Νέα Δημοκρατία: Η στρατηγική υποχώρηση Μητσοτάκη και οι «λαγοί» της εσωκομματικής ενότητας
Η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας λειτούργησε ως μηχανισμός εκτόνωσης, πειθαρχίας και εσωτερικής ανασύνταξης, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβερνητική παράταξη αναζητά τρόπο να συγκρατήσει τις εσωτερικές πιέσεις και να αποφύγει ρωγμές που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε πολιτικό πρόβλημα πρώτης γραμμής.
Στα κόμματα εξουσίας, η παραμονή στην κυβέρνηση ενεργοποιεί σχεδόν πάντα το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Αυτό ακριβώς φάνηκε και στη συνεδρίαση των γαλάζιων βουλευτών, όπου οι εντάσεις υπήρξαν υπαρκτές, οι αιχμές σαφείς και τα μηνύματα προς το Μέγαρο Μαξίμου πολλαπλά. Η διαδικασία, ωστόσο, κινήθηκε εντός ελεγχόμενων ορίων, καθώς λειτούργησε η άτυπη πολιτική αρχή του πάρε-δώσε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε προετοιμάσει το έδαφος πριν από τη συνεδρίαση και το επιβεβαίωσε με την τοποθέτησή του. Έδωσε χώρο στους βουλευτές του, αναγνώρισε ότι αρκετές από τις ενστάσεις τους είχαν ουσία και φρόντισε να στείλει μήνυμα κατανόησης προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα. Στην πράξη, εγκατέλειψε χωρίς επίσημη αναγγελία τις σκέψεις που είχαν προκαλέσει ισχυρή δυσφορία, όπως η μείωση του αριθμού των βουλευτών και η αλλαγή του τρόπου εκλογής, με συνδυασμό σταυρού και λίστας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απομάκρυνση από το προσκήνιο του θέματος περί ασυμβίβαστου ανάμεσα στη βουλευτική και την υπουργική ιδιότητα. Από όσα ειπώθηκαν στη συνεδρίαση, προκύπτει ότι το συγκεκριμένο σενάριο οδηγείται στο συρτάρι, καθώς η βάση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας έδειξε πως θεωρεί τον βουλευτικό ρόλο θεμέλιο της πολιτικής λειτουργίας της παράταξης.
Η υποχώρηση του Μαξίμου και το μήνυμα προς τους βουλευτές
Ο Πρωθυπουργός, ακούγοντας τους 43 βουλευτές που πήραν τον λόγο, εμφανίστηκε ικανοποιημένος από το επίπεδο της κριτικής, τις επισημάνσεις και τις προτάσεις που κατατέθηκαν. Στο κρίσιμο ζήτημα του ρόλου του βουλευτή μέσα σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση συγκροτείται πρωτίστως από κοινοβουλευτικά στελέχη, παρά τη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε πρωθυπουργού να αξιοποιεί και εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα.
Η συγκεκριμένη αναφορά αποτέλεσε έμμεση απάντηση στην κριτική που έχει διατυπωθεί για τον μεγάλο αριθμό εξωκοινοβουλευτικών υπουργών και κυβερνητικών στελεχών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραδέχθηκε ότι τα ζητήματα αυτά είναι σύνθετα, χωρίς εύκολες ή οριστικές λύσεις, σηματοδοτώντας ότι δεν πρόκειται να κινηθεί άμεσα σε ριζικές θεσμικές αλλαγές που θα προκαλούσαν νέα αναταραχή στην παράταξη.
Ανάλογη ήταν η στάση του και για τον εκλογικό νόμο. Ο Πρωθυπουργός χαρακτήρισε τον σταυρό συγκριτικό πλεονέκτημα για τη Νέα Δημοκρατία, ενώ σημείωσε ότι το μέγεθος των εκλογικών περιφερειών δημιουργεί διαφορετικού τύπου πολιτικές σχέσεις και απαιτήσεις. Οι μεγάλες περιφέρειες επιβάλλουν άλλο μοντέλο πολιτικής παρουσίας, ενώ οι μικρότερες ενδέχεται να γεννούν υποψίες εξαρτήσεων.
Η ουσία της τοποθέτησής του ήταν καθαρή: ο ρόλος του βουλευτή πρέπει να ενισχυθεί και η σχέση του με την εκλογική του περιφέρεια να κατοχυρωθεί θεσμικά με όρους διαφάνειας και αμεροληψίας. Με αυτή τη διατύπωση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να καθησυχάσει τους βουλευτές που αντιλαμβάνονται κάθε συζήτηση περί λίστας ή περιορισμού του σταυρού ως απειλή για την πολιτική τους επιβίωση.
Μετά από αυτή την τοποθέτηση, είναι δύσκολο να θεωρηθεί πιθανή μια πρόταση που θα προβλέπει μείωση του αριθμού των βουλευτών ή εκτεταμένη χρήση λίστας στα ψηφοδέλτια. Το ίδιο ισχύει και για το ασυμβίβαστο, παρά το γεγονός ότι στη συζήτηση υπήρξαν ακόμη και εισηγήσεις σύμφωνα με τις οποίες όποιος αναλαμβάνει υπουργικό αξίωμα θα πρέπει να αποκλείεται από την υποψηφιότητα στις επόμενες εκλογές.
Η στήριξη στο επιτελικό κράτος και οι αιχμές κατά υπουργών
Από την πλευρά τους, οι βουλευτές έδωσαν στον Πρωθυπουργό εκείνο που επιζητούσε: πολιτική στήριξη στο επιτελικό κράτος ως βασικό μοντέλο άσκησης κυβερνητικής πολιτικής. Η στήριξη αυτή συνοδεύθηκε από παρατηρήσεις για αδυναμίες, δυσλειτουργίες και πεδία στα οποία απαιτούνται βελτιώσεις, χωρίς όμως να αμφισβητηθεί κεντρικά ο πυρήνας του κυβερνητικού σχήματος.
Ακόμη και οι πιο αυστηρές τοποθετήσεις απέφυγαν την ευθεία προσωποποίηση της κριτικής στα προβλήματα. Οι παρεμβάσεις παρουσιάστηκαν ως προσπάθεια διόρθωσης του μηχανισμού επικοινωνίας και λειτουργίας ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Κοινοβουλευτική Ομάδα. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι βουλευτές ζητούν ρόλο, ενημέρωση, συμμετοχή και σεβασμό στη θεσμική τους υπόσταση.
Η συνεδρίαση, ωστόσο, είχε και εσωκομματικά πυρά. Η παρέμβαση του Τάκη Θεοδωρικάκου, ο οποίος επισήμανε ότι όσοι απουσιάζουν θα αναλάβουν την ευθύνη της απουσίας τους, είχε ειδικό βάρος. Ο ίδιος εξέφρασε και τη διαφωνία του με την πρόταση για όριο ηλικίας στα 21 έτη για την υποψηφιότητα βουλευτή, δείχνοντας ότι οι θεσμικές αλλαγές που είχαν τεθεί στο τραπέζι προκαλούν αντιδράσεις ακόμη και εντός του κυβερνητικού πυρήνα.
Νωρίτερα, ο Άδωνις Γεωργιάδης είχε αφήσει σαφείς αιχμές κατά του Νίκου Δένδια, χωρίς να τον κατονομάσει. Παράλληλα, αρκετοί βουλευτές κατήγγειλαν υπουργούς που, όπως υποστήριξαν, απουσιάζουν από τις δύσκολες μάχες και εμφανίζονται δημόσια μόνο όταν πρόκειται να προβάλουν το έργο τους. Η εικόνα των «υπουργών-φαντασμάτων» διαπέρασε τη συνεδρίαση ως βασικό παράπονο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στο κλείσιμο της εξάωρης διαδικασίας, αξιοποίησε ακριβώς αυτή τη στήριξη για να παρουσιάσει τη συνεδρίαση ως απάντηση σε όσους προεξοφλούσαν εσωκομματική κρίση. Τόνισε ότι οι βουλευτές μίλησαν με εντιμότητα και θάρρος για όσα λειτουργούν σωστά και για όσα χρειάζονται διόρθωση, ενώ επανέφερε το σύνθημα της κοινής προσπάθειας και της ανάγκης να «ιδρώσουν όλοι τη φανέλα».
Η αναφορά του αυτή είχε διπλή στόχευση. Αφορούσε τη Βουλή, τους υπουργούς που επιλέγουν ασφαλή δημόσια περιβάλλοντα για τις παρεμβάσεις τους και τα στελέχη που αποφεύγουν να υπερασπιστούν δύσκολες κυβερνητικές επιλογές όταν η πολιτική πίεση αυξάνεται. Με άλλα λόγια, ο Πρωθυπουργός έστειλε μήνυμα πειθαρχίας σε όσους απολαμβάνουν τα προνόμια της εξουσίας χωρίς να αναλαμβάνουν το κόστος της δημόσιας υπεράσπισής της.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η αναφορά του στις διώξεις και στις άρσεις ασυλίας που συνδέονται με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο Πρωθυπουργός υποστήριξε ότι υπήρξαν περιπτώσεις βουλευτών που θα βρεθούν αντιμέτωποι με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, επειδή κοινοβουλευτικές ερωτήσεις τους ερμηνεύθηκαν ως αθέμιτη παρέμβαση στη δημόσια διοίκηση. Με αυτόν τον τρόπο, συνέδεσε την ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου του βουλευτή με την προστασία της κοινοβουλευτικής λειτουργίας.
Οι «λαγοί» της ενότητας και το εκλογικό φάντασμα
Το ερώτημα που απομένει είναι αν η συνεδρίαση μπορεί να θεωρηθεί πραγματική αφετηρία αποκατάστασης της εσωτερικής συνοχής ή απλώς μια προσωρινή ανακωχή. Η απάντηση θα δοθεί στην πράξη, καθώς τα παράπονα των βουλευτών έχουν βάθος και συνδέονται με τον τρόπο λειτουργίας του κυβερνητικού μηχανισμού, την παρουσία των υπουργών, την πρόσβαση στη διοίκηση και την πολιτική τους επιβίωση στις περιφέρειες.
Η σκόπιμη διαρροή περί ενδεχόμενων εκλογών το Φθινόπωρο λειτούργησε ως επιπλέον παράγοντας πειθαρχίας. Η εκλογική απειλή αρκεί συχνά για να αφυπνίσει το αίσθημα αυτοσυντήρησης σε μια κοινοβουλευτική ομάδα, ιδίως όταν οι βουλευτές γνωρίζουν ότι η εσωτερική εικόνα διάλυσης μπορεί να έχει άμεσο κόστος στην εκλογική βάση.
Σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της συζήτησης φέρονται να είχαν και οι λεγόμενοι «λαγοί» του Μεγάρου Μαξίμου. Πρόσωπα που, ανάλογα με τη σειρά των ομιλητών και το κλίμα που διαμορφωνόταν, συνέβαλαν στην εξισορρόπηση της διαδικασίας, εκπέμποντας μηνύματα ενότητας και υπογραμμίζοντας την ανάγκη συστράτευσης στις δύσκολες πολιτικές συνθήκες.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση βουλευτή που ανέλαβε ρόλο στήριξης της γραμμής της συνοχής, παρότι προηγουμένως συγκαταλεγόταν σε εκείνους που ασκούσαν ιδιαίτερα αυστηρή κριτική σε κυβερνητικά στελέχη. Αυτό δείχνει ότι το Μαξίμου επιχείρησε να οργανώσει πολιτικά τη συνεδρίαση, ώστε η εκτόνωση να μη μετατραπεί σε ανοιχτή σύγκρουση.
Το αποτέλεσμα ήταν μια ελεγχόμενη, πλην αποκαλυπτική, εσωκομματική διαδικασία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε στους βουλευτές σήματα υποχώρησης σε κρίσιμα ζητήματα που άγγιζαν την πολιτική τους υπόσταση. Εκείνοι, με τη σειρά τους, του προσέφεραν δημόσια στήριξη στο επιτελικό κράτος και στη συνοχή της παράταξης. Η ισορροπία αυτή μπορεί να αποδειχθεί λειτουργική μόνο εφόσον ακολουθηθεί από πρακτικές αλλαγές στη σχέση κυβέρνησης και Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Η συνεδρίαση της Νέας Δημοκρατίας κατέγραψε τις εσωτερικές εντάσεις, τις προσωπικές αιχμές, τις θεσμικές αγωνίες και τον φόβο της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Ταυτόχρονα, ανέδειξε την επιλογή του Πρωθυπουργού να κάνει στρατηγική υποχώρηση σε θέματα που θα μπορούσαν να τραυματίσουν την ενότητα. Το στοίχημα πλέον είναι αν η αναδίπλωση αυτή θα αρκέσει για να συγκρατήσει τη δυσαρέσκεια ή αν οι ίδιες αντιθέσεις θα επανέλθουν με μεγαλύτερη ένταση στην επόμενη πολιτική δοκιμασία.
Πιο Δημοφιλή
Κοίτα τον φίλο σου και θα δεις ποιος είσαι!...