«Αχυράνθρωποι» και λογιστές στο επίκεντρο της απάτης κατά του Δημοσίου
Στους λογιστές που φέρονται να είχαν κομβικό ρόλο στο κύκλωμα με τις εικονικές εταιρείες και τη ζημία σε βάρος του Δημοσίου, ύψους 33 εκατ. ευρώ, αποδόθηκε από τις δικαστικές Αρχές η βαρύτερη ποινική αξιολόγηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Μετά τις απολογίες τους στον Ανακριτή, κρίθηκαν προφυλακιστέοι, την ώρα που τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης αφέθηκαν ελεύθερα με περιοριστικούς όρους.
Από τους 22 συλληφθέντες, τέσσερις οδηγήθηκαν στη φυλακή, εκ των οποίων οι τρεις είναι λογιστές. Η κρίση Ανακριτή και Εισαγγελέα συμπίπτει, μέχρι στιγμής, με την εικόνα που είχε παρουσιάσει η ΕΛ.ΑΣ., σύμφωνα με την οποία οι λογιστές είχαν τον κεντρικό συντονισμό της οργάνωσης. Καθοριστικά για την πορεία της έρευνας θεωρούνται τόσο τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Οικονομική Αστυνομία για τη δομή και τη λειτουργία του πλέγματος εταιρειών, όσο και οι μαρτυρικές καταθέσεις που έδωσαν πρόσωπα με άμεση γνώση των πρακτικών του κυκλώματος.
Η κατάθεση υπαλλήλου που άνοιξε τον φάκελο
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη μαρτυρία εργαζόμενης σε λογιστικό γραφείο, η οποία περιέγραψε στις Αρχές τον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με όσα κατέθεσε, οργανωνόταν η δημιουργία εταιρειών με στοιχεία ανύπαρκτων προσώπων ή με διαχειριστές που λειτουργούσαν ως «μπροστινοί».
Σύμφωνα με πληροφορίες ,γυναίκα ανέφερε ότι προσλήφθηκε τον Ιανουάριο του 2025 σε λογιστικό γραφείο στον Νέο Κόσμο, με βασικό αντικείμενο τη διεκπεραίωση λογιστικών θεμάτων, όπως προσλήψεις, απολύσεις και καταχώρηση εβδομαδιαίων προγραμμάτων εργασίας για επιχειρήσεις-πελάτες του γραφείου.
Όπως περιέγραψε, στις 15 Μαρτίου 2026 ενημερώθηκε ότι η εργασία δεν θα συνεχιζόταν πλέον από τα γραφεία λόγω τεχνικού προβλήματος και ότι θα δινόταν εξοπλισμός για απασχόληση από το σπίτι. Η εξέλιξη αυτή της προκάλεσε ερωτήματα και ζήτησε εξηγήσεις από άλλο πρόσωπο του περιβάλλοντος του γραφείου. Τότε, όπως κατέθεσε, πληροφορήθηκε ότι εφαρμοζόταν συγκεκριμένη μέθοδος για την ασφάλιση προσωπικού πελατών, την οποία μέχρι τότε θεωρούσε ως μορφή επικοινωνίας προσωπικού μεταξύ εταιρειών.
Η ίδια υποστήριξε ότι είχαν συσταθεί εταιρείες διαχείρισης προσωπικού στο όνομα τρίτων, συνήθως αλλοδαπών, ενδεχομένως χωρίς τη γνώση τους, ή ακόμη και ανύπαρκτων προσώπων. Μέσω αυτών, ασφαλιζόταν το προσωπικό επιχειρήσεων εστίασης που συνεργάζονταν με το λογιστικό γραφείο, με στόχο τη μείωση του κόστους των ασφαλιστικών εισφορών.
Στην κατάθεσή της ανέφερε ακόμη ότι εφαρμοζόταν και δεύτερη πρακτική, με την τοποθέτηση τρίτων προσώπων ως διαχειριστών σε επιχειρήσεις πελατών. Η μάρτυρας φέρεται να κατονόμασε 13 επιχειρηματίες, των οποίων το προσωπικό, κατά τους ισχυρισμούς της, ασφαλιζόταν μέσω των συγκεκριμένων εταιρειών, καθώς και τρία πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν ως διαχειριστές.
«Δανειζόμενο» προσωπικό και πληρωμές με μετρητά
Στην Οικονομική Αστυνομία κατέθεσε και άλλη εργαζόμενη, αυτή τη φορά σε κατάστημα επιχειρηματία που περιλαμβάνεται στους κατηγορούμενους. Η γυναίκα περιέγραψε ένα καθεστώς στο οποίο οι εργαζόμενοι παρουσιάζονταν ως «δανειζόμενο» προσωπικό και η μισθοδοσία τους καταβαλλόταν σε μετρητά.
Όπως ανέφερε, στην αρχή της εργασιακής της σχέσης ήταν ασφαλισμένη κανονικά στην επιχείρηση. Μετά την αλλαγή ΑΦΜ, ενημερώθηκε από τον επιχειρηματία ότι τόσο η ίδια όσο και το υπόλοιπο προσωπικό θα ασφαλίζονταν μέσω άλλων εταιρειών, ενώ στην πράξη θα συνέχιζαν να εργάζονται στο ίδιο κατάστημα. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ασφαλίστηκε διαδοχικά σε διαφορετικές εταιρείες, ενώ το ίδιο μοντέλο ακολουθήθηκε και για τους υπόλοιπους εργαζομένους. Η ίδια υποστήριξε επίσης ότι οι αποδοχές καταβάλλονταν σε μετρητά και ότι υπήρχε διαβεβαίωση πως δεν θα προέκυπτε φορολογικό πρόβλημα.
