Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΘΥΜΙΟΣ

ΘΥΡΣΗ

ΦΑΒΙΑΝΟΣ

20 Ιανουαρίου 2026

Ακραία φαινόμενα σε μόνιμη άνοδο

Τα τελευταία 25 χρόνια, η Ελλάδα καταγράφει σταθερή αύξηση στα καιρικά φαινόμενα που προκαλούν σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις, αλλά και απώλειες ανθρώπινων ζωών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μονάδας Meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, τα οποία βασίζονται στη βάση δεδομένων HIWE-DB (High-impact Weather Events), την περίοδο 2000-2025 καταγράφηκαν 633 καιρικά επεισόδια με κοινωνικοοικονομικές συνέπειες και 294 θάνατοι, με μέσο όρο περίπου 11 ανθρώπινες απώλειες ανά έτος.

Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν τη διαρκώς αυξανόμενη σημασία της συστηματικής παρακολούθησης και της πρόληψης των ακραίων καιρικών φαινομένων, καθώς η χώρα βρίσκεται όλο και συχνότερα αντιμέτωπη με έντονες βροχοπτώσεις, καταιγίδες, καύσωνες και άλλες φυσικές καταστροφές, οι οποίες αφήνουν βαρύ αποτύπωμα στην κοινωνία και στην οικονομία.

Η Δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη, ειδική Λειτουργική Επιστήμονας στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και μέλος της ομάδας Meteo, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η ανάλυση της περιόδου 2000–2025, διαχωρισμένη σε δύο 13ετείς φάσεις, αποτυπώνει ξεκάθαρη αύξηση τόσο στη συχνότητα όσο και στη σοβαρότητα των φαινομένων.

Όπως σημειώνει, «τα επεισόδια με κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις αυξάνονται κατά 58%, εκείνα με σοβαρές συνέπειες κατά 35%, ενώ οι ανθρώπινες απώλειες καταγράφουν άνοδο 72%». Όπως τονίζει, αυτό αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται μόνο για περισσότερα φαινόμενα, αλλά για γεγονότα με βαρύτερες και συσσωρευτικές επιπτώσεις, ιδίως σε βάθος χρόνου. Επισημαίνει ακόμη ότι το 2025 αποτελεί το πρώτο έτος από το 2000 χωρίς καταγεγραμμένες ανθρώπινες απώλειες από καιρικά φαινόμενα, εξαιρουμένων των καυσώνων, για τους οποίους δεν υπάρχουν άμεσα συγκρίσιμα και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία.

Περιοχές, δεδομένα και τρωτότητα

Αναφορικά με τη γεωγραφική κατανομή των επεισοδίων, η Δρ Παπαγιαννάκη επισημαίνει ότι τα περισσότερα καταγράφονται στα αστικά κέντρα, σε μεγάλο βαθμό λόγω της πυκνής δόμησης. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι πρόκειται και για τα πιο σοβαρά περιστατικά. Όπως εξηγεί, την περίοδο 2000-2025 περιοχές της περιφέρειας, όπως η Θεσσαλία, η Χαλκιδική και η Εύβοια, επλήγησαν από φαινόμενα με ιδιαίτερα βαριές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες και ανθρώπινες απώλειες.

Η ομάδα της μονάδας Meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, έχοντας αναπτύξει τη βάση δεδομένων HIWE-DB, καταγράφει συστηματικά τα καιρικά επεισόδια με κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις από το 2000, ταξινομώντας τα σε τρία επίπεδα ανάλογα με τη σοβαρότητα και την ένταση. Όπως διευκρινίζει η Δρ Παπαγιαννάκη, η καταγραφή δεν αφορά μόνο τα ίδια τα φαινόμενα, αλλά κυρίως τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία και την οικονομία, όπως ζημιές και καταστροφές σε υποδομές, κατοικίες και οχήματα, προβλήματα στις μετακινήσεις και στη λειτουργία βασικών υπηρεσιών, καθώς και ανθρώπινες απώλειες. Παράλληλα, καταγράφονται όχι μόνο τα ακραία, αλλά και τα μικρότερης κλίμακας επεισόδια, προκειμένου να μελετάται πληρέστερα η τοπική τρωτότητα.

