Δύσκολοι καιροί. Αναδυόμενοι από μια φαινομενικά κατασκευασμένη πανδημία, τώρα μέσα σε έναν ακόμη πόλεμο για εφήμερους λόγους, με μια επακόλουθη οικονομική κρίση που επιδεινώνει ένα μη διαχειρίσιμο χρέος, διαπιστώνουμε ότι η εθνοκάθαρση και το δια-εθνοτικό μίσος επιστρέφουν όλο και περισσότερο στη μόδα.
Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι ένα κακόβουλο σχέδιο οργανώνεται από μια δυσάρεστη και παγιωμένη ελίτ, με στόχο να λεηλατήσει και να υποδουλώσει τους υπόλοιπους από εμάς. Μια τέτοια ιδέα δεν είναι σαφώς αβάσιμη, παραμένει ωστόσο εντελώς παραπλανητική ως προς τις λύσεις που επιτρέπει. «Αν μόνο μπορούσαμε να τους φυλακίσουμε ή να έχουμε μια δεύτερη Νυρεμβέργη, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα…», λένε αρκετοί.
Ωστόσο, η πρώτη δίκη της Νυρεμβέργης δεν σταμάτησε την εθνοκάθαρση, τη στοχοποίηση θρησκευτικών ομάδων, τους πολέμους και τον μαζικό θάνατο που βασίστηκαν σε απροκάλυπτα ψεύδη, ούτε τον μαζικό ιατρικό εξαναγκασμό για ισχύ και χρήμα. Δύο προφανείς λόγοι ευθύνονται γι’ αυτό.
Πρώτον, η διαφθορά σε υψηλό κοινωνικό επίπεδο είναι τόσο βαθιά και διάχυτη που απλώς δεν μπορεί να ξεριζωθεί με τη βία ή τον νόμο — οι δικαστές, οι στρατοί και οι κατασκευαστές όπλων είναι πιθανό να αποτελούν ήδη μέρος αυτού του γιγαντιαίου μηχανισμού και δεν έχουν κανένα συμφέρον να στραφούν εναντίον του, ενώ οι συστημικοί πολιτικοί απλώς πληρώνονται από αυτούς.
Δεύτερον, αν όσοι βρίσκονται πιο βαθιά σε αυτό το βούρκο θυσιών παιδιών και σφαγών που καθορίζονται από τις αγορές μετοχών απομακρύνονταν ή εκδιωκόταν με κάποιο τρόπο, κάποιοι από θα τους αντικαθιστούσαν σχεδόν αυτόματα. Το γνωρίζουμε αυτό, γιατί τίποτα από όσα βλέπουμε τώρα δεν είναι νέο. Ρωτήστε οποιονδήποτε ύστερο Ρωμαίο, Κινέζο αγρότη ή θύμα της Ιεράς Εξέτασης. Χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας ως προς την ανθρώπινη συμπεριφορά αν σκοπεύουμε να αλλάξουμε κάποια στιγμή πορεία.
Υπήρξε, κατά κάποιο τρόπο, μια περίοδος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την οποία η Δύση έκανε μια επανεκκίνηση και η κατεύθυνση έδειχνε καλύτερη. Ο Αϊζενχάουερ όμως αγνοήθηκε, (στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του το 1961, μίλησε για τον κίνδυνο του λεγόμενου «στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος) όπως αγνοήθηκαν και οι προφανείς κίνδυνοι της αυξανόμενης ανισότητας, καθώς επιχειρηματίες λογισμικού και χρηματοπιστωτικοί οίκοι συσσώρευαν πλούτη μεγαλύτερα από ολόκληρα έθνη.
Αντιμέτωποι με την επιλογή να αναγνωρίσουμε το προφανές ή να πιστέψουμε τις δημόσιες σχέσεις που χρηματοδοτούσαν το ψεύτικο αφήγημα, η προπαγάνδα αποδείχθηκε πιο δημοφιλής. Όλοι μας, ως κοινωνία, επιλέξαμε ένα μέλλον πιο ριζωμένο στη φεουδαρχική ανισότητα παρά στην ισότητα. Οπισθοδρομήσαμε, γιατί αυτό είναι πάντα ευκολότερο από το να σταθείς όρθιος και να παλέψεις για το δίκαιο.
Έτσι, βρισκόμαστε ξανά εδώ, βαθιά μέσα στο τέλμα. Για να το αντιμετωπίσουμε, χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσουμε το μέγεθος αυτού που συμβαίνει. Επιτρέψαμε σε έναν εταιρικό-αυταρχικό γίγαντα να αναδυθεί, ένα τέρας της δικής μας αμέλειας. Αφαιρέσαμε τα φρένα από την απληστία και την ανθρώπινη ανοησία, δίνοντας ελεύθερο πεδίο σε λίγους να συσσωρεύσουν τεράστιο πλούτο και ισχύ και, το σημαντικότερο, να απαλλαγούν από την ενσυναίσθηση. Ενισχύσαμε ανθρώπους αρκετά επιφανειακούς ώστε να πιστεύουν στη δική τους ανωτερότητα, ακόμη και στην παντοδυναμία, αγνοώντας τη σοφία χιλιάδων ετών ανθρωπότητας.
Είμαστε όλοι ικανοί να γίνουμε εξίσου διεφθαρμένοι, αν μας δοθεί η ευκαιρία και επιλέξουμε να υποκύψουμε σε αυτήν. Δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερο στους ηγέτες των μεγάλων χρηματοπιστωτικών οίκων, στην Τριμερή Επιτροπή, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, στις αποσιωπήσεις των αρχείων Έπσταϊν, ούτε στους υποτακτικούς παλαιών πλούσιων οικογενειών που βοήθησαν να τροφοδοτηθούν και να αποκομίσουν κέρδη από παλαιότερους πολέμους. Όλοι αποτελούν εκφράσεις αυτού που μπορούμε να γίνουμε και εμείς οι υπόλοιποι, αν διαθέτουμε τους πόρους και την προθυμία να αδειάσουμε τον εαυτό μας από μια πιο ουσιαστική αλλά δυσκολότερη ύπαρξη.
Επομένως, δεν θα πρέπει να κατηγορούμε πάντα «αυτούς» ή «εκείνους», όλοι αυτοί κάνουν τη δουλειά τους. Είναι η δική μας ανοχή στις χειρότερες εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης που μας οδηγεί σε προβλήματα. Η εμμονή με συγκεκριμένα πρόσωπα — η καταγγελία των «ελίτ» — το πολύ πολύ να οδηγήσει στην αντικατάστασή τους και μετά τι; Ξεκινά πάλι ό ίδιος ατέρμονος κύκλος, το ίδιο σύστημα μπορεί να γεννήσει τους ίδιους ανθρώπους ξανά και ξανά.
Μπορούμε και πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τους κανόνες συμπεριφοράς που είναι απαραίτητοι σε κάθε κοινωνία, και σε εμάς τους ίδιους, ώστε να αποτρέπουμε τους ανθρώπους από το να κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Να σταματήσουμε να ενισχύουμε τη χειρότερη ανθρώπινη απληστία και αυταπάτη που οδηγεί χρηματοδοτούμενους πολιτικούς να προωθούν τον πόλεμο, άγνωστους εσωτερικούς παράγοντες να εμπορεύονται μετοχές πάνω σε ανθρώπινες ζωές και ολιγάρχες να ονειρεύονται να συγκεντρώνουν ολόκληρους πληθυσμούς σε ψηφιακές φυλακές και να τους τροφοδοτούν με φαρμακευτικά προϊόντα. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε το σύστημα που όλοι χτίσαμε, μέσα στο οποίο αυτοί λειτουργούν.
Η ανθρώπινη φύση καθοδηγείται από την απληστία. Γνωρίζουμε ότι η απληστία είναι κακή, ωστόσο δεν είναι άσχετη με την προστασία και την ωφέλεια των δικών μας ανθρώπων (π.χ. οικογένεια, παιδί, σύζυγος), γι’ αυτό μπορούμε εύκολα να τη συγκαλύπτουμε ως αρετή. Το «εγωιστικό γονίδιο» αποτελεί επιταγή για την αναπαραγωγή της ζωής και ο καθένας μας διαθέτει δεκάδες χιλιάδες τέτοια. Ιστορικά, διαχειριστήκαμε αυτό το πρόβλημα μέσω κοινωνικών κυρώσεων, ρυθμιστικών συστημάτων και εθνικών συνταγμάτων.
Όταν αυτά γράφτηκαν ή εφαρμόστηκαν από λίγους πλούσιους και ισχυρούς — την αριστοκρατία ή το «Ισχυρό Κόμμα» — ωφέλησαν κυρίως εκείνους που τα συνέταξαν. Συνήθως χρειάστηκαν βίαιοι εμφύλιοι πόλεμοι και επαναστάσεις για να αλλάξει αυτό μέχρι αυτοί οι «άριστοι ολιγαρχοαριστοκράτες» να εμφανιστούν ξανά με νέα μορφή.
Οι πολυεθνικές εταιρείες προχωρούν αυτήν την εγγενή φεουδαρχία ένα βήμα παραπέρα, καθώς ανήκουν ή ελέγχονται από ακόμη μεγαλύτερους χρηματοπιστωτικούς οίκους, ανεμπόδιστους από σύνορα και εθνικά νομικά συστήματα. Η οργάνωση μαζικών πληθυσμιακών μετακινήσεων μέσω πολέμων και κυρώσεων αποδιαρθρώνει πολιτισμούς και κοινωνική συνοχή — αφήνοντας μόνο τους υποκινητές να ασκούν εξουσία. Τους επιτρέψαμε να γίνουν αρκετά μεγάλοι ώστε πλέον να απαιτούν και να λαμβάνουν απαλλαγή από κάθε ευθύνη, υπαγορεύοντας απλά τους όρους του παιχνιδιού στους διορισμένους τους πολιτικούς.
Η φαρμακοβιομηχανία ουσιαστικά αυτορυθμίζεται μέσω της επιρροής στους ρυθμιστικούς μηχανισμούς, ενώ οι τράπεζες είναι πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν. Μια νέα μεσαιωνική αριστοκρατία — η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, η BlackRock και η Vanguard — ελέγχει πλέον τα κράτη αντί να κυβερνά υπό αυτά. Αυτό καθίσταται δυνατό επειδή, ως κοινωνία, επιλέξαμε την εύκολη οδό, πείθοντας τον εαυτό μας ότι αποτελούν κορυφή του πολιτισμένου βίου.
Η πλειονότητα της αριστοκρατίας, όπως και εμείς, δεν ξεκινά με πρόθεση να είναι κακή. Όμως, οδηγούμενοι από την ανάγκη να φροντίσουν τον εαυτό τους και τους δικούς τους, καταλήγουν να γίνονται επιβλαβείς για άλλους. Όσο απομακρύνονται από τις συνέπειες των αποφάσεών τους μέσω πλούτου και ισχύος, οι θάνατοι χιλιάδων γίνονται στο μυαλό τους μια απαθής αφηρημένη έννοια. Όσο πιο βαθιά κατεβαίνει κανείς στο σκοτάδι, τόσο απομακρύνεται από το φως και όσο αποκτά ολοένα και περισσότερα σε σημείο που μπορεί «να τα έχει όλα», τότε χάνει κάθε ανθρώπινο στοιχείο του και το μόνο που τον συγκινεί είναι η καταστροφή.
Επιτρέποντας στην ανεξέλεγκτη απληστία να ευδοκιμήσει, επιτρέψαμε σε αυτό το σύστημα να ελέγχει τους στρατούς, την τροφή, τις επικοινωνίες, την ενέργεια, την υγεία και το τραπεζικό σύστημα.
Μερικοί πολύ πλούσιοι άνθρωποι, με κύκλους υποστηρικτών και εξαρτημένων, μπορούν να οδηγήσουν τους υπόλοιπους να κάνουν σχεδόν οτιδήποτε, όπως έχει αποδειχθεί τα τελευταία χρόνια. Ένα εμβόλιο που δεν εμπιστεύονται για να ταξιδέψουν, ή αυτολογοκρισία για να διατηρήσουν την εικόνα τους στα κοινωνικά δίκτυα.
Απαγόρευση λόγου μίσους για τη διάσωση της δημοκρατίας, ενώ ο πόλεμος παρουσιάζεται ως αναγκαίος. Μπορούν να επιβάλλουν παράδοξες συμπεριφορές, όπως χρήση μάσκας σε μία περίσταση και μη χρήση σε άλλη. Λύπη και συμπάθεια για μικρές επιχειρήσεις που κλείνουν κάθε μέρα, ενώ πραγματοποιούνται αγορές μέσω μεγάλων πλατφορμών.
Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, αυτήν είναι η καθημερινότητα μας. Είναι το κόστος ζωής που πιέζει ασφυκτικά, η ενέργεια που καθορίζει αν ένα νοικοκυριό θα αντέξει τον χειμώνα, το χρέος που παραμένει βάρος δεκαετιών, η παραγωγή που δοκιμάζεται, οι μικρές επιχειρήσεις που εξαφανίζονται σιωπηλά, η εργασία που γίνεται όλο και πιο επισφαλής. Είναι η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού και απλώς εφαρμόζονται εδώ, μη μπορώντας να κάνεις τίποτα για να αντισταθείς, παρά να τους παραχωρήσεις μέχρι και τον αέρα σου. Και μέσα σε όλο αυτό, η κοινωνία καλείται να προσαρμοστεί. Να συνηθίσει. Να αποδεχθεί.
Πού βρίσκεται η ελπίδα τελικά και πώς μπορεί να υπάρξει αντίδραση;
Υπάρχουν επιλογές. Να ενσωματωθεί κανείς πλήρως στο σύστημα. Να αντιδράσει επιλεκτικά σε ορισμένα σημεία. Ή να κοιτάξει κατάματα τη συνολική εικόνα και να αναγνωρίσει τι πραγματικά συμβαίνει.
Η τελευταία επιλογή είναι και η πιο δύσκολη. Γιατί δεν αφήνει περιθώρια για εύκολες εξηγήσεις. Δεν επιτρέπει τη μετατόπιση ευθύνης σε κάποιον «άλλον». Υποχρεώνει σε μια πιο άβολη παραδοχή: ότι το σύστημα δεν είναι ξένο. Είναι αντανάκλαση επιλογών, ανοχών και συμπεριφορών.
Αν κάτι μπορεί να αλλάξει την πορεία, δεν θα είναι μια θεαματική ανατροπή ούτε μια νέα «δίκη», αλλά η επαναφορά των ορίων εκείνων που καταργήθηκαν. Θα είναι η άρνηση να συνεχιστεί η εύκολη πορεία, η επίγνωση ότι η δύναμη των δομών του κάθε καθεστώτος/συστήματος στηρίζεται τελικά στη συναίνεση, ακόμη κι αν αυτή δίνεται σιωπηρά.
Η ιστορία δεν προσφέρει εγγυήσεις επιτυχίας ή αποτυχίας ενός εγχειρήματος, έχει αποδείξει όμως επανειλημμένα πώς όταν οι κοινωνίες εγκαταλείπουν ή παραδίδουν τα όρια τους, τότε η ιστορία θα επαναλαμβάνεται.
Μόλις αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας σε εκείνους που μας καταπιέζουν, έχουμε μια πιθανότητα να τους συγκρατήσουμε. Δεν έχουμε απέναντί μας ψυχοπαθείς ή δαίμονες, αλλά ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια δυνατότητα για καλό και κακό με εμάς. Μπορεί εκείνοι να άφησαν έναν δαίμονα να καθίσει στον ώμο τους, αλλά εμείς του επιτρέψαμε να μπει στο δωμάτιο.
Μόλις «επαναφέρουμε» αυτόν τον γίγαντα σε ανθρώπινο μέγεθος, μπορούμε να δούμε ότι η ήττα του δεν είναι αδύνατη. Θα χρειαστεί επιμονή, ελπίδα και μια ειλικρινής αναμέτρηση με τον εαυτό μας. Δεν έχουμε υπάρξει ιδιαίτερα επιτυχημένοι στο να ζούμε μαζί, αλλά κατά καιρούς καταφέραμε να περιορίσουμε τις χειρότερες πλευρές μας. Απαιτείται άρνηση συμβιβασμού και αποφυγή της εύκολης οδού.
Η ανατροπή της στρεβλής ηγεσίας του σημερινού κόσμου μπορεί να μοιάζει αδύνατη, όμως πρέπει να κατανοήσουμε ότι «αυτοί» δεν είναι κάτι ξεχωριστό. Είναι, ουσιαστικά, εμείς.
Πιο Δημοφιλή
Το διατροφικό μας μέλλον επανασχεδιάζεται χωρίς τη συγκατάθεσή μας
Ισραηλινά κεφάλαια «σαρώνουν» τα ακίνητα στην Ελλάδα
Η διαμόρφωση του «καλού άντρα»
Πιο Πρόσφατα
Εμείς οι ίδιοι συντηρούμε το σύστημα που μας «καταπίνει»