Οι «αχυράνθρωποι» περιγράφουν πώς στήθηκε το σχήμα
Σημαντικό μέρος της δικογραφίας στηρίζεται και στις καταθέσεις προσώπων που εμφανίζονταν ως ιδιοκτήτες ή διαχειριστές επιχειρήσεων χωρίς να έχουν ουσιαστική εμπλοκή στη λειτουργία τους. Οι λεγόμενοι «αχυράνθρωποι» περιέγραψαν πώς στρατολογήθηκαν και πώς παραχώρησαν τα προσωπικά τους στοιχεία με αντάλλαγμα ένα μικρό μηνιαίο ποσό.
Μια γυναίκα και ένας άνδρας από την Αθήνα ανέφεραν στους αστυνομικούς ότι βρέθηκαν να εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες επιχειρήσεων ακόμη και εκτός Αττικής, χωρίς να γνωρίζουν τις πραγματικές δραστηριότητές τους. Το αντάλλαγμα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ήταν περίπου 600 ευρώ τον μήνα για να λειτουργούν ως πρόσωπα βιτρίνα.
Η 63χρονη γυναίκα κατέθεσε ότι εκείνη και ο σύζυγός της γνώρισαν αρχικά έναν άνδρα σε καφετέρια στη Ραφήνα, ο οποίος τους πρότεινε να γνωριστούν με άνθρωπο λογιστικού γραφείου προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήματα. Όπως είπε, μεταφέρθηκαν σε λογιστικό γραφείο στη Γλυφάδα, όπου γνώρισαν λογιστή που φέρεται ως αρχηγικό μέλος του κυκλώματος.
Κατά την κατάθεσή της, ο λογιστής τούς ζήτησε τους κωδικούς taxisnet για να ανοίξουν επιχειρήσεις στο όνομά τους, με την υπόσχεση ότι θα τους καταβάλλει μηνιαίως 500 έως 700 ευρώ στον καθένα. Η ίδια υποστήριξε ότι αργότερα πληροφορήθηκε πως είχε ανοίξει στο όνομά της beach bar στη Ρόδο, για το οποίο δεν γνώριζε ούτε την ακριβή τοποθεσία, ούτε την επωνυμία, ούτε το ΑΦΜ. Αντίστοιχα, όπως είπε, στο όνομα του συζύγου της είχε εμφανιστεί κατάστημα εστίασης στο κέντρο της Αθήνας.
Η γυναίκα σημείωσε ακόμη ότι αποδέχθηκαν τη συμφωνία λόγω της εξαιρετικά δύσκολης οικονομικής τους κατάστασης, καθώς, όπως ανέφερε, ούτε η ίδια ούτε ο σύζυγός της είχαν σταθερό εισόδημα ή σύνταξη, ενώ εκείνος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Δήλωσε ότι έχει μετανιώσει για την εμπλοκή της και απέδωσε την επιλογή τους στην απόγνωση και στην αδυναμία να αντιληφθούν το εύρος της υπόθεσης.
Σε άλλη κατάθεση, άνδρας που εμφανίζεται επίσης ως «αχυράνθρωπος» δήλωσε ότι ο ίδιος και η σύζυγός του ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας και ότι πείστηκαν να παραδώσουν τους κωδικούς taxisnet με αντάλλαγμα 600 ευρώ για εκείνον και 500 ευρώ για τη γυναίκα του. Όπως κατέθεσε, στη συνέχεια πληροφορήθηκαν ότι είχαν δημιουργηθεί πολλές εταιρείες στο όνομά τους και ότι η σύζυγός του βρέθηκε κατηγορούμενη για οφειλές προς εργαζομένους και τον ΕΦΚΑ.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι, όταν επιχείρησε να ζητήσει εξηγήσεις, έλαβε την απάντηση ότι υπήρχε δικηγόρος που θα αναλάμβανε την υπόθεση. Κατά την κατάθεσή του, το κύκλωμα είχε ήδη αλλάξει τους προσωπικούς τους κωδικούς πρόσβασης στο taxisnet, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν ούτε τον αριθμό των εταιρειών στις οποίες εμφανίζονταν ως εμπλεκόμενοι. Όπως είπε, δεν είχαν τη δυνατότητα να προσφύγουν σε δικό τους δικηγόρο εξαιτίας της οικονομικής τους αδυναμίας.
Οι καταθέσεις αυτές συνθέτουν μια εικόνα οργανωμένης δράσης, με εικονικές εταιρικές δομές, διαχειριστές-βιτρίνες, «δανειζόμενο» προσωπικό και πολυεπίπεδη απόκρυψη της πραγματικής ευθύνης. Η έρευνα των Αρχών συνεχίζεται, με το βάρος να πέφτει πλέον στη χαρτογράφηση όλου του δικτύου και στην τελική αποτύπωση της ζημίας για το Δημόσιο.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Δώρο Πάσχα 2026: Τα ποσά και ο τρόπος υπολογισμού
Διεθνές Απολυτήριο: Πώς μπαίνει στο δημόσιο σχολείο
Πάσχα με βαριά τιμολόγηση για τα ελληνικά νοικοκυριά