«Χωρίς συστηματική καταγραφή, κάθε περιστατικό αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο. Τα δεδομένα μάς επιτρέπουν να εντοπίζουμε μοτίβα, επαναλαμβανόμενη τρωτότητα και να στηρίζουμε τόσο την επιστημονική έρευνα όσο και τη δημόσια ενημέρωση. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα εργαλείο μνήμης κινδύνου», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι έτσι καθίσταται δυνατή και η αποτίμηση μακροπρόθεσμων επιπτώσεων, όπως η σωρευτική υποβάθμιση υποδομών, οι χρόνιες δυσλειτουργίες στις μετακινήσεις και η σταδιακή αύξηση της ευαλωτότητας περιοχών που πλήττονται επανειλημμένα.

Ανθεκτικότητα, σχεδιασμός και κλιματική πίεση

Σύμφωνα με τη Δρ Παπαγιαννάκη, το βασικό ζητούμενο που αναδεικνύεται πλέον είναι η ανθεκτικότητα. Όπως σημειώνει, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται κοντά στα δυσμενέστερα σενάρια, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη χρήση ορυκτών καυσίμων. Σε ένα θερμαινόμενο κλίμα, τα έντονα καιρικά φαινόμενα, όταν εκδηλώνονται, τείνουν να έχουν μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια, γεγονός που καθιστά επιτακτική μια συνολική προσέγγιση της ανθεκτικότητας.

Η έννοια αυτή, όπως εξηγεί, περιλαμβάνει τη συστηματική παρακολούθηση και καταγραφή, την πρόγνωση και την έγκαιρη προειδοποίηση, την αποτελεσματική επικοινωνία του κινδύνου προς τους πολίτες, καθώς και την ενίσχυση της ετοιμότητας και της προληπτικής κουλτούρας.

Παράλληλα, συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που σχεδιάζονται, συντηρούνται και λειτουργούν οι υποδομές. Το οδικό δίκτυο, τα έργα απορροής, οι περιοχές αυξημένης κατολισθητικής επικινδυνότητας και οι παλαιές υποδομές καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το μέγεθος των επιπτώσεων όταν εκδηλώνονται έντονα φαινόμενα, με τη βάση δεδομένων να τεκμηριώνει αυτή τη σχέση με στοιχεία.

Η συγκυρία, όπως τονίζει, είναι κρίσιμη, καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη χωροταξικά και τοπικά πολεοδομικά σχέδια σε όλη τη χώρα. Πρόκειται, όπως σημειώνει, για μια ευκαιρία που πρέπει να αξιοποιηθεί, ώστε ο μελλοντικός χωρικός και πολεοδομικός σχεδιασμός να ενσωματώνει την παράμετρο της κλιματικής τρωτότητας. «Ο σχεδιασμός οφείλει πλέον να βασίζεται όχι μόνο στα σημερινά δεδομένα, αλλά και στο ιστορικό των καιρικών φαινομένων που έχουν προκαλέσει ζημιές σε κάθε περιοχή», επισημαίνει.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στις αλλαγές χρήσης γης, όπου, όπως εξηγεί, εντοπίζεται σημαντικό μέρος των προβλημάτων των προηγούμενων δεκαετιών. Αγροτικές εκτάσεις μετατράπηκαν σε δομημένες περιοχές χωρίς επαρκή σχεδιασμό, ακόμη και πάνω σε ρέματα ή σε εκτός σχεδίου περιοχές, με ανάπτυξη από κατοικίες έως τουριστικές εγκαταστάσεις. «Τα φαινόμενα που παρατηρούμε σήμερα, όπως οι επαναλαμβανόμενες και σοβαρές πλημμύρες σε περιοχές όπως η Ρόδος, συνδέονται άμεσα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής και με τον τρόπο που αυτή αναπτύχθηκε στο παρελθόν», καταλήγει.