεις που συμμετέχουν στο «Cities Race to Zero» δεσμεύονται να συμβάλουν στη διατήρηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη κάτω από τον στόχο του 1,5°C που προβλέπει η Συμφωνία των Παρισίων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια ακριβώς μέτρα περιλαμβάνονται στις δεσμεύσεις αυτές και αν οι περιορισμοί που περιγράφονται στην έκθεση του 2019 έχουν ενσωματωθεί, άμεσα ή έμμεσα, στα σχέδια δράσης των πόλεων.
Η σημασία του ερωτήματος είναι προφανής. Αν οι προτεινόμενοι περιορισμοί αποτελούν τμήμα του πλαισίου εφαρμογής, τότε δεν αφορούν μόνο τις περίπου 100 πόλεις του C40, αλλά ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο τοπικών αρχών σε όλο τον κόσμο. Η ένταξη πόλεων σε τέτοιες πρωτοβουλίες εγείρει ζήτημα πολιτικής λογοδοσίας, ιδίως όταν οι δημότες δεν έχουν ενημερωθεί αναλυτικά ούτε έχουν κληθεί να εγκρίνουν τέτοια σχέδια.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τις λεγόμενες «πόλεις των 15 λεπτών». Οι επικριτές του μοντέλου υποστηρίζουν ότι πίσω από τον φαινομενικά αθώο σχεδιασμό για κοντινές υπηρεσίες, μικρότερες μετακινήσεις και βιώσιμες γειτονιές μπορεί να κρύβεται ένα πλαίσιο ελέγχου της κινητικότητας, περιορισμού των ελευθεριών και μετατροπής των πολιτών σε κατοίκους αυστηρά επιτηρούμενων ζωνών.
Η αναφορά του Δήμου Αθηναίων σε τέτοια δίκτυα και σχεδιασμούς προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Πότε ενημερώθηκαν οι δημότες; Ποιος έδωσε πολιτική εντολή για συμμετοχή σε τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες; Με ποιον τρόπο διασφαλίζεται ότι η ένταξη σε διεθνή δίκτυα δεν οδηγεί σε δεσμεύσεις που περιορίζουν, σταδιακά και χωρίς δημόσια συναίνεση, θεμελιώδεις ελευθερίες;
Η Arup, από την πλευρά της, εμφανίζεται ως παγκόσμιο δίκτυο ειδικών που δηλώνει ότι «διαμορφώνει τις πόλεις με χίλιους τρόπους». Διαθέτει περισσότερα από 17.000 μέλη και γραφεία σε δεκάδες πόλεις του δικτύου C40. Η συνεργασία της με το C40 ξεκίνησε το 2009 και έχει οδηγήσει σε σειρά εκδόσεων και σχεδιασμών για την κλιματική δράση, τις γειτονιές μηδενικών εκπομπών και τη μετάβαση σε μοντέλα αποκαρβονιοποίησης.
Η οικονομική διάσταση αυτής της συνεργασίας έχει επίσης σημασία. Το 2015, η Arup δεσμεύθηκε να επενδύσει 1 εκατομμύριο δολάρια σε τριετή ερευνητική συνεργασία με το C40. Το 2019, τη χρονιά δημοσίευσης της έκθεσης για την αστική κατανάλωση, η εταιρεία τριπλασίασε τη συμβουλευτική της υποστήριξη προς το C40 στα 3 εκατομμύρια δολάρια για τα επόμενα τρία χρόνια. Το 2023 συνέχισε τη χρηματοδότηση με έως 300.000 δολάρια ετησίως, με στόχο την προώθηση της ανθεκτικότητας και της αποκαρβονιοποίησης σε πόλεις ανά τον κόσμο.

