Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΡΜΙΟΝΗ

ΜΩΥΣΗΣ

ΡΟΖΑΛΙΑ

ΩΚΕΑΝΙΣ

ΩΚΕΑΝΟΣ

Ο Τσίπρας επέστρεψε και άναψε φωτιές: Ο Μητσοτάκης κοιτάζει δεξιά, ο Ανδρουλάκης φοβάται αριστερά

Γράφει: ο Νίκος Κυριακάκης

Μέχρι πριν από λίγους μήνες υπήρχε στο πολιτικό σύστημα μια βολική βεβαιότητα: ο Αλέξης Τσίπρας είχε τελειώσει.

Είχε παραδώσει την ηγεσία, είχε απομακρυνθεί από την πρώτη γραμμή και, τουλάχιστον για αρκετούς από τους αντιπάλους του, είχε ήδη πάρει τη θέση του σε ένα κεφάλαιο της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας.

Μόνο που στην πολιτική τα πράγματα σπανίως είναι τόσο απλά. Ένας πολιτικός δεν τελειώνει επειδή το επιθυμούν οι αντίπαλοί του. Τελειώνει όταν παύει να ενδιαφέρει την κοινωνία.

Και ο Τσίπρας, είτε αρέσει είτε όχι, εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον.

Η τελευταία παρουσία του στη Θεσσαλονίκη το έδειξε. Δεν χρειάστηκε να ανακοινώσει νέο κόμμα ούτε να στήσει κάποια εντυπωσιακή κομματική φιέστα. Μίλησε και, σχεδόν αμέσως, άρχισαν οι αντιδράσεις.

Το Μαξίμου απαντούσε, το ΠΑΣΟΚ τοποθετούνταν, υπουργοί έβγαζαν κοστολόγια και τα κομματικά επιτελεία μετρούσαν λέξεις και προθέσεις. Στα μέσα ενημέρωσης επανήλθε το γνώριμο ερώτημα: «Τι σημαίνει η επιστροφή Τσίπρα;»

Κάπου εδώ βρίσκεται και η πρώτη πολιτική είδηση.

Όταν ένα ολόκληρο σύστημα αναγκάζεται να ασχοληθεί ξανά με έναν πολιτικό που υποτίθεται ότι έχει αποχωρήσει από το προσκήνιο, τότε ίσως το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε εκείνον. Βρίσκεται σε όσους βιάστηκαν να αποφανθούν ότι είχε τελειώσει.

Δεν πήγε στη Θεσσαλονίκη για τουρισμό

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίστηκε στη Θεσσαλονίκη για να θυμηθεί τα παλιά ούτε για να κάνει έναν απολογισμό της κυβερνητικής του θητείας.

Και ασφαλώς δεν πήγε μόνο για να εισπράξει χειροκροτήματα από όσους εξακολουθούν να θυμούνται με νοσταλγία την εποχή της ανόδου του.

Πήγε και για να μετρήσει αντιδράσεις.

Ποιος θα απαντήσει, με ποια ένταση και πόσο γρήγορα.

Αυτό στην πολιτική έχει συχνά μεγαλύτερη σημασία από τις επίσημες ανακοινώσεις. Οι αντιδράσεις των τελευταίων ημερών δείχνουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να θεωρείται παράγοντας του παιχνιδιού.

Το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε είναι φιλόδοξο και, προφανώς, ακριβό: κατώτατος μισθός, μειώσεις ΦΠΑ, αυξήσεις, προσλήψεις, ενίσχυση της Υγείας και της Παιδείας.

Το πολιτικό μενού είναι γνώριμο.

Υπάρχει όμως πάντοτε η ενοχλητική λεπτομέρεια που ακολουθεί κάθε μεγάλη εξαγγελία: κάποιος πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό.

Και εκεί ακριβώς αρχίζει η σοβαρή συζήτηση.

Οι αριθμοί μπορεί να ευημερούν. Ο πολίτης όχι πάντα

Η κυβέρνηση διαθέτει επιχειρήματα. Η οικονομία έχει προχωρήσει, η χώρα έχει επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα, η ανεργία έχει υποχωρήσει και οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί.

