Αγνοημένες προειδοποιήσεις και κρατική αδράνεια στο σκεπτικό

Δικαστική απόφαση «σταθμός» για την τραγωδία των Τεμπών

Σαφείς ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών αποδίδει η πρώτη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής συγγενών θυμάτων, ανοίγοντας ένα νέο, κρίσιμο κεφάλαιο στη δικαστική και πολιτική αποτίμηση της τραγωδίας. Το δικαστήριο έκρινε ότι το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την εποπτεία του στον τομέα της σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς στο αποτέλεσμα, επισημαίνοντας ότι η καταστροφή θα μπορούσε να είχε αποτραπεί εάν είχαν ληφθεί εγκαίρως τα απαραίτητα μέτρα.

Επισημάνσεις και προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν

Κομβικό ρόλο στο σκεπτικό της απόφασης διαδραμάτισαν οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις των εργαζομένων και των φορέων του σιδηροδρόμου, οι οποίες – σύμφωνα με τους δικαστές – είχαν εγκαίρως τεθεί υπόψη της πολιτικής ηγεσίας. Σωματεία όπως η Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού Έλξης και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών είχαν επισημάνει με επιστολές, δελτία τύπου και εξώδικες δηλώσεις σοβαρές ελλείψεις στην ασφάλεια, όπως η μη λειτουργία τηλεδιοίκησης, φωτοσημάτων και του συστήματος ETCS, καθώς και η κακή κατάσταση της υποδομής.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε εξώδικη διαμαρτυρία του Οκτωβρίου 2022, λίγους μήνες πριν το δυστύχημα, όπου καταγράφονταν ακόμη και εκτροχιασμοί ως ενδείξεις ενός συστήματος που λειτουργούσε οριακά. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι και η ΤΡΑΙΝΟΣΕ είχε θέσει ζητήματα σχετικά με την καθυστέρηση ολοκλήρωσης κρίσιμων έργων σηματοδότησης και επικοινωνίας στο δίκτυο.

Διαχρονική αδράνεια και αποτυχία εποπτείας

Το δικαστήριο εντοπίζει ευθύνη όχι μόνο σε συγκεκριμένες παραλείψεις, αλλά σε μια διαχρονική αδράνεια του κρατικού μηχανισμού. Σύμφωνα με το σκεπτικό, ήδη από το 2019 υπήρχαν ευρήματα από ευρωπαϊκό έλεγχο που κατέδειξαν ελλιπή εποπτεία της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων, τα οποία κοινοποιήθηκαν στο αρμόδιο υπουργείο χωρίς να υπάρξει ουσιαστική αντίδραση.

Οι δικαστές υπογραμμίζουν ότι το κράτος είχε εγγυητικό ρόλο για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών και όφειλε να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των κρίσιμων συστημάτων. Αντί αυτού, διαπιστώνεται ότι η εποπτεία υπήρξε ανεπαρκής και αναποτελεσματική, ενώ τα προβλήματα παρέμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα, θέτοντας σε διαρκή κίνδυνο τη ζωή εργαζομένων και επιβατών.

Αποζημίωση 400.000 ευρώ και ευρύτερες συνέπειες

Η απόφαση επιδίκασε αποζημίωση 400.000 ευρώ σε τέσσερα μέλη οικογένειας που έχασαν δύο συγγενείς στο δυστύχημα, αναγνωρίζοντας τη ζημία που υπέστησαν λόγω της παράνομης παράλειψης του Δημοσίου. Η αγωγή είχε κατατεθεί τον Απρίλιο του 2024 και αποτελεί μία από τις πρώτες που φτάνουν σε ουσιαστική κρίση επί της ευθύνης του κράτους.

Πέραν της συγκεκριμένης υπόθεσης, η σημασία της απόφασης υπερβαίνει το οικονομικό σκέλος. Δημιουργεί ένα σαφές νομικό προηγούμενο για την απόδοση ευθυνών στο Δημόσιο, ενισχύοντας τη θέση και άλλων οικογενειών θυμάτων που έχουν κινηθεί ή πρόκειται να κινηθούν δικαστικά. Παράλληλα, επαναφέρει στο προσκήνιο το κρίσιμο ζήτημα της θεσμικής λογοδοσίας και της ευθύνης του κράτους σε τομείς δημόσιας ασφάλειας, όπου η αδράνεια μπορεί να αποδειχθεί μοιραία.