Την ίδια χρονιά, το C40 επανέφερε στο προσκήνιο την έκθεση του 2019 μέσα από άρθρο για τις εκπομπές που βασίζονται στην κατανάλωση. Στο κείμενο αυτό αναφερόταν ότι, μετά τη δημοσίευση της έκθεσης, πόλεις σε όλο τον κόσμο άρχισαν να χαρτογραφούν τέτοιες εκπομπές και να διερευνούν τρόπους μείωσής τους. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η έκθεση δεν έμεινε σε επίπεδο θεωρητικής ανάλυσης, αλλά άρχισε να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τοπικές πολιτικές.
Οι φιλοδοξίες περιορισμού και το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης
Από τη σελίδα 66 και μετά, η έκθεση συνοψίζει τους στόχους που παρουσιάζονται ως «φιλοδοξίες» για τη μείωση της κατανάλωσης. Εκεί εντοπίζονται οι προβλέψεις που έχουν προκαλέσει τις μεγαλύτερες αντιδράσεις: δραστική μείωση ή μηδενισμός στην κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών, περιορισμός στην αγορά νέων ρούχων, περιορισμένες αεροπορικές μετακινήσεις και συνολική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι πολίτες τρώνε, ντύνονται, ταξιδεύουν και καταναλώνουν.




Οι υποστηρικτές τέτοιων σχεδίων τα παρουσιάζουν ως απαραίτητη προσαρμογή στην κλιματική κρίση. Οι επικριτές τους βλέπουν μια επικίνδυνη μετατόπιση εξουσίας από τον πολίτη προς υπερεθνικά δίκτυα, τεχνοκρατικές ομάδες, ιδρύματα και τοπικές αρχές που λειτουργούν χωρίς επαρκή δημοκρατικό έλεγχο.
Το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό. Όταν αποφάσεις που επηρεάζουν τη διατροφή, τις μετακινήσεις, την ένδυση και την καθημερινή ελευθερία των πολιτών σχεδιάζονται εκτός κλασικής δημοκρατικής διαδικασίας, τότε η συζήτηση παύει να αφορά μόνο την κλιματική πολιτική και αγγίζει τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας.
Η ανησυχία γίνεται εντονότερη όταν τέτοιοι σχεδιασμοί παρουσιάζονται ως τεχνικά αναπόφευκτοι, ηθικά επιβεβλημένοι και επιστημονικά αδιαμφισβήτητοι. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική επιλογή μετατρέπεται σε τεχνοκρατική εντολή και η διαφωνία παρουσιάζεται ως άρνηση της επιστήμης ή ως απειλή για το συλλογικό μέλλον.
Οι δραστηριότητες οργανισμών όπως το C40 και η Arup χρειάζονται πλήρη διαφάνεια, δημόσιο έλεγχο και σαφή πολιτική λογοδοσία. Κάθε πρόσωπο, φορέας ή τοπική αρχή που συνέβαλε στη διαμόρφωση, στην προώθηση ή στην εφαρμογή τέτοιων σχεδίων οφείλει να εξηγήσει δημόσια ποιο ακριβώς πλαίσιο υποστηρίζει, ποιες δεσμεύσεις έχει αναλάβει και με ποια δημοκρατική εξουσιοδότηση ενεργεί.
Η αντιπαράθεση γύρω από την έκθεση του 2019 δείχνει ότι η κλιματική ατζέντα δεν περιορίζεται πλέον σε ζητήματα ενέργειας, ρύπανσης ή τεχνολογικής μετάβασης. Επεκτείνεται στην ίδια την καθημερινότητα των πολιτών. Αγγίζει το πιάτο, την ντουλάπα, το αυτοκίνητο, το σπίτι, το ταξίδι, την εργασία και την πόλη στην οποία ζουν.
Σε αυτό το περιβάλλον, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει. Οι πολίτες μέσα από ανοιχτή δημοκρατική διαδικασία ή υπερεθνικά δίκτυα που λειτουργούν μέσω δημάρχων, ιδρυμάτων, εταιρειών συμβούλων και τεχνοκρατικών επιτροπών; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει αν η κλιματική πολιτική θα αποτελέσει πεδίο υπεύθυνης δημόσιας δράσης ή όχημα για έναν νέο μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου.