Όλα αυτά έχουν σημασία.

Μόνο που ο πολίτης δεν πληρώνει το σούπερ μάρκετ με την επενδυτική βαθμίδα ούτε το ενοίκιο με τα spreads. Και σίγουρα δεν γεμίζει το ψυγείο του με τα δελτία Τύπου του υπουργείου Οικονομικών.

Όταν στο τέλος του μήνα ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν βγαίνει, οι μακροοικονομικοί δείκτες χάνουν ένα μέρος από τη δύναμή τους.

Ακριβώς σε αυτή την απόσταση ανάμεσα στην εικόνα της οικονομίας και στην καθημερινή τσέπη επιχειρεί να πατήσει ο Τσίπρας.

Και η απόσταση αυτή είναι επικίνδυνη για κάθε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως χρώματος.

Ο Μητσοτάκης το γνωρίζει, ο Τσίπρας ασφαλώς το γνωρίζει και ο Ανδρουλάκης προσπαθεί επίσης να κινηθεί στο ίδιο πεδίο.

Γι' αυτό η πολιτική μάχη της επόμενης περιόδου δύσκολα θα κριθεί στους πίνακες των οικονομολόγων. Θα κριθεί πολύ περισσότερο στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο και στον λογαριασμό του ρεύματος.

Το πρόβλημα του Τσίπρα λέγεται… Τσίπρας

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.

Όποιος θεωρεί ότι ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί απλώς να εμφανιστεί με ένα καινούργιο πολιτικό κοστούμι και να ζητήσει από την κοινωνία να ξεχάσει όσα προηγήθηκαν, υποτιμά τη μνήμη των πολιτών.

Το 2015 υπάρχει ακόμη στη συλλογική μνήμη. Οι κλειστές τράπεζες, τα capital controls, το δημοψήφισμα, η περίοδος της «σκληρής διαπραγμάτευσης», η μεγάλη κυβίστηση που ακολούθησε και το τρίτο μνημόνιο δεν εξαφανίζονται επειδή πέρασαν τα χρόνια.

Γι' αυτό το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επιστροφή του Τσίπρα μπορεί να μην είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Μπορεί να είναι ο ίδιος ο παλιός Τσίπρας.

Η Νέα Δημοκρατία το γνωρίζει και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επενδύσει εκεί. Κάθε φορά που ο πρώην πρωθυπουργός θα μιλά για το μέλλον, το Μαξίμου θα επιχειρεί να του θυμίζει το παρελθόν.

Αναμενόμενο και, πολιτικά, απολύτως λογικό.

Υπάρχει όμως ένα παράδοξο: όσο περισσότερο η κυβέρνηση επιτίθεται προσωπικά στον Τσίπρα, τόσο περισσότερο τον επαναφέρει στον γνώριμο ρόλο του κεντρικού αντιπάλου.

Και μήπως αυτό είναι ακριβώς που χρειάζεται σήμερα ο ίδιος;

Ο Ανδρουλάκης έχει ίσως μεγαλύτερο λόγο να ανησυχεί

Εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της υπόθεσης.

Ο μεγαλύτερος πολιτικός πονοκέφαλος από την επανεμφάνιση Τσίπρα μπορεί τελικά να μην βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου. Μπορεί να βρίσκεται στη Χαριλάου Τρικούπη.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης προσπαθεί εδώ και καιρό να οικοδομήσει την εικόνα του βασικού αντιπάλου της Νέας Δημοκρατίας και να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί ξανά να αποτελέσει δύναμη κυβερνητικής εναλλαγής.

Και ξαφνικά εμφανίζεται ξανά ο Τσίπρας.

Με σαφώς μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, κυβερνητική εμπειρία, βαριά πολιτική φθορά μεν, αλλά και με μια ικανότητα που το σημερινό ΠΑΣΟΚ ακόμη παλεύει να αποκτήσει: να μεταβάλλει την ατζέντα μόνο και μόνο επειδή έκανε μια δημόσια παρέμβαση.

Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα για τον Ανδρουλάκη.

Ο Τσίπρας δεν χρειάζεται κατ' ανάγκην να αφαιρέσει ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία για να αλλάξει τις ισορροπίες. Του αρκεί, σε πρώτη φάση, να αμφισβητήσει από το ΠΑΣΟΚ τον ρόλο της βασικής εναλλακτικής απέναντι στον Μητσοτάκη.

Αν ο ψηφοφόρος της Κεντροαριστεράς αρχίσει ξανά να αναρωτιέται «ποιος μπορεί πράγματι να αντιμετωπίσει τον Μητσοτάκη;», τότε η συζήτηση αλλάζει.

Και μαζί της αλλάζουν και οι συσχετισμοί.

Τρεις παίκτες, δύο ρόλοι

Στην κεντρική πολιτική σκηνή βρίσκονται σήμερα τρία πρόσωπα με διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικά προβλήματα: Μητσοτάκης, Ανδρουλάκης και Τσίπρας.

Οι πραγματικά μεγάλοι ρόλοι όμως παραμένουν δύο.

Ο ένας είναι του πρωθυπουργού.

Ο άλλος είναι εκείνου που μπορεί πειστικά να διεκδικήσει ότι θα γίνει ο επόμενος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέχει σήμερα τον πρώτο. Η μεγάλη σύγκρουση ανοίγει για τον δεύτερο και, όσο πλησιάζουμε προς τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, δύσκολα θα παραμείνει ευγενική.

Ο Ανδρουλάκης πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι απλώς αρχηγός ενός κόμματος που προσπαθεί να ανακάμψει αλλά ένας πραγματικός υποψήφιος πρωθυπουργός.

Ο Τσίπρας, από την άλλη, πρέπει να πείσει ότι η επιστροφή του δεν αποτελεί απλώς μια επανέκδοση του 2015 και ότι έχει κάτι διαφορετικό να προτείνει.

Ο Μητσοτάκης έχει ίσως το πιο περίεργο δίλημμα. Τον βολεύει ένας κατακερματισμένος αντίπαλος χώρος, αλλά δεν τον συμφέρει να κατασκευάσει με τις επιθέσεις του τον άνθρωπο που θα μπορούσε κάποια στιγμή να τον ενώσει.

Και μία τελευταία λεπτομέρεια

Οι πραγματικές πολιτικές επιστροφές συνήθως δεν ανακοινώνονται. Διαπιστώνονται.

Δεν χρειάζεται ένας πολιτικός να ανέβει στο βήμα και να δηλώσει «επέστρεψα». Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τι κάνουν οι αντίπαλοί του όταν εκείνος εμφανίζεται.

Ο Τσίπρας εμφανίστηκε και το πολιτικό σύστημα αντέδρασε.

Αυτό από μόνο του κάτι λέει.

Μπορεί να πρόκειται για μια πρόσκαιρη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος. Μπορεί να είναι η αρχή μιας πραγματικής πολιτικής επιστροφής. Μπορεί, στο τέλος, να αποδειχθεί ένα ακόμη επεισόδιο μιας μακράς πολιτικής διαδρομής.

Αλλά όσοι βιάζονται να τον ξεγράψουν για δεύτερη φορά καλό είναι να περιμένουν λίγο.

Γιατί ο Τσίπρας δεν χρειάζεται σήμερα να νικήσει τον Μητσοτάκη. Δεν χρειάζεται καν να αποδείξει από τώρα ότι μπορεί να κερδίσει εκλογές.

Το πρώτο που χρειάζεται είναι πολύ απλούστερο: να πείσει ότι υπάρχει ξανά πολιτικά.

Και αυτό, μέχρι στιγμής, το έχει καταφέρει.

Το ενδιαφέρον ερώτημα λοιπόν δεν είναι τόσο αν επέστρεψε.

Είναι ποιον ενοχλεί περισσότερο αυτή η επιστροφή.

Τον Μητσοτάκη, που ξέρει ήδη καλά πώς να τον πολεμήσει;

Ή τον Ανδρουλάκη, που ίσως ανακαλύπτει ότι ο δρόμος προς τη θέση του βασικού αντιπάλου της κυβέρνησης απέκτησε ξαφνικά… κίνηση;