Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΠΟΛΛΩΝ

ΔΩΡΟΘΕΟΣ

ΚΥΝΘΙΑ

ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΣΕΛΗΝΗ

Όταν η Κεντροαριστερά ψάχνει σωσίβιο και ο Καμμένος γυαλίζει τη βάρκα

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή που τα κόμματα δεν πέφτουν επειδή τα ρίχνουν οι αντίπαλοί τους. Πέφτουν επειδή κουράστηκαν να στέκονται όρθια. Επειδή μπέρδεψαν την πολιτική με την εσωκομματική ψυχανάλυση, την ηγεσία με τη διαχείριση ισορροπιών και την κοινωνία με το ακροατήριο μιας ατέρμονης συνεδρίασης. Η Ελλάδα παρακολουθεί αυτές τις ημέρες ένα τέτοιο έργο. Και, όπως συμβαίνει συνήθως στα ελληνικά πολιτικά έργα, το σενάριο μοιάζει με δράμα, η σκηνοθεσία με φάρσα και οι πρωταγωνιστές επιμένουν ότι όλα εξελίσσονται βάσει σχεδίου.

Στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. η κατάσταση θυμίζει κόμμα που βρίσκεται μπροστά στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζει το πρόσωπό του. Η δημοσκοπική καταγραφή στο 2,3% δεν είναι απλώς αριθμός. Είναι πολιτικό ηλεκτροσόκ. Είναι εκείνο το ποσοστό που δεν επιτρέπει ούτε ωραιοποιήσεις ούτε περισπούδαστες αναλύσεις περί «ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού». Όταν ένα κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα βρίσκεται να παλεύει με το όριο της κοινοβουλευτικής επιβίωσης, δεν χρειάζεται επικοινωνιολόγο. Χρειάζεται γιατρό επειγόντων.

Ο Σωκράτης Φάμελλος επιχειρεί να κινηθεί μέσα σε αυτό το ναρκοπέδιο με τη λογική του ελάχιστου ρεαλισμού. Η συμπόρευση με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα παρουσιάζεται ως διέξοδος. Και, πράγματι, όταν το καράβι μπάζει νερά, ο καπετάνιος δεν συγκαλεί συνέδριο για την αισθητική των σωσιβίων. Τα φοράει. Το πρόβλημα, βεβαίως, είναι ότι στην Κουμουνδούρου άλλοι βλέπουν σωσίβιο, άλλοι βλέπουν παράδοση άνευ όρων και άλλοι κοιτούν ήδη προς την απέναντι όχθη, προσπαθώντας να διακρίνουν αν στην ΕΛΑΣ υπάρχει διαθέσιμο γραφείο, καρέκλα και πολιτικό μέλλον.

Ο Νίκος Παππάς, από την πλευρά του, θέτει ζήτημα ρόλου και ουσίας. Θέλει ΣΥΡΙΖΑ πρωταγωνιστή, όχι κομπάρσο σε σχήμα Τσίπρα. Πολιτικά, η θέση του είναι κατανοητή. Όποιος αποδέχεται να μετατραπεί από κόμμα εξουσίας σε συνοδευτικό πιάτο, δύσκολα μπορεί μετά να ζητήσει από τους ψηφοφόρους να τον αντιμετωπίσουν ως κυρίως γεύμα. Η ένσταση, όμως, έχει και ένα πρακτικό εμπόδιο: για να πρωταγωνιστήσεις, πρέπει πρώτα να υπάρχεις. Και ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα πασχίζει να αποδείξει όχι ότι μπορεί να κυβερνήσει, αλλά ότι δεν έχει εισέλθει στη ζώνη των πολιτικών απολιθωμάτων.

Ο Παύλος Πολάκης, η Ρένα Δούρου και όσοι επιμένουν στην αυτόνομη κάθοδο κρατούν τη σημαία της κομματικής αυτοτέλειας. Σεβαστό. Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: οι σημαίες είναι χρήσιμες όταν υπάρχει στράτευμα από κάτω. Αν κρατάς σημαία μόνος σου στο ύψωμα, δεν είσαι στρατηγός. Είσαι γραφικός πίνακας εποχής. Και όταν ακούγεται ότι 15 από τους 24 βουλευτές θα έβλεπαν με ενδιαφέρον τη μετακίνησή τους προς το νέο σχήμα Τσίπρα, τότε η συζήτηση παύει να είναι ιδεολογική. Γίνεται απογραφή.

