Αρχιερείς: Αυξήσεις την ώρα που η κοινωνία πιέζεται

Πολιτική και κοινωνική πρόκληση προκαλεί η πρόβλεψη για μεγάλες αυξήσεις στις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας, την ώρα που η πλειονότητα των πολιτών βρίσκεται αντιμέτωπη με ακρίβεια, καθηλωμένους μισθούς, αυξημένα ενοίκια και διαρκή πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, το νέο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αλλάζει τον τρόπο καθορισμού των αποδοχών των αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, οδηγώντας σε αυξήσεις που φτάνουν έως και το 95% για μητροπολίτες και έως περίπου 60% για τον Αρχιεπίσκοπο.

Η ρύθμιση προβλέπει ότι οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας θα διαμορφωθούν στα 4.671,90 ευρώ, ποσό που συνδέεται με το 90% των αποδοχών γενικού γραμματέα υπουργείου. Με αυτόν τον τρόπο, οι αποδοχές των μητροπολιτών σχεδόν διπλασιάζονται, ενώ εξισώνονται ουσιαστικά με εκείνες του Αρχιεπισκόπου.

Την ώρα που η κοινωνία πιέζεται, η ιεραρχία ανταμείβεται

Η επιλογή της κυβέρνησης να προωθήσει μια τόσο μεγάλη μισθολογική αναπροσαρμογή για τους αρχιερείς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή τεχνική διόρθωση. Πρόκειται για πολιτική απόφαση με καθαρό κοινωνικό και συμβολικό φορτίο.

Την ίδια περίοδο, οι εργαζόμενοι βλέπουν αυξήσεις που συχνά εξανεμίζονται πριν φτάσουν στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, οι συνταξιούχοι παλεύουν με προσωπικές διαφορές, οι νέοι δυσκολεύονται να νοικιάσουν σπίτι και τα νοικοκυριά μετρούν καθημερινά το κόστος της ενέργειας, των τροφίμων και των βασικών υπηρεσιών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η σχεδόν διπλάσια αύξηση στις αποδοχές μητροπολιτών εμφανίζεται ως κίνηση θεσμικά άστοχη και κοινωνικά προκλητική. Δεν αφορά χαμηλόμισθους κληρικούς της ενορίας, οι οποίοι συχνά ζουν με περιορισμένες αποδοχές και σηκώνουν πραγματικό βάρος στην καθημερινή επαφή με τους πιστούς. Αφορά την κορυφή της εκκλησιαστικής πυραμίδας.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν οι αρχιερείς πρέπει να αμείβονται αξιοπρεπώς. Το ζήτημα είναι γιατί η κυβέρνηση επιλέγει αυτή τη χρονική στιγμή να δώσει τέτοιου μεγέθους αυξήσεις στην ανώτατη ιεραρχία, όταν σε άλλους τομείς επικαλείται δημοσιονομική σύνεση, περιορισμούς και αντοχές της οικονομίας.

Πολιτικό μήνυμα με εκκλησιαστικό αποδέκτη

Η ρύθμιση δεν έρχεται σε πολιτικό κενό. Η κυβέρνηση βρίσκεται ήδη σε τροχιά προεκλογικής προετοιμασίας, επιχειρώντας να συσπειρώσει ακροατήρια, να κλείσει μέτωπα και να καλλιεργήσει σχέσεις με κρίσιμους θεσμικούς χώρους. Η Εκκλησία παραμένει ένας από αυτούς.

Η οικονομική ενίσχυση της ανώτατης ιεραρχίας, σε μια περίοδο κοινωνικής κόπωσης, δημιουργεί αναπόφευκτα ερωτήματα για τις πραγματικές προτεραιότητες της κυβερνητικής πολιτικής. Όταν οι αυξήσεις στους μισθούς των πολλών δίνονται με το σταγονόμετρο, ενώ οι αυξήσεις στους ισχυρούς θεσμικούς παράγοντες εμφανίζονται γενναίες και άμεσες, το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται να αντιμετωπίζει την κοινωνική δυσφορία με επικοινωνιακές εξαγγελίες και τους θεσμικούς συνομιλητές της με ουσιαστικές παροχές. Αυτό είναι το σημείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη αντίδραση. Η οικονομική πολιτική δεν είναι μόνο αριθμοί. Είναι και ιεράρχηση αξιών.

Ειδικά σε μια χώρα όπου οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας παραμένουν διαχρονικά στενές, κάθε παρέμβαση στη μισθοδοσία της εκκλησιαστικής ιεραρχίας αποκτά βαρύ θεσμικό χαρακτήρα. Η Πολιτεία οφείλει να εξηγήσει με σαφήνεια γιατί αυτή η αύξηση θεωρείται αναγκαία, ποιο δημοσιονομικό κόστος συνεπάγεται και με ποια κοινωνικά κριτήρια αποφασίστηκε.

Η σιωπή ή η υποβάθμιση του θέματος δεν αρκεί. Όταν το κράτος ζητά από τους πολίτες υπομονή, προσαρμογή και ανοχή στην ακρίβεια, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να εμφανίζεται πρόθυμο να αναβαθμίσει θεαματικά τις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής τάξης χωρίς σοβαρή δημόσια λογοδοσία.

Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επειδή η Εκκλησία έχει ισχυρό κοινωνικό ρόλο και σημαντική περιουσιακή παρουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση των αποδοχών της κορυφής της ιεραρχίας δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ουδέτερη διοικητική τακτοποίηση. Είναι επιλογή με πολιτικό περιεχόμενο.

Η πραγματική δοκιμασία για κάθε κυβέρνηση είναι αν μπορεί να σταθεί δίπλα στους αδύναμους, στους εργαζόμενους, στους χαμηλοσυνταξιούχους, στους νέους και στις οικογένειες που πιέζονται. Όταν όμως οι προτεραιότητες στρέφονται προς την κορυφή θεσμών που ήδη διαθέτουν ισχύ και επιρροή, τότε η κοινωνία έχει κάθε λόγο να μιλά για πρόκληση.

Οι αυξήσεις στους αρχιερείς δεν είναι απλώς ένα μισθολογικό θέμα. Είναι καθρέφτης πολιτικών προτεραιοτήτων. Και αυτός ο καθρέφτης δείχνει μια εξουσία που επιλέγει προσεκτικά ποιους ακούει, ποιους ικανοποιεί και από ποιους ζητά να συνεχίσουν να κάνουν υπομονή.