Συναγερμός για τον χανταϊό: Τα συμπτώματα, η μετάδοση και η υπόθεση στο MV Hondius

Συναγερμό έχει προκαλέσει η υπόθεση του χανταϊού στο πλοίο MV Hondius, μετά τον θάνατο τριών ανθρώπων και τις προειδοποιήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για πιθανή εμφάνιση νέων κρουσμάτων τις επόμενες εβδομάδες.

Ο ΠΟΥ εκτιμά ότι ο αριθμός των περιστατικών μπορεί να αυξηθεί, εξαιτίας της μεγάλης περιόδου επώασης του ιού Andes, ενός σπάνιου στελέχους χανταϊού που εντοπίστηκε στο συγκεκριμένο πλοίο και έχει τη δυνατότητα, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μεταδοθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, μιλώντας σε δημοσιογράφους στη Γενεύη, ανέφερε ότι μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί συνολικά πέντε επιβεβαιωμένα και τρία ύποπτα περιστατικά, στα οποία περιλαμβάνονται και οι τρεις θάνατοι.

Όπως εξήγησε, επειδή η περίοδος επώασης του ιού Andes μπορεί να διαρκέσει έως και έξι εβδομάδες, είναι πιθανό να δηλωθούν επιπλέον κρούσματα. Η προειδοποίηση αυτή ενισχύει την ανησυχία των υγειονομικών αρχών, καθώς οι επαφές των επιβατών και του πληρώματος βρίσκονται υπό παρακολούθηση.

Στη συνέχεια, το Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο του Λέιντεν στην Ολλανδία ανακοίνωσε ότι ένας ακόμη ασθενής διαγνώστηκε θετικός στον ιό, στοιχείο που διατηρεί την υπόθεση στο επίκεντρο της διεθνούς υγειονομικής επιτήρησης.

Την ίδια ώρα, ο διευθυντής εκτάκτων αναγκών και διαχείρισης κρίσεων του ΠΟΥ, Άμπντι Ραχμάν Μαχαμούντ, υπογράμμισε ότι η έξαρση μπορεί να παραμείνει περιορισμένη, εφόσον εφαρμοστούν άμεσα τα αναγκαία μέτρα δημόσιας υγείας και υπάρξει συντονισμένη συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων χωρών.

Το θρίλερ στο MV Hondius

Η υπόθεση του χανταϊού επανήλθε με ένταση στο προσκήνιο μετά τα περιστατικά στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, όπου τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Το πλοίο, το οποίο φέρει ολλανδική σημαία, είχε αναχωρήσει στις 20 Μαρτίου από την Ουσουάια της Αργεντινής για ταξίδι μίας εβδομάδας στην Ανταρκτική και στον Ατλαντικό.

Σήμερα βρίσκεται αγκυροβολημένο ανοιχτά του Πράσινου Ακρωτηρίου, ενώ οι υγειονομικές αρχές εξετάζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες εμφανίστηκε η λοίμωξη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, ένα περιστατικό έχει επιβεβαιωθεί εργαστηριακά, ενώ διερευνώνται ακόμη πέντε ύποπτα κρούσματα.

Παρά την ανησυχία που προκαλεί το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας σε σοβαρές μορφές της νόσου, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η εικόνα διαφέρει ουσιωδώς από την έναρξη μιας πανδημικής κρίσης τύπου κορωνοϊού. Ο χανταϊός έχει διαφορετικό τρόπο μετάδοσης και συνδέεται κυρίως με την έκθεση σε μολυσμένα τρωκτικά.

Πώς μεταδίδεται ο χανταϊός

Ο χανταϊός απαντάται σε διάφορες περιοχές του κόσμου και μεταδίδεται κυρίως μέσω επαφής με ούρα, κόπρανα ή σάλιο μολυσμένων τρωκτικών, όπως αρουραίοι και ποντίκια. Σε σπάνιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, μπορεί να υπάρξει και μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο, κυρίως σε συγκεκριμένα στελέχη όπως ο ιός Andes.

Η μόλυνση στον άνθρωπο συμβαίνει συνήθως όταν σωματίδια του ιού, που προέρχονται από εκκρίσεις ή περιττώματα τρωκτικών, αιωρούνται στον αέρα και εισπνέονται. Αυτό μπορεί να συμβεί ιδιαίτερα κατά τον καθαρισμό χώρων όπου έχουν βρεθεί ποντίκια ή αρουραίοι.

Σύμφωνα με το ιατρικό περιοδικό The Lancet, η ονομασία του ιού συνδέεται με την περιοχή του ποταμού Χαντάν στη Νότια Κορέα, όπου ο χανταϊός ταυτοποιήθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1970.

Η οικογένεια των χανταϊών μπορεί να προκαλέσει δύο βαριές κλινικές μορφές νόσου. Η πρώτη είναι το Πνευμονικό Σύνδρομο Χανταϊού, γνωστό ως HPS, που πλήττει κυρίως τους πνεύμονες. Η δεύτερη είναι ο Αιμορραγικός Πυρετός με Νεφρικό Σύνδρομο, γνωστός ως HFRS, που προσβάλλει κυρίως τους νεφρούς.

Τα συμπτώματα και η αντιμετώπιση

Το Πνευμονικό Σύνδρομο Χανταϊού θεωρείται η πιο επικίνδυνη μορφή, καθώς το ποσοστό θνησιμότητας μπορεί να φτάσει περίπου το 40%. Στην περίπτωση του αιμορραγικού πυρετού με νεφρικό σύνδρομο, η θνησιμότητα κυμαίνεται συνήθως από 1% έως 15%, ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης και την πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα.

Η νόσος αρχίζει συχνά με συμπτώματα που θυμίζουν γρίπη. Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν πυρετό, ρίγη, μυϊκούς πόνους και πιθανώς πονοκέφαλο. Η δρ Σόνια Μπαρτολόμε, από το Ιατρικό Κέντρο UT Southwestern στο Ντάλας, έχει επισημάνει ότι στα πρώτα στάδια είναι δύσκολο να διαχωριστεί κλινικά ο χανταϊός από μια κοινή γριπώδη λοίμωξη.

Τα συμπτώματα του Πνευμονικού Συνδρόμου Χανταϊού εκδηλώνονται συνήθως από μία έως οκτώ εβδομάδες μετά την επαφή με μολυσμένο τρωκτικό. Καθώς η νόσος εξελίσσεται, ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει έντονο σφίξιμο στο στήθος, καθώς οι πνεύμονες αρχίζουν να γεμίζουν με υγρό.

Η συγκεκριμένη μορφή της νόσου καταγράφεται συχνότερα στη Βόρεια και τη Νότια Αμερική. Τα συμπτώματα του Αιμορραγικού Πυρετού με Νεφρικό Σύνδρομο εμφανίζονται συνήθως μέσα σε μία ή δύο εβδομάδες από την έκθεση στον ιό.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδικό φάρμακο ή στοχευμένη θεραπεία για τον χανταϊό. Η έγκαιρη ιατρική αντιμετώπιση θεωρείται κρίσιμη, καθώς μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες επιβίωσης, ιδίως στις σοβαρές αναπνευστικές εκδηλώσεις.

Η πνευμονολόγος Μισέλ Χάρκινς, από το Κέντρο Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου του Νέου Μεξικού, έχει σημειώσει ότι, παρά την πολυετή έρευνα, παραμένουν αναπάντητα σημαντικά ερωτήματα. Μεταξύ αυτών είναι γιατί η νόσος εξελίσσεται ήπια σε ορισμένους ανθρώπους και εξαιρετικά βαριά σε άλλους, καθώς και πώς αναπτύσσεται η ανοσολογική απόκριση.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι η βασική πρόληψη είναι η μείωση της έκθεσης σε τρωκτικά και στα περιττώματά τους. Για τον καθαρισμό μολυσμένων χώρων συνιστάται χρήση προστατευτικών γαντιών και απολυμαντικών όπως η χλωρίνη.

Παράλληλα, οι υγειονομικές οδηγίες προειδοποιούν να αποφεύγεται το σκούπισμα ή η χρήση ηλεκτρικής σκούπας σε χώρους με περιττώματα τρωκτικών, καθώς τέτοιες πρακτικές μπορεί να διασπείρουν σωματίδια του ιού στον αέρα και να αυξήσουν τον κίνδυνο μόλυνσης.