Η αναπληρώτρια γραμματέας Αναστασία Σαπουνά προσπάθησε να βάλει τάξη στο χάος με τρία «δεν»: δεν παραιτείται ο Φάμελλος, δεν αυτοδιαλύεται ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει τώρα σενάριο αυτόνομης καθόδου. Στην πολιτική, όμως, όταν χρειάζεται να διαψεύσεις τρία σενάρια μέσα σε μία πρόταση, συνήθως σημαίνει ότι και τα τρία κυκλοφορούν ζωηρά στους διαδρόμους. Και οι διάδρομοι των κομμάτων έχουν ένα κακό: λένε συχνά πιο πολλές αλήθειες από τα δελτία Τύπου.

Στη Χαριλάου Τρικούπη, το ΠΑΣΟΚ δίνει τη δική του μάχη. Ο Νίκος Ανδρουλάκης ζητά ενότητα, εκλογική ετοιμότητα και συλλογική κινητοποίηση. Είναι τα τρία κλασικά φάρμακα που συνταγογραφούνται όταν οι δημοσκοπήσεις πέφτουν και το κόμμα αρχίζει να κοιτάζει με δυσπιστία τον ίδιο του τον ίσκιο. Η φράση «να σταματήσει η εσωστρέφεια» ακούγεται σχεδόν σε κάθε κρίσιμη συνεδρίαση ελληνικού κόμματος. Είναι κάτι σαν το «να πίνετε πολλά υγρά» της πολιτικής ιατρικής. Σωστό, χρήσιμο, αλλά δεν θεραπεύει από μόνο του την πνευμονία.

Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε δύσκολη θέση, διότι είχε πιστέψει ότι η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ θα του παραδώσει αυτομάτως την αντιπολίτευση στο πιάτο. Αποδείχθηκε ότι στην πολιτική τίποτα δεν παραδίδεται αυτομάτως, εκτός ίσως από τους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Η εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα αλλάζει τους συσχετισμούς και ξυπνά παλιά ένστικτα στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Ξαφνικά, η Χαριλάου Τρικούπη δεν έχει απέναντί της μόνο τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και έναν πρώην πρωθυπουργό που γνωρίζει να διαβάζει τα κενά του πολιτικού συστήματος.

Οι «κύκλοι πολιτικής», η σκιώδης κυβέρνηση, οι τομεάρχες, οι περιφερειακοί υπεύθυνοι εκλογικού αγώνα και οι νέες οργανωτικές δομές δείχνουν προσπάθεια ανασύνταξης. Καμία αντίρρηση. Μόνο που ο πολίτης δεν ψηφίζει οργανόγραμμα. Ψηφίζει πειστική αφήγηση εξουσίας. Ψηφίζει κόμμα που του απαντά γιατί να το εμπιστευθεί, όχι κόμμα που του παρουσιάζει με καμάρι ποιος είναι υπεύθυνος για τη Θεσσαλία, ποιος για την Ήπειρο και ποιος για την παραγωγή θέσεων στον τρίτο κύκλο πολιτικής. Οι δομές χρειάζονται. Αλλά χωρίς πολιτικό ρεύμα, μοιάζουν με καλοφτιαγμένες αποβάθρες σε λιμάνι χωρίς πλοία.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, εμφανίζεται και ο Πάνος Καμμένος. Όχι ακριβώς ως από μηχανής θεός. Περισσότερο ως από μηχανής υπενθύμιση ότι στην ελληνική πολιτική κανείς δεν αποσύρεται οριστικά. Όλοι απλώς κάνουν διάλειμμα μέχρι να τους ξανακαλέσει η Ιστορία ή κάποιο τηλεοπτικό πάνελ. Ο πρώην πρόεδρος των ΑΝΕΛ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής, όχι στην πρώτη εκλογή, αλλά στη δεύτερη, αν χρειαστεί να συμβάλει στον σχηματισμό κυβέρνησης. Σαν να λέμε: δεν μπαίνω στο πρώτο ημίχρονο, αλλά αν το παιχνίδι πάει στην παράταση, έχω ήδη δέσει τα κορδόνια.

Ο Καμμένος ξέρει να παράγει πολιτικό θόρυβο. Και ο θόρυβος, σε εποχές ρευστότητας, έχει αξία. Επιτέθηκε στον Αντώνη Σαμαρά με χαρακτηρισμούς βαρείς, τον αποκάλεσε «killer της Νέας Δημοκρατίας», τον κατηγόρησε ότι «πασοκοποίησε» το κόμμα και ότι κινείται από προσωπικά κίνητρα. Με τον γνωστό του τρόπο, είπε δυνατά αυτά που άλλοι στη Δεξιά ψιθυρίζουν χαμηλόφωνα, πίσω από κλειστές πόρτες και μακριά από μικρόφωνα. Η διαφορά είναι ότι ο Καμμένος δεν έχει ποτέ ιδιαίτερη αγωνία να κρατήσει χαμηλά τους τόνους. Αν η πολιτική ήταν τραπέζι καφενείου, θα ήταν εκείνος που χτυπά το χέρι στο μάρμαρο και κάνει τα φλιτζάνια να χορεύουν.

