16 Ιανουαρίου 2026

Απόφαση-σταθμός ορίζει επιστροφή φορολογικού προστίμου, εντόκως

Μια απόφαση με ευρύτερες συνέπειες για τη φορολογική διοίκηση και τα δικαιώματα των φορολογουμένων εξέδωσε το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ότι η επιστροφή φορολογικού προστίμου που έχει ακυρωθεί δικαστικά πρέπει να γίνεται εντόκως, ακόμη και για χρονικό διάστημα που προηγείται της άσκησης της σχετικής προσφυγής. Η απόφαση ενεργοποιεί αξίωση πλήρους αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη ο φορολογούμενος, καλύπτοντας χρονικό ορίζοντα έως και πέντε έτη πριν από την υποβολή της προσφυγής.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, όταν μια φορολογική πράξη ακυρώνεται δικαστικά, η επιστροφή του καταβληθέντος ποσού δεν αρκεί να είναι άτοκη. Αντιθέτως, η Διοίκηση υποχρεούται να καταβάλει και τους αναλογούντες τόκους, εφόσον ο φορολογούμενος έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, καθώς η καθυστέρηση επιστροφής συνιστά περιουσιακή ζημία. Το δικαστήριο έκρινε ότι η αποκατάσταση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της προσφυγής, αλλά μπορεί να εκτείνεται και σε προγενέστερο χρόνο, εντός της πενταετούς παραγραφής.

Η υπόθεση αφορούσε εταιρία η οποία προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, όταν η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε την προσφυγή της κατά απόφασης της αρμόδιας ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών. Η διοικητική απόφαση είχε απορρίψει το αίτημα καταβολής τόκων επί προστίμου που επιστράφηκε μετά τη δικαστική ακύρωσή του. Το Διοικητικό Εφετείο, ωστόσο, δικαίωσε την εταιρία, αναγνωρίζοντας ότι η άρνηση καταβολής τόκων παραβιάζει την αρχή της πλήρους αποκατάστασης της ζημίας.

Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι ο φορολογούμενος μπορεί να ζητήσει τόκους όχι μόνο για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την υποβολή της αίτησης επιστροφής ή της άσκησης της προσφυγής, αλλά και για προγενέστερα χρονικά διαστήματα, εφόσον έχει υποβληθεί ειδικό αίτημα και δεν έχει επέλθει παραγραφή. Η σχετική αξίωση θεμελιώνεται είτε με αίτηση προς τη φορολογική ή ενδικοφανή αρχή είτε με δικαστική προσφυγή.

Παράλληλα, το δικαστήριο διευκρινίζει ότι, αντίθετα, τόκοι υπερημερίας δεν επιβάλλονται για το χρονικό διάστημα πριν από την άσκηση της προσφυγής, αλλά μόνο για το διάστημα που μεσολαβεί από την κατάθεση της προσφυγής έως την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου. Η διάκριση αυτή βασίζεται στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο περί δημοσίων εσόδων και στην αρχή της νόμιμης επιβάρυνσης του Δημοσίου.

Στην επίμαχη υπόθεση, η εταιρία έλαβε τόκους επί των ποσών που της επιστράφηκαν για το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της υποβολής της αίτησης επιστροφής, ήτοι από την ημερομηνία επιστροφής σε αυτήν των ανωτέρω ποσών έως και την ημερομηνία καταβολής τους, σύμφωνα με το επιτόκιο που προβλέπεται από την κείμενη φορολογική νομοθεσία.

Η απόφαση χαρακτηρίζεται από νομικούς κύκλους ως σταθμός, καθώς ενισχύει τη θέση των φορολογουμένων έναντι της Διοίκησης και θέτει σαφή όρια στην πρακτική καθυστερήσεων επιστροφών φόρων και προστίμων. Παράλληλα, ανοίγει τον δρόμο για νέες διεκδικήσεις τόκων από επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα, ιδίως σε περιπτώσεις όπου φορολογικές πράξεις ακυρώθηκαν δικαστικά μετά από πολυετείς δικαστικές διαμάχες.

Ετικέτες: