Η κυβέρνηση ζητά υπακοή ενώ η κοινωνία δίνει μάχη επιβίωσης

Η κυβέρνηση έχει μετατρέψει την οικονομική ανάπτυξη σε προσεκτικά σκηνοθετημένη παράσταση. Στο κέντρο της σκηνής βρίσκονται οι επενδύσεις, οι αναβαθμίσεις, τα πλεονάσματα και οι επίσημοι δείκτες. Πίσω από την κουρτίνα παραμένουν η ακρίβεια, η στεγαστική πίεση, οι χαμηλοί μισθοί, η ανασφάλεια και μια κοινωνία που εξαντλείται για να καλύψει τις βασικές της ανάγκες.

Ο κυβερνητικός επικοινωνιακός μηχανισμός επιχειρεί να πείσει ότι η χώρα κινείται σταθερά προς τα εμπρός και ότι οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο όσα έχουν επιτευχθεί. Η «σταθερότητα» χρησιμοποιείται πλέον ως βασικό εκλογικό σύνθημα, με ξεκάθαρο στόχο την αυτοδυναμία και την προσέλκυση των αναποφάσιστων ψηφοφόρων.

Η σταθερότητα, όμως, έχει αποκτήσει ένα ιδιαίτερα περιοριστικό περιεχόμενο. Παρουσιάζεται ως απαίτηση πολιτικής υπακοής, ως ανοχή στις κυβερνητικές επιλογές και ως αποδοχή της αντίληψης ότι κάθε εναλλακτική λύση οδηγεί στην αβεβαιότητα. Η κυβέρνηση ζητά από τους πολίτες να φοβηθούν την αλλαγή, την ώρα που η καθημερινότητά τους έχει ήδη μετατραπεί σε διαρκή αγώνα επιβίωσης.

Η ανάπτυξη των αριθμών και η πίεση της πραγματικής ζωής

Οι επίσημοι αριθμοί δείχνουν ότι η οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Η πραγματική εμπειρία των νοικοκυριών καταγράφει μια εντελώς διαφορετική ένταση. Ο πληθωρισμός έφτασε τον Ιούνιο στο 4,4%, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο 1,8% για το 2026 και αναγνωρίζει ότι οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας περιορίζουν το πραγματικό εισόδημα και την κατανάλωση των νοικοκυριών.

Η απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στο ταμείο του σούπερ μάρκετ γίνεται καθημερινά μεγαλύτερη. Η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη, ενώ ο πολίτης υπολογίζει πόσα προϊόντα θα αφαιρέσει από το καλάθι του. Ανακοινώνει ενισχύσεις, ενώ το κόστος στέγασης απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματος. Προβάλλει φορολογικές ελαφρύνσεις, ενώ οι συνεχείς ανατιμήσεις εξανεμίζουν κάθε περιορισμένη βελτίωση.

Η ανάπτυξη που δεν μετατρέπεται σε σταθερό διαθέσιμο εισόδημα, αξιοπρεπή εργασία και πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες παραμένει ανάπτυξη για τους δείκτες και τις κυβερνητικές παρουσιάσεις. Η κοινωνική πλειοψηφία μετρά την οικονομική πρόοδο με διαφορετικά κριτήρια: τον λογαριασμό του ρεύματος, το ενοίκιο, τα καύσιμα, τα τρόφιμα, την Υγεία και την Παιδεία.

Η κυβερνητική προπαγάνδα επενδύει στη διαρκή επανάληψη μιας επιτυχίας που μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αδυνατούν να αναγνωρίσουν στη ζωή τους. Κάθε θετικό στοιχείο διογκώνεται επικοινωνιακά. Κάθε αρνητικό δεδομένο αποδίδεται σε εξωγενείς κρίσεις, στον πόλεμο, στις διεθνείς αγορές ή στις παθογένειες του παρελθόντος.

Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση εμφανίζεται μόνιμα υπεύθυνη για κάθε επιτυχία και σχεδόν ποτέ υπόλογη για τις αποτυχίες. Η πολιτική αλαζονεία γεννιέται ακριβώς μέσα σε αυτή την κατασκευή: στην πεποίθηση ότι η επικοινωνία μπορεί να αντικαταστήσει την κοινωνική πραγματικότητα.

Η σταθερότητα ως φόβος και τα σκάνδαλα ως καθημερινότητα

Το αφήγημα της αυτοδυναμίας στηρίζεται στην καλλιέργεια του φόβου. Η κυβέρνηση παρουσιάζεται ως η μοναδική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί κανονικότητα, ενώ οι πολιτικοί της αντίπαλοι περιγράφονται ως παράγοντες αναστάτωσης, αβεβαιότητας και επιστροφής σε προηγούμενες κρίσεις.

Η τακτική αυτή επιδιώκει να μετατρέψει την ψήφο σε πράξη αυτοπροστασίας. Ο αναποφάσιστος καλείται να ψηφίσει από φόβο και όχι από πεποίθηση. Να αποδεχθεί την κυβέρνηση επειδή η εναλλακτική παρουσιάζεται ως απειλή. Να συμβιβαστεί με τη φθορά επειδή του υποδεικνύεται ότι η αλλαγή θα είναι χειρότερη.

Την ίδια στιγμή, οι υποθέσεις κακοδιαχείρισης και οι θεσμικές σκιές συνεχίζουν να βαραίνουν τη δημόσια ζωή. Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τις αγροτικές επιδοτήσεις οδήγησε σε δίωξη 22 προσώπων, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, πρώην υψηλόβαθμοι δημόσιοι λειτουργοί και πολιτικά στελέχη.

Το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει απολύτως για κάθε κατηγορούμενο. Η πολιτική ευθύνη για τη λειτουργία ενός δημόσιου μηχανισμού, για τους ελέγχους, τις διοικητικές επιλογές και την προστασία των ευρωπαϊκών πόρων παραμένει ένα ξεχωριστό και αναπόφευκτο ζήτημα.

Η κυβέρνηση επιλέγει συχνά την ίδια επικοινωνιακή μέθοδο: περιορίζει κάθε υπόθεση σε μεμονωμένα πρόσωπα, επικαλείται τη Δικαιοσύνη όταν πιέζεται και πανηγυρίζει για κάθε αρχειοθέτηση, ακόμη και όταν οι έρευνες συνεχίζονται και οι διώξεις παραμένουν ενεργές.

Η πραγματική θεσμική σταθερότητα δεν οικοδομείται με τη σιωπή, την υπακοή και την απαίτηση να μη διαταράσσεται η κυβερνητική εικόνα. Οικοδομείται με λογοδοσία, διαφάνεια, αποτελεσματικούς ελέγχους και ουσιαστικό σεβασμό στους πολίτες.

Ο λαός έχει κουραστεί από τις επικοινωνιακές παραστάσεις. Κάθε ημέρα δίνει μάχη για τον μισθό, τη σύνταξη, τη στέγη, την περίθαλψη και το μέλλον των παιδιών του. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να αρκεί μια νέα ανακοίνωση, ένα επίδομα ή μια καλοστημένη τηλεοπτική εμφάνιση για να εξαφανιστεί αυτή η πραγματικότητα.

Η αλαζονεία της εξουσίας βρίσκεται στην πεποίθηση ότι οι πολίτες θα επιλέξουν ξανά τον φόβο αντί της αξιολόγησης. Ότι θα ξεχάσουν τα σκάνδαλα, την ακρίβεια και τη θεσμική φθορά μπροστά στο δίλημμα «αυτοδυναμία ή χάος».

Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλη μία κυβερνητική παράσταση. Χρειάζεται πολιτική που θα μετριέται στο πραγματικό εισόδημα, στη δικαιοσύνη, στην αξιοπρέπεια και στην καθημερινή ασφάλεια. Όσο η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει τη σκηνοθετημένη εικόνα ως πραγματική ζωή, τόσο μεγαλώνει η απόσταση από τους πολίτες που επιχειρεί να πείσει.