Για τον Τσίπρα, όμως, υπήρξε θετικός. Είδε στροφή προς το κέντρο, κυβερνητική εμπειρία, πολιτική ωρίμανση. Εδώ βρίσκεται και το ενδιαφέρον. Ο παλιός κυβερνητικός εταίρος του 2015 υπενθυμίζει ότι οι γέφυρες στην πολιτική δεν καίγονται πάντα. Μερικές φορές απλώς κλείνουν προσωρινά για εργασίες συντήρησης. Και όταν οι συσχετισμοί το απαιτήσουν, ξανανοίγουν με κορδέλα, χαμόγελα και αρκετή λήθη για το παρελθόν.

Η μεγάλη εικόνα, όμως, είναι σοβαρή. Η αντιπολίτευση βρίσκεται σε βαθιά κρίση προσανατολισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ παλεύει με την ίδια του την επιβίωση. Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι δύναμη εξουσίας και όχι απλώς οργανωμένη ανάμνηση καλύτερων δημοσκοπικών ημερών. Ο Τσίπρας επανέρχεται ως πόλος αναδιάταξης. Ο Καμμένος δοκιμάζει ξανά τα νερά. Ο Σαμαράς αιωρείται ως ενδεχόμενο νέας διάσπασης στη Δεξιά. Και ο πολίτης παρακολουθεί το έργο με το εύλογο ερώτημα: ποιος εδώ μέσα ασχολείται με τη χώρα;

Διότι η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει μέχρι να τακτοποιηθούν οι προσωπικές φιλοδοξίες, τα παλιά απωθημένα και οι νέες καρέκλες. Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά. Η ανασφάλεια μεγαλώνει. Η κοινωνία βλέπει το πολιτικό προσωπικό να μιλά για «συνθέσεις», «κύκλους», «συμπόρευση», «αυτόνομη κάθοδο» και «εκλογική ετοιμότητα», ενώ εκείνη χρειάζεται καθαρές απαντήσεις για το εισόδημα, την υγεία, την ασφάλεια, την παιδεία και την εθνική πορεία.

Η κυβέρνηση δεν απειλείται όταν η αντιπολίτευση φωνάζει. Απειλείται όταν η αντιπολίτευση πείθει. Σήμερα, το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος είναι ότι η αντιπολίτευση παράγει περισσότερο θόρυβο παρά εμπιστοσύνη. Και όταν η κυβερνητική εξουσία δεν αισθάνεται πραγματικό αντίβαρο, αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν ιδιοκτήτης. Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα για τη Δημοκρατία.

Γι’ αυτό η εικόνα των ημερών δεν είναι απλώς εσωκομματικό ρεπορτάζ. Είναι προειδοποίηση. Όταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης ασχολούνται περισσότερο με το ποιος θα σωθεί, ποιος θα μετακινηθεί και ποιος θα διαπραγματευθεί καλύτερα την επόμενη θέση του, τότε η κοινωνία μένει μόνη της. Και η κοινωνία, όταν μένει μόνη της, αργεί να μιλήσει. Όταν όμως μιλήσει, συνήθως δεν το κάνει ψιθυριστά.

Η πολιτική δεν είναι χώρος για αδρανείς, φοβικούς και μονίμως τακτικιστές. Είναι πεδίο ευθύνης. Όποιος έχει πρόταση, ας τη βάλει στο τραπέζι. Όποιος έχει σχέδιο, ας το παρουσιάσει. Όποιος έχει μόνο καημούς, προσωπικές πικρίες και αριθμητικές επιβίωσης, ας μην κουράζει άλλο τη χώρα. Διότι η Ελλάδα έχει σοβαρότερα ζητήματα από το αν ο ένας θα πάει με τον άλλον, αν ο τρίτος θα επιστρέψει και αν ο τέταρτος θα θυμηθεί ξαφνικά ότι είναι η ψυχή της παράταξης.

Στο τέλος, οι πολίτες δεν ρωτούν ποιος συνεδρίασε περισσότερο. Ρωτούν ποιος στάθηκε όρθιος όταν έπρεπε. Και αυτή η απάντηση, για την ώρα, λείπει.

Ετικέτες: